Το καφέ – χώρος ανθρωπίνων σχέσεων



page44_01Ας πάρουμε ένα καφέ (Bistrot 2) μιας κεντρικής συνοικίας του Παρισιού, κι ας παρακολουθήσουμε το πηγαινέλα: το πρωί, σ’ ένα σύντομο χρονικό διάστημα από τις εφτά ως τις οχτώ υπάρχει πληθώρα. Το ίδιο συμβαίνει μεταξύ μεσημεριανού (12.00) και δύο το απόγευμα και το βράδι από τις έξι… και μέχρι τις 8.30.

Ευθύς ένα γεγονός επιβάλλεται: οι ώρες πολυανθρωπίας του «Bistrot» είναι αυτές κατά τις οποίες η εργασία σταματά είναι στις στιγμές παύσεως (πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εργασία) όπου οι άνθρωποι προσέρχονται πολυάριθμοι. Σε μια πλατύτερη αποδοχή πρόκειται για έναν χώρο ψυχαγωγίας (Loisirs).

Κάθε χώρος, λοιπόν, ψυχαγωγίας απαιτεί κάποιον «τόνο» μια ωρισμένη συμπεριφορά. Κατ’ αρχήν οι άνθρωποι πηγαίνουν στο Bristrot (ή στο καφέ) για να «καταναλώσουν» και πράγματι καταναλώνουν ωστόσο η κατανάλωση είναι δυνατή και σ’ άλλους χώρους.
Πηγαίνουν επίσης για να συναντηθούν καταναλώνουν από κοινού [υπάρχει εξ άλλου μια ολόκληρη σειρά συμπεριφορών γύρω από την προσφορά και την αντιπροσφορά ενός «ποτηριού» (ποτού)3 και που είναι λιγότερο ελαστικές απ’ ό,τι εμφανίζονται].
Τι καταναλώνουν; Κυρίως καφέ και οινοπνευματώδη…Δηλαδή τα ποτά που προσφέρονται κατά προτίμηση (μαζί με το τσάι) στους επισκέπτες όταν δεν έχουν προσκληθεί για γεύμα ή δείπνο…
Μ’ αυτήν την έννοια το Bistrot μπορεί να συνιστά μια επέκταση του οίκου του καθενός, ένα χώρο στον οποίο «δεχόμαστε» για να αποφύγουμε την υποδοχή «σπίτι μας», όπου μπορούμε να αποδεχθούμε ποτά, μια που αυτή η χειρονομία δεν δεσμεύει τόσο όσο μια πρόσκληση με όλους τους τύπους, αλλά δημιουργεί ωστόσο την απαρχή μιας οικειότητας.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η από κοινού κατανάλωση συνοδεύεται από τη συζήτηση. Σύντομες ανταλλαγές νέων το πρωί, σχόλια πάνω στην επικαιρότητα το μεσημέρι, μακριές συζητήσεις το βράδυ…(χωρίς αυτές οι παρατηρήσεις να έχουν, βεβαίως, οτιδήποτε το άτεγκτο).
Από την άλλη πλευρά, λόγω του περιωρισμένου χώρου και της αθρόας προσελεύσεως των προσώπων, δημιουργείται συχνά μια αρκετά μεγάλη οικειότητα – που επιτρέπεται από τη «φύση» του χώρου – μεταξύ ομάδων και μεμονωμένων ατόμων… Αρκεί μια αλλαγή του τόνου της φωνής – και όχι της εντάσεως – για να αισθανθεί ο καθείς πως το θέμα αφορά σ’ αυτόν…Όλοι οι θαμώνες του Bistrot γνωρίζουν καλά τις διάφορες αυτές συμπεριφορές, φαινομενικά ασύλληπτες – στη δυνατότητα να παίξεις ένα ρόλο, να «ρίξεις» μια κουβέντα (να πεις τον λόγο σου) και κυρίως να αποσπάσεις την προσοχή – σ’ αυτή τη δυνατότητα έγκειται το παιχνίδι των μέθυσων ή των «λογάδων».
Μεταξύ της ιδιωτικής κατοικίας – απόρθητης από τον δρόμο – και τον ίδιο τον δρόμο, όπου ο καθείς βρίσκεται θωρακισμένος στο εσωτερικό των ενδιαφερόντων του, δέσμιο από την κατεύθυνση του, βρίσκεται το Bistrot, που είναι – πράγμα σπανιότατο στην εποχή μας – ένας δημόσιος οικείος χώρος. Σ’ αυτόν τον δημόσιο χώρο σχηματίζονται και διαλύονται κάθε μέρα πολυάριθμες ομάδες, των οποίων ο σχηματισμός υπακούει στους νόμους του χώρου. Πολλές απ’ αυτές τις ομάδες δεν είναι εξ άλλου εφήμερες σχηματίζουν το σύνολο των «τακτικών» (θαμώνων) ενός καφέ – σύνολο πολύτιμο για το «αφεντικό» που βλέπει να σταθεροποιείται η πελατεία του – η οποία στο δικό της τυπικό και κατέχει κάποια «δικαιώματα» όσο ελάχιστα θέλουμε, αλλά πραγματικά, στη διατήρηση των οποίων οι «τακτικοί» επιμένουν πολύ…
Θα ήταν σφάλμα να δει κανείς στην ιεράρχηση των σχέσεων μεταξύ πελατών ένα δευτερεύον στοιχείο… Υπάρχει βέβαια καφέ όπου – σύμφωνα με τα αμερικάνικα μπαρ – οι σχέσεις μεταξύ καφέ – πελάτη – πελατών σχηματίζονται με μεγάλη δυσκολία ή και καθόλου, αλλά το – πραγματικό – Bristrot, είναι αυτό όπου αυτές οι σχέσεις υπάρχουν και γι’ αυτό το λόγο η παρόμοιου τύπου πελατεία συγκεντρώνεται εκεί όπου για διάφορους λόγους αυτές οι σχέσεις εύκολα σχηματίζονται: στις φοιτητικές ή λαϊκές συνοικίες.  Διότι το Bistrot, σημείο σταθερό συναντήσεων και ανταλλαγών μπορεί να χρησιμεύσει σαν «πυρήνας τοπογραφικός» για μια «ομάδα», ένα «σύνολο», μια «παρέα».
Μ’ αυτή την προοπτική θα χρειαζόταν να εξετασθεί η θέση που κατέχει το «ποτό» (κέρασμα) 4 – «να πιεις ένα ποτήρι « είναι η έκφραση κλειδί ταυτόχρονα – για να σχηματισθεί μια σχέση ή για να «κλείσει» μια δουλειά, ένα συμβόλαιο, μια συμφωνία, στη γαλλική ζωή.
Φαίνεται πως αυτή η κοινότητα τραπεζιού ή πάγκου (Zinc) 5, αυτή η ανταλλαγή προσφορών, που συνοδεύεται με μια σειρά «τσουγρισμάτων», κατάλληλων ευχών, καμιά φορά και αστείων (καλαμπουριών), δημιουργεί σχέσεις ειδικού τύπου και διαφορετικού επιπέδου. Υπάρχουν κατά το μεγαλύτερο μέρος σε μια παραπληρωματική κατάσταση της «θετικότερης» ζωής: οικογενειακής, επαγγελματικής κ.λ.π. Βλέπουμε έτσι να εμφανίζεται η έννοια της ψυχαγωγίας (Loisir) – και αυτή παραπληρωματική – που προαναγγείλαμε, αλλά πρόκειται για ψυχαγωγία που δημιουργείται αυθόρμητα, αν και κάτω από την πίεση των οικονομικών και καταναλωτικών επιταγών γύρω από μια ανάγκη είναι λειτουργία δευτερεύουσα.
Και ακριβώς αυτή η αυθόρμητη κατάσταση είναι που τρομάζει τους αστούς, πάντα βιαστικούς να καταδικάσουν κάθε ενότητα που δημιουργείται αυθόρμητα χωρίς να αστυνομεύεται (καθορίζεται), (εγγράφεται) στα πλαίσια και στις νόρμες που οι ίδιοι έχουν καθορίσει. Ακόμη και στις μέρες μας ακούμε να καταδικάζονται οι τρόποι και κυρίως οι εκφράσεις «του καφενείου». Πιθανώς διότι αυτές οι εκφράσεις ανήκουν σ’ ένα επίπεδο της γλώσσας που βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς γίγνεσθαι, σε μια κατάσταση πλήρους ελευθερίας, που φτάνει ως το να είναι δημιουργός – καταστροφεύς του συνόλου της κωδικοποιήσεως της γλώσσας, που αποκαλείται Γραμματική. Χώρος ανταλλαγής λοιπόν – που τείνει εξ άλλου να δεχθεί όλο και περισσότερο δείγματα όλων των κοινωνικών επιπέδων κατά διαφορετικά ποσοστά – και συνεπώς χώρος διαδόσεως. Στο Bistrot συζητούνται τα μεγάλα πολιτικά ή άλλα θέματα που μπορεί να ενδιαφέρουν τον πληθυσμό… Ο χώρος (ειδικότερα κάτω από ωρισμένες συνθήκες) βοηθά στη δημιουργία επαφών μεταξύ ωρισμένων ατόμων και όταν το θέμα ενδιαφέρει την πλειοψηφία των «καταναλωτών» φτάνουμε στην απόκτηση αρκετά μεγάλων κοινών, ζωντανών εξ άλλου και γοργών στον αντίλογο…

Ότι αυτές οι συζητήσεις είναι εκτονώσεις – που βρίσκονται σε σχέση με το «παιχνίδι» που περιγράψαμε πιο πάνω – μπορούμε ευχαρίστως να το πιστέψουμε, αλλά είναι δύσκολο να μη δούμε σ’ αυτό επίσης μια προσπάθεια επιτεύξεως αυτοσυνειδησίας και εκφράσεως – στο επίπεδο της καθημερινότητας – των «καταναλωτών».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Η μελέτη αφορά ιδιαίτερα στο φαινόμενο Café στη Γαλλία. Γι’ αυτό και αποφεύγουμε τη χρήση της λέξεως «καφενείο» – όπου έχουμε διαφορετικούς συνειρμούς.
2. Υπάρχουν διαφορές μεταξύ Café και Bistrot το τελευταίο ειδικότερα μπορεί να προσφέρει και τροφή – ενώ το πρώτο ποτέ. Έτσι στο Café κυρίως «πίνουν» ωστόσο η διαφορά στην καθημερινή ομιλία τείνει να εκλείψει. Ας σημειώσουμε ακόμα τον ελαφρώς «λαϊκότερο» συνειρμό σε σχέση με τη λέξη Bistrot ως προς την καθολικότερης χρήσεως λέξη Café.
3. Παίρνω ένα ποτήρι: στα ελληνικά θα λέγαμε: πίνω( ή κερνάω) κάτι.
4. Οι σχέσεις προσφοράς – αντιπροσφοράς (κεράσματα), μελετώνται καλύτερα, στην ελληνική πραγματικότητα, στην ταβέρνα. Σημειωτέον ότι στο εστιατόριο (Restaurant) οι σχέσεις είναι πολύ πιο τυπικές – έως παγωμένες, μεταξύ μη-γνωστών.
5. Zinc τσίγκος (πολύ γυαλιστερός) με τον οποίο είναι κατασκευασμένος ο πάγκος πωλήσεων για τους όρθιους πελάτες και σημαίνει βέβαια, συνεκδοχικά, αυτόν τον ίδιο τον πάγκο.