Χρονικά αρχιτεκτονικής: Runcorn New Town



page9_CΤον Σεπτέμβριο του 1974, κατά την διάρκεια ενός διεθνούς συνεδρίου που έγινε στην Περσέπολη, στο χρόνιο και «εκτροχιασμένο» θέμα της προσαρμογής στο περιβάλλον, δηλ. τη σχέση μεταξύ παλαιών οικιστικών συγκεντρώσεων και συγχρόνων επεμβάσεων, ο James Stirling, σχολιάζοντας τις τελευταίες του μελέτες, δήλωσε: «γνωρίζω καλά ότι, ερευνώντας μια διασύνδεση παρελθόντος και νέων κτισμάτων σημαίνει να περπατάς στην κόψη ενός ξυραφιού με κίνδυνο να πέσει σε συμβιβασμούς και συναισθηματισμούς».

Αυτή η συνειδητοποίηση δεν κατάφερε να εμποδίσει, στα έργα του Runcon (1968-76), μια βαριά και αμφίβολη υποθήκη η οποία θα χαροποιήσει σίγουρα τους νέο – «ακαδημαϊκούς». Ακόμη και σε έναν μεγαλοφυή δημιουργό του οποίου η λαμπρή καριέρα σημαδεύτηκε από έργα όπως τα εργαστήρια του Leicester University, τη Σχολή της Ιστορίας στο Cambridge και των γραφείων της Olivetti στο Haslemere, η διάσταση την μνήμης έπαιξε ένα ρόλο αρνητικό και έγινε αιτία για μια ανησυχητική πτώση της δημιουργικής έξαρσης. Ο στόχος του να ξεχωρίσει μια μέθοδο για να ριζώσει τα σύγχρονα βιώματα σε ένα φανταστικό προϋπάρχον περιβάλλον, μετριάζοντας την διάσταση μεταξύ του τύπου και της παρατυπίας, μπορεί να χειροκροτηθεί ίσως σε θεωρητικό επίπεδο. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό, θλιβερό. Ο Stirling παραιτήθηκε από του να σχεδιάσει ένα κομμάτι πόλης με τη σφραγίδα της ευφυούς επιτήδευσης του.

Η Runcorn New Town, που βρίσκεται μεταξύ των Liverpool και Manchester προγραμματίστηκε για να δεχθεί 100.000 ανθρώπους, κατοίκους τωνpage9_D περιφερειακών και πιο υποβαθμισμένων περιοχών των δύο πόλεων. Στο ειδικό αυτό πρόβλημα – αφορούσε μια έκταση 300 περίπου εκταρίων – ο Stirling δημιούργησε 1500 λαϊκές κατοικίες σε πρίσμα στη σειρά, των 5 ορόφων. Οι κτηριακοί όγκοι είναι τοποθετημένοι σε σχήμα «L» από τα οποία φτιάχνουν ένα δικτυωτό από λεωφόρους και δρομάκια ελεύθερα από αυτοκίνητα. Οι εσωτερικές όψεις βλέπουν σε χώρους πράσινου. Οι εξωτερικές περιλαμβάνουν χώρους υπηρεσίας και σκάλες χωρίζονται δε από τις αυτοκινητιστικές αρτηρίες δια μέσου σειράς δενδροστοιχιών. Εναέριες ράμπες πεζών συνδέουν τα κτίρια μεταξύ τους και με το πολιτιστικό κέντρο. Στους γωνιακούς κόμβους, βρίσκουμε λειτουργίες δευτερεύουσες, τα παραδοσιακά «pubs», μαγαζάκια και πλυντήρια, τα οποία μπορούν να ολοκληρωθούν σύμφωνα με τις ανάγκες που θα εκδηλώσουν οι κάτοικοι. Ως προς την διαμόρφωση των διαμερισμάτων, αυτή φαίνεται άμεσα από τα ανοίγματα, τζαμαρίες για τα καθιστικά, κυκλικά ανοίγματα για τις κρεβατοκάμαρες, τετραγωνισμένα για τα λουτρά και τις κορνίζες.

Η χρήση των υλικών συνδέεται με μια σαφή τεχνολογική επιλογή: πατώματα και τοίχους από προκατασκευασμένα τσιμεντένια πανό, επενδύσεις επιφανειών από πολυεστέρα ενισχυμένο με ίνες υάλου. Η επαγγελματική εμπειρία είναι υπεράνω συζητήσεως καθώς και η σημαιολογική ορθότητα των χρησιμοποιημένων στοιχείων και του συνδυασμού των. Το άσχημο σημείο βρίσκεται στον τρόπο που γίνονται σύνολα και ακόμη περισσότερο, στο προσφερόμενο μήνυμα. Το μοτίβο που τον ενέπνευσε, όπως ομολογεί ο συγγραφέας, ξεκινάει από μια βαθειά μελέτη του Bath και του Edimburg από μια θέληση του μορφολογικού ξανακερδίσματος των «terraces» και των «squares». Ολόκληρος ο οργανισμός είναι στην πραγματικότητα αναλογισμένος στη σκάλα της τυπικής γεωργιανής πλατείας, περίπου 98 μέτρα επί 98. Ένα ταξίδι αντίστροφο από αυτό που είχε κάνει με επιτυχία, εξερευνώντας τις ρίζες του μοντέρνου κινήματος στις τυπολογίες των Kew Gardens, τις κατασκευές από σίδερο και κρύσταλλο του ένδοξου Βρεττανικού 19ου αιώνα. Εδώ όμως αυτός απευθύνεται σε πηγές μακρυνές και ξένες, εκφράσεις μιας κουλτούρας πλέον σβησμένης, η οποία μπορεί να κινήσει νοσταλγίες και όχι αξιόλογα σημεία αναφοράς. Η αρχιτεκτονική διαλεκτική ακολουθεί τις συμπεριφορές, διαφορετικά είναι καταπιεστική και αδικαιολόγητη. Και όταν αυτό συμβαίνει, το αποτέλεσμα δεν είναι «Georgian», οικείο, κοινωνικό, κομψό, αλλά κατεψυγμένο και κλασσικιστικό.

page9_BΕξηγείται λοιπόν η βαθειά δυσπιστία της πιο έγκυρης εγγλέζικης κριτικής. Το περιοδικό «The Architectural Review» χτυπάει κατ’ ευθείαν ενάντια στον Stirling: «η τρομερή ικανότητα του να χειρίζεται τις φόρμες τον έκανε το «τρομερό παιδί» της Αρχιτεκτονικής, τίτλο που διατήρησε για περισσότερο από 10 χρόνια, αλλά τώρα, κρίνοντας από το τελευταίο έργο του τον χάνει…Η επιμονή στην σύγκριση μεταξύ των «squares» του Runcorn και των πλατειών του 1700 του Bath και Edimburge είναι πράγματι αδικαιολόγητη. Εκείνες οι παλιές εισχωρούσαν σ’ ένα ευρύ σύστημα που περιείχε «crescents» και «circuses», διασταυρωμένες μ’ ένα πλέγμα μικρότερων δρόμων και δρομίσκων, αυτές εν τούτοις είναι όλες ίσες με την μόνη εξαίρεση ενός διπλασιασμού συγκριτικά με τις άλλες».

page9_A
Επίθεση σκληρή, χωρίς ενδοιασμούς, προϊόν μιας παράδοσης άγνωστης στις μεσογειακές χώρες, που δεν δέχεται «ιερά τέρατα» και ανέγγιχτες
«primadone». Εξ’ άλλου αξίζει μιας αυστηρής κριτικής εφ’ όσον συνδέεται με μια «new town» όπως το Runcorn το οποίο δεν έχει καμιά ανάγκη αρχαιολογικών πειστηρίων. Το πρόβλημα της με υψηλή πυκνότητα οικιστικής συγκέντρωσης, χρειάζεται μια προσέγγιση θαρραλέα. Πρέπει να εκπορεύεται ένα μήνυμα για το μέλλον με αισιοδοξία και χιούμορ, χωρίς να ταμπουρώνεται πίσω από μια «κρυσταλλική» γεωμετρία που ναρκώνει την επέκταση. Γιατί να μην το πούμε καθαρά; Την «κόψη του ξυραφιού», για το οποίο μίλαγε ο Stirling στην Περσέπολη, μπορείς να την περάσεις μόνον με το κόστος του να βρεθείς εξ αιτίας του ιστορικού σεβασμού, έξω από την ιστορία.