Αρχιτεκτονικός Διαγωνισμός Ιδεών για την Αξιοποίηση και Διαμόρφωση του Χώρου Μεταξύ Λεωφ. Β. Σοφίας και Β. Κων/νου και Οδών Β. Γεωργίου και Ριζάρη



page17_01
1. Βυζαντινό Μουσείο
Κατεδάφιση υπερκατασκευής Πολεμικού ιστορικού μουσείου.
Επέκταση Βυζαντινού μουσείου στα κάτω επίπεδα του Πολεμικού μουσείου.
Νέοι χώροι Βυζαντινού μουσείου.
Α’ επίπεδο
Χώροι εκθέσεων
Αίθουσα διαλέξεων.
Βιβλιοθήκη
Γραφεία
Β’ επίπεδο
Εργαστήρια συντηρήσεως.
Αρχεία.
Αποθηκευτικός χώρος.
Εγκαταστάσεις κλιματισμού.
2. Συγκρότημα – Ωδείο – Θέατρο
Νέο θεατρικό συγκρότημα.
Μεγάλη αίθουσα 1.000 θέσεων.
Μικρές αίθουσες.
Αίθουσα ποικίλων εκδηλώσεων – εκθέσεων.
Αναψυκτήριο.
3. Επέκταση Πινακοθήκης – πτέρυγα Γλυπτικής
Χώροι εκθέσεων.
Αίθουσα περιοδικών εκθέσεων.
Αίθουσα συγκεντρώσεων προβολών.
Αυλή Γλυπτικής.
Πέρασμα κάτω από το ψηλό κτίριο της Πινακοθήκης.
4. Σύνολο Ριζαρείου
Εκκλησία Αγ. Γεώργιος.
Διατηρητέο παλαιό κτίριο – συντήρηση και μετατροπή σε παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών.
Καφενείο – καθιστικό.
5. Εστιατόριο – Αναψυκτήριο

1ο Βραβείο: αρχιτέκτονες Δ. Διαμαντόπουλος, M. Borne, Η. Η. Χατζημιχάλη Schwartz, Μ. Σαπουντζή

Γενικά στοιχεία σχετικά με τον διαγωνισμό.
Ο χώρος ορίζεται και περιβάλλεται από τις λεωφόρους Βασιλίσσης Σοφίας, Βασ. Κων/νου και την οδό Ριγγίλης, και διαχωρίζεται σε δύο οικόπεδα από την οδό Ριζάρη, α) το οικόπεδο της Ριζαρείου στην Ανατολική πλευρά με τα ερειπομένα κτήρια της σχολής και την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, β) το οικόπεδον του Δημοσίου στην Δυτική πλευρά, με το Βυζαντινό Μουσείο Ιλίσιον μέγαρο του Κλεάνθη. Το Ωδείο, την Στρατιωτική Λέσχη και την πολυκατοικία των αξιωματικών.   

Το οικόπεδο έχει έκταση 85 στρέμματα και τα κτίρια που είναι σήμερα καλύπτουν τα 12. (12.000μ2). (οι διαγωνιζόμενοι είχαν δικαίωμα να προτείνουν νέα κτίρια με κάλυψη μέχρι 5.000μ2. Το αντικείμενο του διαγωνισμού όπως καθορίζονταν στην διακήρυξη ήταν: «Διαγωνισμός ιδεών με θέμα την πολεοδομικήν μελέτην του χώρου και πρυτανεύουσα αρχή την διαμόρφωσιν χώρων ελεύθερων και πρασίνου εν συνδυασμώ με την πέριξ διαμορφωμένη κατάστασιν και την προκαταρκτικίν μελέτην κτηρίων, εντασσόμενων τυχών εν τω χώρω αυτώ και έχοντων ως λειτουργίαν εκδηλώσεις πνευματικάς και πολιτιστικάς, ως και τυχόν ένταξιν στοιχείων συμβολικών εκφράσεων». Και κατέληγε: «Εν κατακλείδι τονίζεται… ότι πρυτανεύουσα αρχή της συνθέσεως δέον να είναι διαμόρφωσις χώρων ελευθέρων και πρασίνου με ένταξιν κτιρίων υψηλής αισθητικής στάθμης ή αρχιτεκτονικών στοιχείων συμβολικών εκφράσεων… και με τάσιν ελεφρύνσεως της κτηριακής φορτίσεως μέχρι και του ελαχίστου».

Σχετικά με τα κτήρια που είναι σήμερα στον χώρο η προκύρηξη έλεγε: «Οι διαγωνιζόμενοι δέον όπως δεχθούν ως ωποχρεωτικήν την ύπαρξιν του Βυζαντινού Μουσείου και εναρμονίσουν τας προτάσεις των καταλλήλως με τον όρον της διατηρήσεως τούτου ως έχει (μετά των πτερυγών, αυλών και πυλώνων αυτού) και προβλέψεως ενδεχόμενης επεκτάσεως αυτού. Ομοίως υποχρεωτική είναι η διατήρησις του Αγίου Νικολάου «Ριζάρη» και του Αγ. Γεωργίου (χώρος Ριζαρείου Σχολής). Το Ωδείο Αθηνών και το Πολεμικόν Μουσείον θεωρούνται κατ’ αρχήν ως κτίρια, άτινα δύνανται να χρησιμοποιηθούν και να ενταχθούν εις τα προταθησόμενα υπό των διαγωνιζομένων. Δύνανται όμως ούτοι να υποβάλουν ιδέας μερικής ή ολικής αναπλάσεως αυτών ή και να καταργήσουν αυτά, αν ηδύνατο να προκύψη κάτι πληρέστερον δια την σύνθεσιν των και γενικοτέρων ευνοικόν δια την περιοχήν και την πόλιν, ώστε τελικώς να θεωρούν επιβεβλημένην την πρότασιν εναλλακτικής τυχόν λύσεως με κρισίμους επιπτώσεις δια τα ως άνω κτίρια. Εις την ελευθέραν κρίσν αυτών αφίεται η διατήρησις ή μη της στρατιωτικής λέσχης (Σαρόγλειον Μέγαρον)».
Ακόμη στην προκύρξη καθορίζονται ότι το αντικείμενο της μελέτης και των προτάσεων, δεν ήταν ο περιορισμένος χώρος του τριγώνου, αλλά και η γύρω περιοχή.
«Υπό την κρίσιν των, ομοίως, τίθεται η συνένωσις η μη των δύο οικοδομικών τετραγώνων, των αποτελούντων τον υπο’ όψιν χώρον, δι’ επικαλύψεως της οδού Ριζάρη, διατηρούμενης ενδεχομένως εις διαφορετικόν επίπεδον δια την εξυπηρέτησιν των κυκλοφοριακών αναγκών της περιοχής.
Οι διαγωνιζόμενοι, κατά την διερεύνησιν του θέματος του ως άνω διαγωνισμού, δέον όπως αντιμετωπίσουν τούτο εν συσχετίσει με την υπάρχουσαν ανάπτυξιν της ευρυτέρας περιοχής, με τα υπάρχοντα κτίρια και συγκροτήματα κτιρίων επί των οικοδομικών τετραγώνων των περιβαλλόντων τον υπ’ όψιν χώρον, τον κυκλοφοιαρόν φόρτον της περιοχής, τας ανάγκας εις χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων, διακινήσεων πεζών και εναρμονίσουν τας προτάσεις των με τον περιβάλλοντα χώρο, τον χαρακτήρα της περιοχής, την ειδικήν δι’ αυτήν νομοθεσίαν (ΦΕΚ 215/Δ/75) και την φυσικήν διαμόρφωσιν αυτού».
page17_02 page17_03 page17_04 page17_05

 

Γενικά πολεοδομικά στοιχεία του χώρου.
Ο χώρος χαρακτηρίζεται από την ένταξη του στο κέντρο της πόλης, (περίμετρο του πυρήνα του διοικητικού και εμπορικού υπερκέντρου), το πλήθος των διερχομένων (100.000 περίπου αυτοκίνητα) την επαφή του με πυκνοκατοικημένες περιοχές (Υψηλού και μέσου εισοδήματος) και βρίσκεται πάνω σε φυσικές πορείες πεζών.

page17_06 page17_07  page17_09 

Ο χώρος βρίσκεται περίπου στην περιοχή της συμβολής δύο σημαντικών, αναξιοποιήτων και κομματισμένων ζωνών, που αποτελούνται από αρχαιολογικούς χώρους, πάρκα, ελεύθερους χώρους και οικόπεδα με δημόσια, κοινόχρηστα και εκπολιτιστικά κτήρια.
Η πρώτη ζώνη ξεκινά από τους αρχαιολογικούς χώρους και καταλήγει στον Λυκαβηττό και την περιοχή του μνημείου του Ελ. Βενιζέλου, και η άλλη από την περιοχή της Πινακοθήκης μέχρι την Πανεπιστημιούπολη στους πρόποδες του Υμηττού.
Ο χώρος ανήκει στην ευρύτερη περιοχή που είχε καθορισθεί σαν περιοχή Πνευματικού κέντρου Αθηνών (έγινε σχετικός Αρχιτεκτονικός διαγωνισμός το 1959, Α’ Βραβείο Καθηγητής Δεσποτόπουλος) και που το 1972 περιορίσθηκε στον χώρο μεταξύ Λεωφ. Β. Σοφίας, Βασ. Κων/νου οδού Ριγγίλης, Β. Γεωργίου και Ριζάρη.
Η ανατολική πλευρά ανήκει ακόμα στην Ριζαρείου που στην περίοδο της δικτατορίας προσπάθησε να οικοδομήσει πολυόροφο ξενοδοχείο. Σήμερα γίνονται διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή του με άλλον χώρο ή την απαλλοτρίωση του. Ο υπόλοιπος χώρος ανήκει στο Δημόσιο.
Τα σημαντικώτερα κτίρια με πολιτιστικό χαρακτήρα που ανήκουν στον ευρύτερο χώρο μελέτης είναι: Το Βυζαντινό μουσείο, το μουσείο Μπενάκη, η Πινακοθήκη, το Ωδείο, το Ιστορικό Πολεμικό Μουσείο, το Ίδρυμα Ερευνών, το υπό κατασκευή Μέγαρο Μουσικής, η Μαράσλειος Ακαδημία και η Γεννάδιος Βιβλιοθήκη.
Όλα χαρακτηρίζονται από απομόνωση και έλλειψη αλληλοεξάρτησης και αρκετά δεν μπορούν να ανταποκριθούν σωστά στον προορισμό τους. Ο κεντρικός χώρος μελέτης με τις λεωφόρους και περιφράξεις που το περιβάλλον και την έλλειψη συγκεκριμένης πολεοδομικής πολιτικής, αντί να έχει page17_08ενταχθεί οργανικά στις γύρω κατοικημένες περιοχές και το κέντρο της πόλης, παρεμβάλλεται σαν ξένο και αδιαμόρφωτο σώμα μέσα στον page17_10πολεοδομικό ιστό.
Η περιοχή ενώ πλεονεκτεί συγκριτικά (σε πράσινο και κοινωνικό εξοπλισμό) με άλλες περιοχές της πόλης, καθόλου δεν υστερεί στην άθλια πολεοδομική οργάνωση.

Πως μπαίνει το πρόβλημα.
Το ερώτημα που βάζει ο διαγωνισμός στους μελετητές είναι, ποια διαμόρφωση στο χώρο και στην περιοχή και ποιες λειτουργίες συμβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο, στην βελτίωση, του πολεοδομικού ιστού και της ποιότητας της ζωής αναφορικά με αυτόν. Καταγράψαμε εκείνα τα πολεοδομικά προβλήματα της περιοχής, που θα μπορούσαν να αμβλυθούν, από το περιορισμένο φάσμα επεμβάσεων, που επιτρέπει ο διαγωνισμός. Έτσι διαπιστώσαμε ότι: – Λείπουν πολλές πολιτιστικές λειτουργίες, που θα πρέπει να υπάρχουν στην περιοχή του κέντρου της πόλης και ότι από όσες υπάρχουν οι περισσότερες, όπως είναι, δεν εξυπηρετούν σωστά τον προορισμό τους (που ωφείλεται και σε πολεοδομικούς και κτιριολογικούς λόγους).
page17_11Η κατανομή των λειτουργιών, που συνθέτουν, τον κοινωνικό εξοπλισμό της πόλης, είναι τυχαία και ασυνάρτητη. Δεν υπάρχει δίκτυο πεζόδρομων, που να εξυπηρετεί τις βασικές πορείες των πεζών. Δεν υπάρχουν ενοποιημένες ζώνες πράσινου, συνδιασμένες με τις παραπάνω πορείες και την κατανομή του κοινωνικού εξοπλισμού και πολιτιστικών χώρων και λειτουργιών μέσα στον πολεοδομικό ιστό, που θα συνδέονται οργανικά και με τους πνεύμονες που υπάρχουν, (ή μπορούν να διαμορφωθούν) μέσα ή γύρω από την πόλη.
Συμπερασματικά, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ένα ζωντανό και ευχάριστο περιβάλλον κατάλληλο για ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία.

Τρόπος αντιμετώπισης. Ιδεολογικό υπόβαθρο. Στόχοι.
Η ανάπλαση του χώρου και της γύρω περιοχής, θα πρέπει να γίνει με τρόπο τέτοιο, που θα αμβλυθούν τα παραπάνω προβλήματα και να δημιουργηθεί ένα πολυσήμαντο και πολυλειτουργικό περιβάλλον, που σε αντίθεση με τον κατακερματισμό της σύγχρονης πόλης, (που αντανακλά άλλα και αναπαράγει τον κατακερματισμό και την απομόνωση της καθημερινής ζωής) θα λειτουργεί σαν περιβάλλον κατάλληλο για ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία.
Μερικά από τα στοιχεία, που είναι αναγκαία, για να υπάρξει δυνατότητα επικοινωνίας είναι:
α) Ο κατάλληλος χώρος – περιβάλλον.
β) Ελεύθερος χρόνος.
γ) Κοινή γλώσσα και λόγος.
Δ) Αληθινή πληροφόρηση.
Ε) Κοινή συνείδηση (κοινωνική συνείδηση).
Πολλά από αυτά, έχουν σχέση, άμεσα ή έμμεσα με την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία. Το κατάλληλο πολεοδομικό περιβάλλον μπορεί να page17_12βοηθήσει την κοινή συνείδηση, εφ’ όσον και αυτή βοηθιέται από την κοινή γνώση, σχετικά με την ιστορία, την θρησκεία, τον μισθό, την τέχνη, την επιστήμη, την πολιτική, και την καθημερινή πραγματικότητα. Ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι εκείνο που, όλα τα παραπάνω όπως και τα κάθε λογής συμβολικά σήματα (σε συμπληρωματική και διαλεκτική σχέση μεταξύ τους) παντρεύονται φυσιολογικά με την ζωή της πόλης, βοηθώντας τους πολίτες να πλησιάσουν τις ρίζες τους και τους κοινούς τους τρόπους.
Το περιβάλλον αυτό, είναι δυναμικό, γιατί καταλύει τον κατακερματισμό της πόλης και θα πρέπει να αποτελεί στόχο σε κάθε ανάπλαση. Στην πρόταση μας θελήσαμε να μην το περιορίσωμε στον τριγωνικό χώρο, αλλά να το επεκτείνωμε οργανικά και στην γύρω περιοχή. Έτσι θελήσαμε να δημιουργήσωμε ένα πολυλειτουργικό περιβάλλον αξιοποιόντας και ολοκληρώνοντας τις λειτουργίες που ήδη υπάρχουν και έχουν θέση σ’ αυτό και προσθέτοντας στα περιορισμένα περιθώρια του διαγωνισμού όσες θεωρήσαμε απαραίτητες για να το συμπληρώσουν και να το ζωντανέψουν την ημέρα και την νύκτα. Θελήσαμε ακόμα να οργανώσουμε τον χώρο, έτσι ώστε, οι κινήσεις των πεζών που σήμερα γίνονται γύρω από αυτόν, να οδηγήσουν και να περάσουν φυσιολογικά από μέσα.

Κυκλοφορία πεζών και αυτοκινήτων.
Ρυθμιστικά για όλη την δουλειά ήταν τα κυκλοφορικά δεδομένα και οι δυνατές επεμβάσεις σ’ αυτό. Σταθμοί Μετρό προβλέπονται στην πλατεία Ρηγγίλης και το Χίλτον. Ο κόμβος του Χίλτον που σήμερα λειτουργεί σωστά, μελλοντικά, θα πρέπει να αλλάξει χάραξη, επειδή τα προγραμματισμένα κυκλοφορικά έργα όπως η Λεωφόρος Πεντέλης και η σήραγγα του Λυκαβηττού θα ανακουφίσουν την κυκλοφορία στην Λεωφ. Βασ. Σοφίας και Βασ. Κωνσταντίνου και θα επιβαρύνουν την Βασ. Αλεξάνδρου.
Η κατάργηση της οδού Ριζάρη θα ενοποιούσε τον χώρο κυκλοφοριακά και οργανικά δίνοντας την δυνατότητα στις λειτουργίες και διαμορφώσεις που η οδός Ριζάρη περιορίζει και διακόπτει να αναπτυχθούν ενοποιημένες σ’ όλον τον χώρο, κάνοντας πεζόδρομο την προέκταση της. Θα μπορούσε ακόμα να ενωθεί το δασάκι, μπροστά στην οδό Ναϊάδων, με τον κήπο του Ιδρύματος ερευνών, φτιάχνοντας ένα ευχάριστο πέρασμα της Λεωφ. Βασ. Κωνσταντίνου πίσω από την πινακοθήκη, μέσα από την Λεωφ. Μιχαλακοπούλου και η συμβολή της με την Λεωφ. Βασ. Σοφίας στο ύψος των οδών Βεντούρη και Χατζηγιάννη Μέξη, ορθογωνίζει το τρίγωνο της Ριζαρείου, το ενώνει με τον χώρο της πινακοθήκης και το μεγαλώνει με 10 στρέμματα, δίνοντας πολλαπλά πλεονεκτήματα. Κρίθηκε σωστό η βασική διαμόρφωση να ανεξαρτοποιηθεί από τις επεμβάσεις, αλλά και να είναι τέτοια που να ευνοείται και να ολοκληρώνεται από αυτές (η μια αναιρεί την άλλη). Περιοριζόμαστε στο να προτείνουμε: 1) Άλλη χάραξη του κόμβου του Χίλτον, κατάλληλη για τις μελλοντικές προβλέψεις, που μεγαλώνει τον ελεύθερο χώρο μπροστά στην πινακοθήκη. 2) Την ανισόπεδη διασταύρωση της Λ. Β. Αλεξάνδρου με την Λ. Μιχαλακοπούλου που δικαιολογείται κυκλοφοριακά και τοπογραφικά και ευκολύνει την πορεία των πεζών.
Ο χώρος σήμερα είναι αδιάβατος, οι αρτηρίες που τον περιβάλλουν παρεκλίνουν τις πορείες των πεζών, που φυσιολογικά, θα περνούσαν από αυτό. Έτσι η ενεργοποίηση του χώρου, εξαρτάται βασικά από την διαμόρφωση σωστών προσβάσεων, στα νευρολογικά σημεία που ορίζουν οι σημερινές και οι προβλεπόμενες πορείες των πεζών στην περιοχή. Στην πλατεία Ρηγγίλης και στον κόμβο του Χίλτον, σε συνδιασμό με τους σταθμούς του Μετρό προβλέπονται υπόγεια, (διαμορφωμένα σε εμπορικά κέντρα) επίπεδα πεζών που συνδέουν το Δυτικό άκρο του χώρου και την Πινακοθήκη με τα απέναντι πεζοδρόμια. Αξιοποιώντας την τοπογραφία του εδάφους, ο χώρος της Πινακοθήκης συνδέεται με διάβαση κάτω από την Λ. Β. Κωνσταντίνου (πορεία προς Ιλίσια, Πανεπιστημιούπολη, Άγαλμα Βενιζέλου), μέσα από τον κήπο γλυπτικής της πινακοθήκης. Υπερυψωμένες διαβάσεις πεζών προτείνονται στο Ίδρυμα ερευνών για την πορεία προς Παγκράτη, και στο δασάκι του Ευαγγελισμού για την πορεία προς περιοχή Λυκαβηττού.

page17_13 page17_14 page17_15 

Γενική διαμόρφωση – Κατανομή λειτουργιών.
Τα πολεοδομικά δεδομένα και οι λειτουργίες που υπάρχουν στον χώρο, προβάλλουν δύο πόλους, που κρίθηκε ότι συγκεντρώσανε προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν, (ο ένας σε συνδιασμό με το Ωδείο και το Βυζαντινό Μουσείο και ο άλλος σε συνδιασμό με την Πινακοθήκη) με συμπληρωματικά πολιτιστικά κτίρια και να δώσουν ζωή και κίνηση στον ενδιάμεσο χώρο, που μένει ελεύθερος και διαμορφώνεται με λειτουργίες, χωρίς μεγάλα κτίρια που θα έσπαζαν την συνέχεια του χώρου.
Για να μην στέκεται το κτήριο του Ωδείου, τυχαία μέσα στον χώρο και για να αποτελέσει ένα μέρος ενός ολοκληρωμένου πολυλειτουργικού Αρχιτεκτονικού συνόλου που θα οργανώνει και θα περιβάλλει ανοιχτούς χώρους, συνδιάζεται με ένα θεατρικό κέντρο που έχει λειτουργία συγγενική.
Τα νέα κτήρια, μπαίνουν σ’ επαφή με το Ωδείο για να αποτελέσουν ένα σφιχτοδεμένο σύνολο και να διαμορφώσουν μαζί με την μικρή εκκλησία, μια πλατεία με θέα στο Βυζαντινό Μουσείο και τον Λυκαβηττό, από όπου θα έχουν είσοδο.
Η πλατεία είναι κατάλληλη, για μικρές υπαίθριες θεατρικές και μουσικές εκδηλώσεις, ενώ στο θεατρικό κέντρο εντάσσονται και συμπληρωματικές λειτουργίες που θα ζωντανεύουν τον πόλο αυτό, όπως χώρος εκθέσεων, βιβλιοπωλείο με δίσκους αναψυκτήριο κ.λ.π. Το κέντρο αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί περισσότερο, αν δεν υπήρχαν περιορισμοί στην κατάλυψη. Με τον συνδιασμό μπορεί να προγραμματισθεί και η συνεχής αξιοποίηση της μεγάλης θεατρικής αίθουσας του Ωδείου.
Το θέατρο με αίθουσα 1.000 θέσεων και προωθημένη ανοιχτή σκηνή είναι κατάλληλο για το ανέβασμα του μεγαλύτερου φάσματος θεατρικών και λυρικών έργων και έχει δοκιμαστεί με επιτυχία στο νέο θεατρικό συγκρότημα του Λονδίνου.
Το Ωδείο και το θεατρικό κέντρο έχουν κοινή πρόσβαση αυτοκινήτου και κοινούς χώρους σταθμεύσεως μεταξύ των δύο κτηρίων, σε τριόροφο υπόγειο 500 θέσεων που την ημέρα μπορεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της περιοχής και των επιβατών του Μετρό.
Θεωρούμε ότι το Σαρόγλειο, που στεγάζει την Στρατιωτική λέσχη θα πρέπει να κατεδαφισθεί αν και αποτελεί ένα από τα λίγα δείγματα νέο μπαρόκ αρχιτεκτονικής στον τόπο μας. Επειδή α) Καταλαμβάνει και κλείνει την φυσική και σημαντικώτερη πολεοδομική είσοδο του χώρου, κλείνοντας συνάμα και κάθε ορατότητα προς την εσωτερική διαμόρφωση β) Η ύπαρξη του οποιουδήποτε κτιριακού όγκου στην θέση αυτή αφαιρεί την δυνατότητα να κατασκευασθεί σε συνδιασμό με το Ωδείο ένα ολοκληρωμένο αρχιτεκτονικό σύνολο που να αξιοποιεί σωστά τον χώρο.
Το Ιλίσσιον μέγαρο του Κλεάνθη είναι το σημαντικότερο μνημείο της περιοχής και στο Βυζαντινό Μουσείο είναι θησαυροφυλάκιο μιας από τις σημαντικώτερες περιόδους του Ελληνικού πολιτισμού.
page17_16Το μέγεθος και οι χώροι του είναι πολύ περιορισμένοι, συγκριτικά με τον προορισμό του, που έχει ανάγκη ένα κέντρο βυζαντινής τέχνης. Ο ζωτικός χώρος που θα επέτρεπε την επέκταση του έχει αδιάκριτα καταληφθεί από το κτίριο του Πολεμικού Ιστορικού Μουσείου. Πιθανή επέκταση από την άλλη πλευρά θα έκλεινε κάθε θέα προς αυτό. Έγινε σκέψη να χρησιμοποιηθεί το Πολεμικό μουσείο, αλλά η στοιχειώδης κατανόηση και σεβασμός της κλίμακας και του μέτρου της Βυζαντινής τέχνης, απαγορεύει την έκθεση της σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπως και να αυτό θα μπορούσε να μεταρρυθμισθεί. Προτείνομε να κατεδαφισθεί η ανωδομή του Πολ. Μουσείου και να χρησιμοποιηθούν οι υπόλοιποι χώροι αφού μεταρυθμισθούν από το Βυζαντινό Μουσείο. Η τοπογραφία της περιοχής δίνει την δυνατότητα για μια σωστή σύνδεση που πραγματοποιείται με μια ενδιάμεση αυλή εκθέσεων με οστά.
Χώροι και εγκαταστάσεις που περιλαμβάνουν τα διατηρητέα επίπεδα του Πολ. Μουσείου ταιριάζουν με μερικές από τις ανάγκες του Βυζαντινού Μουσείου, που με τον τρόπο αυτό θα συμπληρωθεί με: κλειστούς, υπαίθριους χώρους εκθέσεων, αμφιθέατρο, βιβλιοθήκη, γραφεία διοικήσεων, εργαστήρια συντηρήσεως, αρχεία και αποθήκες και σύγχρονες εγκαταστάσεις κλιματισμού.
Για το Βυζαντινό Μουσείο προτείνομε ακόμα να επεκταθεί στην δυτική πλευρά ο υπαίθριος χώρος εκθέσεων γλυπτών και να ξαναδιαμορφωθεί προσπέλαση από την μεσημβρινή πλευρά. Η απόφαση για την κατάργηση του Πολ. Μουσείου και την κατεδάφιση της αναδωμής του κτιρίου, δεν οφείλεται σε αντίρρηση σχετικά με την ένταξη της λειτουργίας αυτής μέσα στον χώρο. Αντίθετα θεωρούμε ότι μια τέτοια λειτουργία με μνήμες από τις πιο κρίσιμες στιγμές του τόπου, σωστά όμως συμπληρωμένη θα ταίριαζε στο πολυσήμαντο περιβάλλον που θέλωμε να δημιουργήσωμε.
Προτείνομε την μεταφορά του στον χώρο της σημερινής Σχολής Ευελπίδων που και Ιστορικά θα αποτελέσει κατάλληλο περιβάλλον. Διαφωνούμε για κάθε αλλαγή της χρήσης του κτιρίου του Πολεμικού Μουσείου και ειδικώτερα βρίσκουμε ατυχέστατη την ιδέα που κυκλοφορεί, να στεγαστεί εκεί ένα μουσείο, κέντρο σύγχρονης τέχνης που έχει λειτουργεία πολλαπλές ανάγκες, που όμως δεν έχουν τίποτα το κοινό με το κτίριο αυτό. Ένα τέτοιο κέντρο θα μπορούσε να προγραμματισθεί σε ένα κτίριο κοντά στην πινακοθήκη, με την προϋπόθεση της μετατόπισης του δρόμου, που θα ενοποιούσε τον χώρο. Προσωρινά προτείνουμε, η Πινακοθήκη να δεθεί οργανικά με τους γύρω χώρους και να συμπληρωθεί με αμφιθεατρική αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων και πτέρυγα γλυπτικής. Η πτέρυγα αυτή, επέκταση προς βορρά του ισογείου του μπροστινού κτιριακού όγκου, έχει σχήμα που περιβάλλει τον υπαίθριο χώρο γλυπτικής που επεκτείνεται στο οικόπεδο της Ριζαρείου, με γλυπτά, τοποθετημένα, σε διαλεγμένες θέσεις που θα οδηγούν την πορεία των πεζών και θα ορίζουν στάσεις. Ανάμεσα στους δύο πόλους που περιγράψαμε, βάζομε λειτουργίες συμπληρωματικές μοιρασμένες στο χώρο έτσι ώστε, με εναλλαγές εντυπώσεων ερεθίσματα και ενδιαφέροντα, να οδηγούν την πορεία των πεζών και να διαμορφώνουν στάσεις. Στην πρώτη φάση του έργου και να τελικά διατηρηθεί ο οδός Ριζάρη, τα δύο οικόπεδα θα συνδεθούν με υπερυψωμένη διάβαση. Σε προέκταση της πλατείας του θεάτρου διαμορφώνουμε μια μεγάλη λίμνη, σε συνδιασμό με ένα εστιατόριο. Πιστεύομε, ότι εάν συντηρείται σωστά θα αποτελέσει ευχάριστο και ελκυστικό περιβάλλον, στην πόλη που κάποτε διασχίζονταν από ποτάμια και τώρα είναι τελείως ξερή.
Στο οικόπεδο της Ριζαρείου, η εκκλησία, το κοντινό σ’ αυτή κτίριο και η μεταξύ τους αυλή είναι ένα σύνολο που πρέπει να διατηρηθεί και αξιοποιηθεί. Προτείνομε το κτίριο αφού συντηρηθεί και μεταρρυθμισθεί να γίνει παράρτημα της Α.Σ.Κ.Τ. εντευκτήριο και χώρος εκθέσεων των σπουδαστών. Το παραπάνω σύνολο συμπληρώνεται με δύο νέα μικρά κτίσματα, στο πέρασμα του πεζόδρομου που οδηγεί στην Πινακοθήκη, καφενείο – καθιστικό που συνδιάζεται με την διαμόρφωση του υπαίθριου χώρου σε καθιστικό και παιχνιδότοπο. Θέλωμε η κηποτεχνία, να βασιστεί σε έντονο πλασμό του εδάφους, που ορίζει πορείες και στάσεις, διαμορφώνει χώρους, συνδιάζεται με τα κτίρια, προσφέρεται για τις διαβάσεις των πεζών πάνω και κάτω από τους δρόμους και απομονώνει τον χώρο οπτικά και ακουστικά όπου είναι επιθυμητό. Το ανεβοκατέβασμα στην κίνηση του περαστικού εναλάσσει τις οπτικές γωνίες και στα υψώματα ελευθερώνει το οπτικό πεδίο, έτσι ώστε, να γίνεται αντιληπτή ο οργάνωση του χώρου. Ο πλασμός αυτός θα συνδιασθεί με εναλλαγές υψηλού, χαμηλού, πυκνού και αραιού πρασίνου με τον χαρακτήρα του Αττικού τοπίου.

Προτάσεις για την ανάπλαση της γύρω περιοχής.
Οι προτάσεις που κάνωμε έχουν σκοπό να ενοποιήσουν και αξιοποιήσουν καλύτερα τις ζώνες στις ευρύτερες περιοχές που έχουν ελεύθερους κοινόχρηστους και πολιτιστικούς χώρους, έτσι ώστε να συντεθεί ένα οργανικό πλέγμα με λειτουργίες πολιτιστικές και αναψυχής μέσα στη ζωή της πόλης, που θα καλυτερέψει την ποιότητα του πολεοδομικού περιβάλλοντος. Για την ανεμπόδιστη πορεία μέχρι το μοναστηράκι και τους αρχαιολογικούς χώρους προτείνομε: Να γίνει πεζόδρομος η οδός Μουρούζη. Η Πυροσβεστική υπηρεσία να μοιρασθεί σε υποσταθμούς, μέσα στην πόλη και το οικόπεδο της να αξιοποιηθεί για πολιτιστικές λειτουργίες.
Να μετωπισθεί το κάγκελλο του Εθνικού κήπου προς τα μέσα, έτσι ώστε η κίνηση των πεζών να απομονώνεται με μια ζώνη πράσινου από τα αυτοκίνητα.
Να ενωθεί με υπόγεια διάβαση (σε συνδιασμό με το Μετρό) ο χώρος του Αγνώστου στρατιώτη με το Σύνταγμα και το Σύνταγμα με την Ερμού, που μελετάται να γίνει πεζόδρομος. Στο Σύνταγμα μπορεί να λειτουργεί ένα κέντρο ενημέρωσης όπως και οθόνη προβολής των συνεδριάσεων της Βουλής. Με αρχιτεκτονικό διαγωνισμό να μελετηθεί η καλύτερη αξιοποίηση του Εθνικού κήπου, έτσι ώστε χωρίς να θίγει το πράσινο, να εξυπηρετεί μεγαλύτερο μέρος του ενεργού πληθυσμού.
Στην πλατεία Ρηγγίλης, να αξιοποιηθούν τα νεοκλασικά κτίρια. Η οικία Σταθάτου του Τσίλλερ να γίνει Μουσείο Νεοκλασικής Αρχιτεκτονικής. Προς την περιοχή του Λυκαβηττού: Στην περιοχή αυτή όπως και σε όλη την πόλη να μελετηθεί πλέγμα πεζόδρομων που να συνδέει τις κατοικίες με τους κοινόχρηστους χώρους και τα πράσινα. Σε αυτούς θα μαζευθούν κλειστές και ανοιχτές λειτουργίες που χρειάζονται και το ύπαιθρο, καφενεία, χώροι αναψυχής, με υπαίθρια καθιστικά, παιχνιδότοπους, υπαίθριες εκκλησίες κ.λ.π.
Η πόλη θα βρεί λίγη ανθρώπινη κλίμακα. Ενδεικτικά προτείνουμε την Λουκιανού (πορεία προς τον Λυκαβηττό) και την Υψηλάντου. Το άλσος του Ευαγγελισμού να αναμορφωθεί σε συνδιασμό με την υπόγεια και υπερυψωμένη διάβαση που θα το συνδέει με τον χώρο της Ριζαρείου.
Εκεί είναι η καταλληλώτερη κυκλοφοριακά θέση, για την κατασκευή μεγάλου υπόγειου γκαράζ που θα συνδιάζεται με το Μετρό και θα εξυπηρετεί το Χίλτον την Πινακοθήκη, τα Νοσοκομεία κ.λ.π. Προτείνομε να κατασκευασθεί κάτω από το ασφαλτοστρωμένο σήμερα κατάστρωμα της Υψηλάντου και από μια δεκαπεντάμετρη λουρίδα του άλσους, ένα στενόμακρο γραμμικό τριόροφο γκαράζ 900 θέσεων.
Στην περιοχή αυτή θα πρέπει να μελετηθεί η πορεία μέχρι το Δάσος του Λυκαβηττού που θα πρέπει να διαμορφωθεί σαν τόπο αναψυχής και πολιτιστικών εκδηλώσεων. Θα πρέπει ακόμα να καταργηθούν στον Ευαγγελισμό το Μαράσλειο, το 401 Σ.Ν. την Αρχαιολογική σχολή και την Γενάδιο Βιβλιοθήκη, οι κάθε λογής περιφράξεις που απομονώνουν τα κτίρια και το πράσινο από την κίνηση των περαστικών. Τα νοσοκομεία Συγγρού, Αρεταίειο – Αιγινήτειο, πρόκειται να μεταφερθούν τα οικόπεδα τους όπως και όσα κτίρια μπορούν να μεταρρυθμισθούν θα πρέπει να μεθοδεύει μακρόχρονα και για τις εγκαταστάσεις του Ευαγγελισμού.
Στην περιοχή του μνημείου του Βενιζέλου θα πρέπει να απαλλοτριωθούν και αξιοποιηθούν: Τα οικόπεδα της πολυκατοικίας των αξιωματικών, πίσω από το Μέγαρο Μουσικής και του Μ.Τ.Π.Υ. πίσω από την Αμερικάνικη πρεσβεία. Τέλος δίπλα στην πρεσβεία στον χώρο του Ε.Α.Τ./Ε.Σ.Α. να διατηρηθούν σαν μνημεία τα οικήματα όπου βασανίστηκε ο Ελληνικός Λαός από «Έλληνες» στην διάρκεια της δικτατορίας.

4ο Βραβείο: αρχιτέκτονες Ανδρέας Συμεών, Αλέξανδρος Κολλάρος, Σάββας Κονταράτος, Αναστασία Βοϊβόνδα Κυκλοφοριολόγος Μηχανικός: Ιωάν. Φραντζεσκάκη

ΒΑΣΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ
Ο Λειτουργικός και Αισθητικός Χαρακτήρας του Έργου
Από την ανάλυση της υφιστάμενης καταστάσεως, προκύπτει καθαρά ότι ο χώρος μελέτης κατέχει μια στρατηγική θέση ως προς το σύστημα πολιτιστικών λειτουργιών ανώτερου βαθμού και το πλέγμα ελεύθερων χώρων και πρασίνου της κεντρικής περιοχής της Πρωτεύουσας, τα οποία παρουσιάζονται ιδιαίτερα ενισχυμένα στην ευρύτερη γύρω από τον χώρο περιοχή. Η διαπίστωση αυτή επικυρώνει την ορθότητα της αρχής που έθετε η Διακήρυξη για την αντιμετώπιση του θέματος, υποδεικνύοντας την διαμόρφωση «χώρων ελεύθερων και πρασίνου εν συνδυασμώ με την πέριξ διαμορφωμένη κατάστασιν» και την ένταξη ενδεχομένως σε αυτούς «κτιρίων…εχόντων ως λειτουργίας εκδηλώσεις πνευματικάς κι πολιτιστικάς». Το ζήτημα ήταν όμως ως ποιο βαθμό έπρεπε να κυριαρχήσει η μια ή η άλλη χρήση και τι χαρακτήρα έπρεπε να πάρουν οι αντίστοιχοι χώροι ώστε να εναρμονίζονται μεταξύ τους και με το ευρύτερο περιβάλλον τους.
Η ίδια η Διακήρυξη, τόσο με τον τρόπο που διατυπώνεται την αρχή που έπρεπε να πρυτανεύσει στη μελέτη όσο και με τους περιορισμούς εκμεταλλεύσεως που έθετε, αποκλείει τη μια ακραία λύση: τη δημιουργία δηλαδή στον διαθέσιμο χώρο ενός μεγάλου κτιριακού συγκροτήματος στο οποίο θα συγκεντρώνονται διάφορα ιδρύματα πολιτιστικού προορισμού και το οποίο θα λειτουργούσε ως το κύριο «πνευματικό κέντρο» της πόλεως.
Από την άλλη μεριά όμως οι μελετητές απέκλεισαν και την άλλη ακραία λύση: τη δημιουργία ενός τυπικού άλσους με εγκατεσπαρμένα τα διάφορα διατηρούμενα κτίσματα. Και τούτο γιατί καταρχήν ένα τέτοιο άλσος δεν θα είχε νόημα σε μια κεντρική αστική περιοχή που πλαισιώνεται ήδη από τόσο σημαντικούς χώρους πρασίνου, όπως ο Εθνικός Κήπος με τον συνεχόμενο κήπο του Ζαππείου, το άλσος του Συγγρού, και ο λόφος του Λυκαβητού. Οι πνεύμονες αυτοί πρασίνου παραμένουν βέβαια, όπως ήδη τονίστηκε, μάλλον απομονωμένοι, και στη διασύνδεση τους ο χώρος μελέτης μπορεί πράγματι να παίζει λόγω της θέσεως του αποφασιστικό ρόλο. Αυτή όμως η διασύνδεση δεν είναι απαραίτητο να γίνει μέσο μιας πυκνά δενδροφυτευμένης εκτάσεως με τους συνηθισμένους δρόμους περιπάτου, μέσα στην οποία θα βρίσκονται κάπως συμπτωματικά και ορισμένα πολιτιστικά ιδρύματα. Αντίθετα, μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστικότερα, μόνο αν ο χώρος μελέτης, χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του ελεύθερου βασικά χώρου, ενεργοποιηθεί ως κέντρο και του ευρύτερου πλέγματος πολιτιστικών λειτουργιών της περιοχής, κέντρο που με τη ζωντάνια του θα ασκούσε σημαντική έλξη στους κατοίκους των γειτονικών συνοικιών αλλά και ολόκληρης της πόλεως.
Ακολουθώντας αυτές τις σκέψεις, οι μελετητές επέλεξαν ως βασική ιδέα της προτάσεως τους τη δημιουργία ενός «πολιτιστικού άλσους» ενός χώρου δηλαδή ελεύθερου ο οποίος, χωρίς να στερείται από το αναγκαίο πράσινο, θα έχει μια υφή σαφώς αστική που θα του επιτρέψει να αποτελέσει, λειτουργικά και σημασιολογικά, ένα ενεργό στοιχείο της πνευματικής ζωής της πόλεως. Η υλοποίηση αυτής της ιδέας προϋποθέτει ότι ο χώρος μελέτης θα αξιοποιηθεί με την ένταξη σε αυτόν ειδικά επιλεγμένων λειτουργιών, ικανών να τον καταστήσουν κέντρο ζωντανών πολιτιστικών δραστηριοτήτων, και θα διαμορφωθεί σαν ένα σαφώς αρχιτεκτονημένο σύνολο, με πλαστική έκφραση που θα ανταποκρίνεται στον δυναμικό χαρακτήρα του έργου χωρίς να έρχεται σε σύγκρουση με τα στοιχεία του δημιουργημένου ήδη περιβάλλοντος.

Επιλογή και Χωροθέτηση Λειτουργιών
Προκειμένου να προχωρήσουν στην επιλογή των λειτουργιών που θα εναρμονίζονταν με τη βασική τους ιδέα, οι μελετητές σκέφτηκαν να αξιολογήσουν θετικά όσες πολιτιστικές λειτουργίες:
α. παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον αλλά και μορφωτική αξία για το ευρύτερο κοινό και ιδιαίτερα τους νέους.
β. έχουν αμεσότερη σχέση με τη σύγχρονη, ζωντανή πραγματικότητα,
γ. προσφέρουν ευκαιρίες για την ανάπτυξη δημιουργικών πρωτοβουλιών,
δ. παρουσιάζουν ενεργητικότερο χαρακτήρα ή ανανεούμενο ενδιαφέρον,
ε. δεν απαιτούν αγχώδεις κτιριακές εγκαταστάσεις, ασυμβίβαστες με την κλίμακα του χώρου,
ζ. μπορούν να ενταχθούν σε χώρους όχι απόλυτα εξειδικευμένους, αλλά ικανούς να στεγάσουν εναλλακτικά και άλλες συναφείς δραστηριότητες.
Με βάση τα κτήρια αυτά, οι μελετητές προσπάθησαν πρώτα πρώτα να αξιολογήσουν τις λειτουργίες που ήδη στεγάζονται στον χώρο μελέτης, αλλά και εκείνες που έχουν κατά καιρούς προταθεί για εγκατάσταση σε αυτόν. Ταυτόχρονα, σκέφτηκαν να διερευνήσουν τις δυνατότητες εγκαταστάσεως ή μεταφοράς σε άλλες θέσεις των λειτουργιών που θα έπρεπε να αποκλειστούν ή να απομακρυνθούν από τον χώρο μελέτης, ώστε οι προτάσεις τους να είναι πιο ολοκληρωμένες. Τελικά έφτασαν στα ακόλουθα συμπεράσματα.
Το Βυζαντινό Μουσείο πρέπει να παραμείνει στη θέση του, σύμφωνα και με τους όρους της Διακηρύξεως, αλλά χρειάζεται οπωσδήποτε να επεκταθεί, δεδομένου ότι οι χώροι του είναι ήδη ανεπαρκείς, ενώ από την άλλη μεριά θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για τον εμπλουτισμό των συλλόγων του.
Το Πολεμικό Μουσείο, παρά το ενδιαφέρον που έχουν οι συλλογές του, δεν δικαιολογεί την ύπαρξη του σ’ αυτή τη θέση. Το κτίριο του όμως, που διαθέτει εύκαμπτους εκθεσιακούς χώρους 2.600 τμ. Περίπου, αίθουσα διαλέξεων για 400 άτομα, μικρό χώρο βιβλιοθήκης, εργαστήρια, αποθήκες, γραφεία, καθώς και αξιόλογους υπαίθριους χώρους, προσφέρεται θαυμάσια για την εγκατάσταση ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, που η ίδρυση του αποτελεί βασικό αίτημα των Ελλήνων καλλιτεχνών. Το μουσείο αυτό θα έπρεπε βεβαίως να αποκτήσει διαφορετικό χαρακτήρα από τη γειτονική Εθνική Πινακοθήκη, όχι μόνο με το είδος και τον τρόπο παρουσιάσεως των εκθεμάτων του, αλλά και με την οργάνωση διαφόρων εκδηλώσεων που θα το καθιστούν ζωντανό κέντρο επαφής του κοινού με τις σύγχρονες εικαστικές τέχνες. Αντίθετα, οι συλλογές του Πολεμικού Μουσείου θα εύρισκαν μια ιδανική θέση στο νεοκλασικό κτίριο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, η οποία σύντομα θα μεταφερθεί στις νέες εγκαταστάσεις της που χτίζονται στη Βάρη.
Η Στρατιωτική Λέσχη δε αποτελεί κατά κανόνα τρόπο λειτουργία εναρμονιζόμενη με τον προορισμό του χώρου και θα πρέπει να μεταφερθεί. Το Σαρόγλειο Μέγαρο, στο οποίο είναι σήμερα εγκατεστημένη, λόγω της παλαιότητας και του κατακερματισμού των χώρων του, δεν προσφέρεται για τη στέγαση άλλων δραστηριοτήτων. Μια και επιπλέον δεν παρουσιάζει ως κτίριο κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, σκόπιμο θα ήταν να κατεδαφιστεί ώστε να ελευθερωθεί ο χώρος από μια ελάχιστα χρήσιμη και οπωσδήποτε ενοχλητική κτιριακή μάζα.
Το Ωδείο Αθηνών (Μουσική Ακαδημία) αποτελεί βασικά μια ειδική σχολή που μάλλον δεν θα είχε τη θέση της στο κεντρικό αυτό σημείο της πόλεως. Το κτίριο του ωστόσο, εκτός από τους χώρους διδασκαλίας και τα γραφεία, διαθέτει αίθουσα συναυλιών για 800 άτομα, αίθουσα μουσικής δωματίου, μικρό χώρο εκθέσεων, βιβλιοθήκη κι ένα αμφιθέατρο καθιστικό με δυνατότητες πολλαπλής χρήσεως. Αν επομένως το Ωδείο, αξιοποιώντας σωστά τους χώρους αυτούς, λειτουργήσει, όπως θα έπρεπε, όχι απλώς σαν σχολή αλλά και σαν ένα ζωντανό κέντρο μουσικών εκδηλώσεων, ανοιχτό στο ευρύτερο κοινό, η διατήρηση του δικαιολογείται απόλυτα.
Κάποτε είχε προταθεί η δημιουργία στον χώρο μελέτης ενός κέντρου συνεδριάσεων. Είναι όμως προφανές ότι μια τέτοια λειτουργία με τις απαιτήσεις της σε χώρους θα εξαντλούσε τα περιθώρια εκμεταλλεύσεως των γηπέδων και θα οδηγούσε σ’ ένα ογκώδες συγκρότημα, ενώ από την άλλη μεριά δεν θα πρόσφερε τίποτε στο ευρύτερο κοινό της Πρωτεύουσας.
Στο παρελθόν επίσης είχε ληφθεί απόφαση για την οριστική εγκατάσταση στον χώρο μελέτης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και έχει μάλιστα εκπονηθεί η σχετική κτιριακή μελέτη. Είναι όμως γνωστό ότι το λυρικό θέατρο, έχοντας διατηρήσει λίγο πολύ την παραδοσιακή μορφή του, προσελκύει σήμερα μια πολύ περιορισμένη μερίδα του κοινού. Επιπλέον, απαιτεί απόλυτα εξειδικευμένες και ογκώδεις κτιριακές εγκαταστάσεις. Για τους λόγους αυτούς η εγκατάσταση της Λυρικής Σκηνής σ’ ένα τόσο ζωτικό για την πόλη χώρο θα πρέπει να αποκλειστεί.
Πρόσφατα, τέλος, ο χώρος μελέτης συζητήθηκε για την πιθανή εγκατάσταση ενός νέου Κτιριακού Θεάτρου και ενός νέου κτιρίου Εθνικής Βιβλιοθήκης. Για την τελευταία είναι πράγματι γνωστό ότι δεν μπορεί πια να εξυπηρετηθεί στο παλαιό νεοκλασικό κτίριο της οδού Πανεπιστημίου και ότι οι δυναμικότερες λειτουργίες της θα απαιτούσαν ένα σύγχρονο, μεγάλο κτίριο. Ένα τέτοιο κτίριο θα ήταν όμως δύσκολο να ενταχθεί στον χώρο μελέτης, και λόγω μεγέθους και λόγω ειδικού προορισμού. Μια μεγάλη Εθνική Βιβλιοθήκη εξυπηρετεί κυρίως τις ανάγκες ερευνητών και σπουδαστών από τη φύση της αποθαρρύνει την προσέλευση του ευρύτερου κοινού, όσο κι αν παραμένει ανοιχτή σ’ αυτό. Η καταλληλότερη πιθανώς θέση για την ανέγερση του νέου μεγάρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή μελέτης συγκεκριμένα στον χώρο που κατέχει σήμερα το νοσοκομείο του Συγγρού.
Η ιδέα του νέου Κρατικού Θεάτρου απασχόλησε ιδιαίτερα τους μελετητές. Το θέατρο παραμένει μια από τις σημαντικότερες και ζωντανότερες εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής ενός τόπου, με υψηλή παιδευτική αξία, που δεν θα ήθελαν να αποκλείσουν από τον χώρο μελέτης. Από την άλλη μεριά ένα κρατικό θέατρο κινδυνεύει πάντα να πάρει τον χαρακτήρα ενός επίσημου, κλειστού οργανισμού, που περιορίζεται στη χρησιμοποίηση ενός μόνιμου θιάσου και ορισμένων επίλεκτων συνεργατών. Τελικά, οι μελετητές κατέληξαν στην άποψη ότι πρέπει να εντάξουν στον χώρο μελέτης μια αίθουσα χωρητικότητας 900-1200 θέσεων, σωστά εξοπλισμένη για παραστάσεις θεάτρου πρόζας και ικανή να εξυπηρετήσει διάφορες σκηνοθετικές αντιλήψεις. Μια τέτοια αίθουσα, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη χρησιμοποίηση της από κάποιο μόνιμο θεατρικό οργανισμό, θα έπρεπε να προσφέρεται για την φιλοξενία ξένων θιάσων, ελληνικών θιάσων της επαρχίας, αλλά και διαφόρων άλλων έκτακτων εκδηλώσεων (χορευτικών παραστάσεων, διαλέξεων, δημοσίων συζητήσεων κλπ). Η κατάλληλη θέση για το θέατρο αυτό θα ήταν κοντά στο Ωδείο Αθηνών, που διαθέτει ανάλογη θέση, αλλά για μουσικές ειδικά εκδηλώσεις, ώστε μαζί να αποτελέσουν ολοκληρωμένο και ζωντανό κέντρο θεατρικών, μουσικών, χορευτικών και άλλων συναφών εκδηλώσεων. Σε συνδυασμό με το κλειστό αυτό θέατρο, οι μελετητές σκέφτηκαν να προτείνουν και ένα ανοιχτό θέατρο, ώστε ορισμένες εκδηλώσεις που δεν έχουν υψηλές απαιτήσεις ακουστικής να μπορούν να συνεχίζονται και στους θερινούς μήνες.
Μια άλλη λειτουργία που οι μελετητές έκριναν σκόπιμο να περιλάβουν στο πρόγραμμα τους, ήταν ένα μικρό κέντρο και μουσείο εφαρμοσμένων τεχνών για την παρουσίαση αντιπροσωπευτικών προϊόντων χειροτεχνίας και βιομηχανικής μορφολογίας με μόνιμες και, κυρίως, περιοδικές εκθέσεις. Το κέντρο αυτό θα ήταν φυσικό να βρει τη θέση του κοντά στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
Η ιδέα, τέλος, που από την αρχή κυριάρχησε στη σκέψη των μελετητών, ήταν η δημιουργία ενός κέντρου πολιτιστικής ενημερώσεως και επικαιρότητας που θα αποτελούσε το κύριο σημείο έλξεως του «πολιτιστικού άλσους». Το κέντρο αυτό θα δρούσε ως καταλύτης για την ενεργοποίηση των πολιτιστικών ενδιαφερόντων του ευρύτερου κοινού, παρέχοντας του πληροφορίες για την τρέχουσα ελληνική και ξένη πολιτιστική πραγματικότητα, προσφέροντας του ευκαιρίες εμπλουτισμού των γνώσεων και των εμπειριών του, προκαλώντας το να συμμετέχει στο όλο κύκλωμα πολιτιστικών δραστηριοτήτων που θα αναπτύσσονται στο «άλσος» ή την ευρύτερη περιοχή του. Ένα τέτοιο κέντρο, που θα έπρεπε να είναι «ανοιχτό» στο κοινό, θα μπορούσε να περιλαμβάνει: άνετους και ευέλικτους χώρους για περιοδικές εκθέσεις ποικίλου περιεχομένου που δεν θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν στους άλλους εκθεσιακούς χώρους μικρή βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο όπου, θα έβρισκε κανείς τα ελληνικά και ξένα ημερήσια και περιοδικά έντυπα, βιβλία γενικότερου ενδιαφέροντος και μάλλον πρόσφατης εκδόσεως, βιβλιογραφικούς οδηγούς, ευκολίες ενημερώσεως με οπτικοακουστικά μέσα μια αίθουσα για προβολές κινηματογραφικών ταινιών μορφωτικού περιεχομένου ή ειδικού καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος χώρους συζητήσεων. Στο κέντρο αυτό η πολύ κοντά του θα μπορούσαν τέλος να ενταχθούν ένα εστιατόριο, ένα αναψυκτήριο, μικρά καταστήματα (βιβλία, δίσκοι κλπ) και ακόμη ένας νηπιακός σταθμός για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών που θα έρχονταν με μικρά παιδιά. Το όλο συγκρότημα θα μπορούσε να αναπτυχθεί στο ανατολικό γήπεδο σε συνδυασμό με ελεύθερους χώρους που θα το καθιστούν ελκυστικότερο.

Αρχιτεκτονική Οργάνωση και Πλαστική Έκφραση
Διερευνώντας τις ανάγκες σε νέους χώρους για την εγκατάσταση των προσθέτων λειτουργιών που πραγματικά επέλεξαν, οι μελετητές διαπίστωσαν ότι, για να δημιουργηθούν οι απαιτούμενες στεγασμένες επιφάνειες, θα έπρεπε να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια εκμεταλλεύσεως σε υπέργειους χώρους που παρέχουν οι όροι της Διακηρύξεως. Μια τέτοια λύση θα ήταν βέβαια απαράδεκτη γιατί θα οδηγούσε σε τριόροφα ογκώδη κτίρια με ελάχιστες δυνατότητες ογκοπλαστικού διαφορισμού τους. Από την άλλη όμως μεριά οι μελετητές δεν ήθελαν να μειώσουν το πρόγραμμα λειτουργιών που επέλεξαν, πιστεύοντας ότι αυτές είναι λίγο πολύ απαραίτητες για το ζωντάνεμα ενός άλσους με αστικό χαρακτήρα. Τελικά, σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν ένα μέρος της επιτρεπόμενης εκμεταλλεύσεως σε υπόγειους χώρους, για την ένταξη διαφόρων λειτουργιών κάτω από τις κύριες στάθμες διαμορφώσεως του χώρου φυσικός φωτισμός και αερισμός θα μπορούσαν, όπου είναι απαραίτητο, να εξασφαλίσουν από τις ελεύθερες πλευρές των χώρων προς τις χαμηλότερες λόγω κλίσεων στάθμες ή από βυθισμένες εσωτερικές αυλές.
Τη λύση αυτή, οι μελετητές αποφάσισαν τελικά να την υιοθετήσουν όχι μόνο επειδή παρέχει τη δυνατότητα άνετης εντάξεως των προγραμματισμένων λειτουργιών στο χώρο μελέτης, αλλά και επειδή, στις συγκεκριμένες συνθήκες αυτού του χώρου, παρουσιάζει τα ακόλουθα λειτουργικά και πλαστικά πλεονεκτήματα:
α. Περιορίζει στο ελάχιστο την ανάγκη για υπέργεια κτίσματα συμβατικής μορφής και επομένως αφήνει πιο ελεύθερο τον χώρο στα επίπεδα κινήσεως των πεζών, αφού τα δωμάτια των υπογείων κατασκευών μπορούν να διαμορφωθούν σε επιφάνειες βατές και φυτεμένες.
β. Μειώνει τα προβλήματα μορφολογήσεως όψεων σε πρόσθετους κτιριακούς όγκους, προβλήματα μάλλον δυσεπίλυτα σε ένα περιβάλλον με εγκατεσπαρμένα κτίρια ετερόκλιτης πλαστικής εκφράσεως.
γ. Ευνοεί την αντιπαράθεση στις προεξέχουσες από το έδαφος μάζες των υφιστάμενων κτιρίων μιας κοίλης αρχιτεκτονικής, βυθισμένης στο έδαφος, ώστε όλος ο χώρος να αποκτήσει ένα ιδιαίτερο πλαστικό ενδιαφέρον.
δ. Επιτρέπει τη δημιουργία εσωστρεφών αρχιτεκτονικών συνόλων, προστατευμένων από τις ακουστικές αλλά και οπτικές οχλήσεις που δημιουργεί η γύρω κυκλοφορία.
ε. Δίνει την ευκαιρία για μια συναίρεση των στοιχείων διαμορφώσεως του εδάφους με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία των νέων κτιριακών κατασκευών σε μια ολοκληρωμένη και ενδιαφέρουσα πλαστική ενότητα.
Προσπαθώντας να αξιοποιήσουν αυτές τις ιδέες όσο γίνεται καλύτερα, οι μελετητές οδηγήθηκαν τελικά σε μια λύση όπου οι περισσότερες νέες κτιριακές ενότητες αποτελούν ουσιαστικά μέρος της διαμορφώσεως του ελεύθερου χώρου και όπου η μόνη ισχυρά προεξέχουσα πρόσθετη κτιριακή μάζα είναι ο πρισματικός όγκος του κλειστού θεάτρου και τοποθετείται στην περίμετρο του χώρου και αντιπαρατίθεται δυναμικά στον αυστηρά παραλληλεπίπεδο όγκο του Ωδείου.

Συνοπτική Περιγραφή της Προτεινόμενης Λύσεως
Η προτεινόμενη λύση διαμορφώσεως του χώρου βασίζεται στη μερική γεφύρωση της οδού Ριζάρη και στη δημιουργία ενός βασικού πεζόδρομου που διασχίζει τον όλο χώρο από Δ. προς Α. Ο πεζόδρομος αυτός που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της όλης συνθέσεως, συνδέεται με δύο πεζογέφυρες που οδηγούν η μια στον κήπο του Ευαγγελισμού, περνώντας πάνω από την λεωφόρο Β. Σοφίας, και η άλλη προς το χώρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και το αλσύλιο που βρίσκεται ανατολικότερα, περνώντας πάνω από τη λεωφόρο Β. Κωνσταντίνου και την οδό Ριζάρη. Με διάφορους δευτερεύοντες πεζόδρομους ο βασικός αυτός άξονας συνδέεται επίσης με τα γύρω πεζοδρόμια σε διάφορα επίκαιρα σημεία, όπου υπάρχουν ισόπεδες διαβάσεις πεζών.
Το κτίριο του Ωδείου Αθηνών και η διαμόρφωση του χώρου στη νότια πλευρά του διατηρούνται όπως έχουν. Προς Β. βρίσκονται τοποθετημένα το κλειστό και το υπαίθριο θέατρο. Το κλειστό θέατρο, μισοβυθμισμένο στο έδαφος, έχει δύο προσπελάσεις, μια από την πλευρά της οδού Ρηγίλλης και μια άλλη, στη ψηλότερη στάθμη, από το εσωτερικό του χώρου. Στα βόρεια του κλειστού θεάτρου έχει δημιουργηθεί το κοίλο του υπαίθριου θεάτρου, προσπελάσιμο βασικά από το κέντρο του χώρου, αλλά και από τα διάφορα σημεία της περιμέτρου του.
Το συγκρότημα του Βυζαντινού Μουσείου διατηρείται και αυτό όπως έχει, αλλά στη βορειοδυτική γωνία του δημιουργείται μια νέα ισόγεια πτέρυγα σε σχήμα Γ που περιβάλλει ένα αίθριο. Το υφιστάμενο κτιριακό κέντρο αποκτά είσοδο και από τη νότια πλευρά, ώστε να είναι εύκολα προσπελάσιμο και από το εσωτερικό του χώρου.
Το κτίριο του Πολεμικού Μουσείου διατηρείται και αυτό χωρίς ουσιαστικές οικοδομικές μεταβολές, προβλέπεται όμως αλλαγή της χρήσεως του συγκεκριμένα, προτείνεται να στεγάσει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, καθόσο οι χώροι του κρίνονται απόλυτα επαρκείς και κατάλληλοι γι’ αυτή τη νέα λειτουργία. Στη νότια πλευρά του Μουσείου και σε στάθμη λίγο ψηλότερη από τη στάθμη της ταράτσας του υπογείου του δημιουργείται ένας ελεύθερος, δενδροφυτεμένος χώρος που μπορεί να χρησιμεύσει, μαζί με την ταράτσα, για την παρουσίαση γλυπτικών έργων.
Στα νότια του συγκροτήματος Βυζαντινού Μουσείου – Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης τοποθετείται το μικρό Κέντρο και Μουσείο Εφαρμοσμένων Τεχνών. Οι χώροι του αναπτύσσονται σε δύο στάθμες γύρω από ένα εσωτερικό αίθριο. Το κτίριο αυτό είναι βασικά βυθισμήνο, ώστε το δώμα των χώρων του που βρίσκονται στην ανώτερη στάθμη να είναι βατό και συνεχόμενο με τον γύρω ελεύθερο χώρο.
Στο κέντρο του ανατολικού γηπέδου διατάσσονται σε τρεις στάθμες οι χώροι του Κέντρου Πολιτιστικής Ενημερώσεως και Επικαιρότητας. Το όλο συγκρότημα είναι ουσιαστικά βυθισμένο και αναπτύσσεται ελεύθερα, με τα διάφορα επίπεδα του κλιμακωμένα προς το εσωτερικό, γύρω από ένα είδος πλατείας. Στην ανώτερη στάθμη, με απευθείας προσπέλαση από τη γωνία Β. Σοφίας και Ριζάρη αλλά και από τον εσωτερικό βασικό πεζόδρομο, τοποθετείται η αίθουσα επικαιρότητας που χρησιμεύει και ως κύρια είσοδος. Η αίθουσα αυτή προεκτείνεται προς Ν. στο εστιατόριο και προς Α. σε μια σειρά μικρών καταστημάτων. Στην αμέσως κατώτερη στάθμη διατάσσονται η αίθουσα εκθέσεων, η βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο και τα γραφεία διοικήσεως, ενώ στην απέναντι πλευρά, σε κάπως ανεξάρτητη πτέρυγα, τοποθετούνται ένα αναψυκτήριο και ο νηπιακός σταθμός. Στο κατώτερο, τέλος, επίπεδο, γύρω από την εσωτερική αυλή, βρίσκονται η προέκταση της αίθουσας εκθέσεων σε δεύτερη προς τα κάτω στάθμη μαζί με τους βοηθητικούς της χώρους, το βιβλιοστάσιο της βιβλιοθήκης μαζί με τους χώρους οπτικοακουστικής ενημερώσεως, και η αίθουσα κινηματογραφικών προβολών. Η εσωτερική αυλή, σε άμεση επαφή με τη χαμηλότερη αίθουσα εκθέσεων, μπορεί να χρησιμεύσει για την παρουσία γλυπτικών έργων ή και προσωρινών καλλιτεχνικών κατασκευών μεγαλύτερης κλίμακας. Μια ανοιχτή στοά στη νοτιοανατολική πλευρά της προσφέρεται και αυτή ως υμιυπαίθριος εκθεσιακός χώρος. Τα τρία επίπεδα του συγκροτήματος επικοινωνούν με εσωτερικές κλίμακες και ανελκυστήρες, αλλά και με εξωτερικές ράμπες και κλίμακες. Εξάλλου το κέντρο αυτό είναι προσπελάσιμο όχι μόνο από την κύρια είσοδο του και τον κύριο εσωτερικό πεζόδρομο, αλλά και από διάφορα άλλα σημεία. Βασικός στόχος των μελετητών στην περίπτωση αυτού του κέντρου ήταν να δημιουργήσουν ένα ενδοστρεφές συγκρότημα, καλά προστατευμένο, αλλά και εύκολα προσιτό. Η διέλευση του κύριου πεζόδρομου μέσα από τον ίδιο τον χώρο του κέντρου κρίθηκε σκόπιμη, επειδή ακριβώς ο επισκέπτης του άλσους ή και ο διερχόμενος απλώς από αυτό θα οδηγείται φυσικά στην ανακάλυψη ενός μείζονος αρχιτεκτονικού συμβάντος και θα παρακινείται να μετάσχει στις δραστηριότητες που συνυφαίνονται με αυτό.
Για την εξυπηρέτηση των αναγκών σταθμεύσεως αυτοκινήτων στον χώρο, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του, οι μελετητές προβλέπουν δύο υπόγειους σταθμούς, στο δυτικό και στο ανατολικό γήπεδο αντίστοιχα. Το σύνολο των εξασφαλιζόμενων θέσεων σταθμεύσεως ανέρχεται συνολικά σε 929.
Για την καλύτερη πρόσβαση του χώρου από την ευρύτερη περιοχή και τη διασύνδεση τους με τους γύρω ελεύθερους χώρους, εκτός από τις δύο πεζογέφυρες που ήδη αναφέρθηκαν, προβλέπεται και μια υπόγεια διάβαση πεζών κάτω από την οδό Ριζάρη, που συνδέει την πλατεία εισόδου του κλειστού θεάτρου με την οδό Λυκείου, η οποία πρέπει να αποκτήσει βασικά χαρακτήρα πεζοδρόμου. Στα πλαίσια της διαμορφώσεως του ευρύτερου χώρου μελετήθηκαν και ορισμένες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις. Διατηρείται σε γενικές γραμμές το σημερινό σύστημα κυκλοφορίας, αλλά γίνονται διάφορες τοπικές βελτιώσεις για την αύξηση της κυκλοφοριακής του ικανότητας και ασφάλειας και τον περιορισμό της διασπάσεως του χώρου.
Είναι ωστόσο φανερό ότι, παρά τις βελτιώσεις που επιτυγχάνονται με τις μικρές αυτές τροποποιήσεις του οδικού δικτύου και την πρόβλεψη γεφυρών ή υπόγειων διαβάσεων για τους πεζούς, η επιθυμητή ολοκλήρωση της ενότητας του χώρου δεν πραγματοποιείται σε βαθμό ικανοποιητικό. Για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό οι μελετητές διερεύνησαν και τις δυνατότητες ριζοσπαστικότερων αλλαγών στο αρτηριακό δίκτυο της περιοχής, αλλαγών που θα επέτρεπαν την καλύτερη αντιμετώπιση των κυκλοφοριακών προβλημάτων, κυρίως όμως την ενοποίηση του καθαυτού χώρου μελέτης με τις επιμέρους ενότητες του άμεσου περιγύρου του. Η διερεύνηση έδειξε ότι λύση στο πρόβλημα υπάρχει. Η λύση αυτή αποτέλεσε τη βάση για μια παραλλαγή της βασικής προτάσεως, παραλλαγή που θα μπορούσε εξάλλου να εφαρμοστεί σε δεύτερη φάση αναπτύξεως του έργου.
Η παραλλαγή της λύσεως για τη διαμόρφωση του χώρου βασίζεται σε μια πρόταση αναδιάρθρωσης του οδικού δικτύου στο σημείο αυτό της πόλεως. Η πρόταση αυτή αποτελεί μια ριζική αντιμετώπιση του κυκλοφοριακού προβλήματος της περιοχής με την δημιουργία της Β. Κωνσταντίνου – Μιχαλακοπούλου ως λεωφόρου παράλληλη προς τη Β. Σοφίας. Οι δύο λεωφόροι συνδέονται πλέον μέσω υπόγειων κλαδών, ενώ η Β. Αλεξάνδρου διασταυρώνεται με τη Β. Κωνσταντίνου – Μιχαλακοπούλου με ανισόπεδο κόμβο και προεκτείνεται υπόγεια προς την προβλεπόμενη σήραγγα κάτω από το Λυκαβητό. Έτσι αυξάνεται η κυκλοφοριακή ικανότητα του οδικού δικτύου λόγω συνεχούς ροής και περιορίζεται ο κατακερματισμός του χώρου.
Η λύση αυτή βασίστηκε σε λεπτομερή ανάλυση των σημερινών κυκλοφοριακών ρευμάτων όπως προκύπτουν από τις αναλυτικές μετρήσεις που κάνει το τμήμα κυκλοφορίας του ΥΔΕ για την προσαρμογή σηματοδοτήσεως, καθώς και των μελλοντικών κυκλοφοριακών φόρτων, όπως προβλέπονται στη μελέτη Σμίθ.
Με τη λύση αυτή, ο χώρος μελέτης ενοποιείται απόλυτα με τον χώρο της Εθνικής Πινακοθήκης και συνδέεται άμεσα με το ξενοδοχείο Χίλτον, καθώς η λεωφόρος Β. Αλεξάνδρου συνεχίζεται από ένα σημείο και πέρα υπόγεια. Έτσι δύο σημαντικά κτίρια του χώρου εντάσσονται οργανικά στην όλη σύνθεση. Η Εθνική Πινακοθήκη, παύει να είναι απομονωμένη και δυσπροσπέλαστη στη νησίδα της γίνεται και αυτή ένα σημαντικό στοιχείο του «πολιτιστικού άλσους», όπως άλλωστε το επιβάλλει η λειτουργία της. Το Χίλτον, κυρίαρχο τοπόσημο της όλης περιοχής, κλείνει την ενότητα του χώρου προς Α. όχι μόνο οπτικά, αλλά και λειτουργικά. Η σύνδεση του με τον χώρο μελέτης δημιουργεί άλλο ένα σημείο κύριας εισόδου από τη λεωφόρο Β. Σοφίας.

5ο Βραβείο: αρχιτέκτονες Θ. Βεργόπουλος, Γ. Γιαννόπουλος, Λ. Γρηγοράκη, – Μάρθα, Σ. Κούλης, Μ. Μαντουβάλου, Κ. Μάρθας, Γ. Πολύζος.
Επίσης συνεργάσθηκαν: Π. Γκοιμίσης, ειδικός σύμβουλος στα θέματα πολεοδομικής νομοθεσίας, Δ. Γαρίας, ειδικός σύμβουλος στα θέματα κυκλοφορίας, Λ. Ιωαννίδου και Α. Παρασκευοπούλου αρχιτέκτονες, Α. Λιώρη, Α. Γιουβανάκη σπουδάστριες αρχιτεκτονικής, Λ. Αγγελή, για την κατασκευή της μακέτας και Ρ. Μιχαλοπούλου, σχεδιάστρια.

Γενικά
Θεωρούμε ότι, οι πνευματικές και πολιτιστικές δραστηριότητες που θα συνταχθούν στον διαθετημένο χώρο, ο τρόπος με τον οποίο αυτές θα μορφοποιηθούν και θα λειτουργήσουν, η αρχιτεκτονική τους έκφραση, η ένταξη τους στην ευρύτερη περιοχή, θα εκφράσουν, αναγκαστικά, τις κυρίαρχες σήμερα ιδεολογικές τάσεις και δυνατότητες γύρω από το ζήτημα «πολιτιστική και πνευματική ζωή».
Εκτός όμως από την πιο πάνω θεώρηση, η θέση του διατιθέμενου χώρου και οι περιορισμοί του (κυκλοφοριακοί, νομικοί, προϋφισταμένων χρήσεων κ.ο.κ.) αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν τόσο τις εκτιμήσεις για την κοινωνική διαστρωμάτωση του κοινού στο οποίο η πρόταση θα αναφερθεί, όσο και την επιλογή των δραστηριοτήτων και τη κτιριολογική τους έκφραση.
Η πρόταση αποβλέπει στη δημιουργία ενός χώρου ενημέρωσης, διερευνήσεως και ζυμώσεως απόψεων και πειραματικής παραγωγής στο χώρο της τέχνης και της ιστορίας, αναφορικά με την ελληνική κοινωνία και τις καταβολές της.
Η ιδέα αυτή μορφοποιήθηκε μέσα από προβληματισμό στα επίπεδα που προαναφέραμε και μέσα από διαπιστώσεις που αφορούν:
– τον αποσπασματικό και κλειστό γενικά τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι θεσμοποιημένοι φορείς της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής της Αθήνας.
– την τάση της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής για κατασκευή έργων προβολής
– την έλλειψη χώρων που να προσφέρουν δυνατότητες συναντήσεων, συζητήσεων και κοινής δουλειάς σε κάπως πλατύτερα στρώματα.

Α. Στόχοι και χαρακτήρας της πρότασης
Θεωρούμε ότι η πρόταση θα αποτείνεται κατά κύριο λόγο και σχεδόν αναπόφευκτα σε μεσαία στρώματα, διανοούμενους και φοιτητές.
Η άποψη αυτή προσδιορίζεται τόσο από τις εκτιμήσεις για την συμπεριφορά των διαφόρων κοινωνικών τάξεων απέναντι στα ζητήματα της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής, όσο και από τις δυνατότητες συνδέσεων που προσφέρει η θέση του οικοπέδου στην πόλη.
Μακρυά από περιοχές κατοικίας των λαϊκών τάξεων και τη σύνδεση τους προς τους χώρους εργασίας τους (βιομηχανικές περιοχές), η ευρύτερη περιοχή του οικοπέδου χαρακτηρίζεται από ανομοιομορφία στις προϋφιστάμενες χρήσεις και τις τάσεις εξέλιξης τους (κατοικία μεσαίων στρωμάτων, μεγάλα ξενοδοχεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα, γραφεία επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών, εμπόριο υπερτοπικής σημασίας, κατοικία πολύ υψηλών στρωμάτων κ.ο.κ.). Οι διαπιστώσεις αυτές συνδέουν, αναγκαστικά, τη πρόταση με τις τάσεις εκείνες της άμεσης περιοχής που την προσδιορίζουν σαν χώρο κατοικίας και κίνησης μεσαίων στρωμάτων και φοιτητών.
Η πρόταση δε έχει σαν στόχο τη δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας, αλλά τη διαμόρφωση ενός χώρου με πνευματικές και πολιτιστικές λειτουργίες σε συνεχή κίνηση και χωρίς μεγάλη ταυτόχρονη συγκέντρωση κόσμου που θα επέτεινε το, ήδη, έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα της περιοχής.
Η πρόταση έχει σαν στόχο να λειτουργήσει ενοποιητικά σε σχέση με τις δραστηριότητες που συνιστούν την πνευματική και πολιτιστική ζωή της Αθήνας, σε ότι αφορά την θεώρηση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας και των σχέσεων της τόσο με τα διεθνή ρεύματα σκέψης και καλλιτεχνικής έκφρασης, όσο και με τον άμεσα συνδεόμενο μ’ αυτήν ιστορικό περίγυρο.
Η πρόταση, με βάση τα πιο πάνω, εκφράζεται αρχιτεκτονικά όχι σαν ένα κτίριο προβολής, αλλά σαν ένας χώρος που και η ίδια η διαμόρφωση του ευνοεί τις δυνατότητες προσέγγισης του, συμμετοχής, συγκεντρώσεων και ενημέρωσης.

Β. Κτίρια και λειτουργίες
Για την επίτευξη των στόχων που τέθηκαν, αντιμετωπίστηκε η διατήρηση των υπαρχόντων κτιρίων και λειτουργιών (με κριτήριο την δυνατότητα οργανικής ένταξης τους στην πρόταση) και η δημιουργία νέων εγκαταστάσεων.

Υπάρχοντα κτίρια.
α. Σαρόγλειο Μέγαρο: με μικρές εσωτερικές διαρρυθμίσεις και ολική ανάπλαση των πίσω όψεων, θα στεγάσει τα εκθέματα του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης (συλλογή κ. Ζώρα)
β. Πολεμικό Μουσείο: η λειτουργία του απομακρύνεται. Ο βαρύς όγκος του συνθλίβει το Βυζαντινό Μουσείο. Προτείνεται η κατεδάφιση της κατασκευής από το δάπεδο του ισογείου και επάνω και η χρησιμοποίηση του υπογείου που διαμορφώνεται σε ισόγειο με χώρους εκθέσεων, αμφιθέατρο κ.λ.π.
γ. Ωδείο: θα επιδιωχθεί η συνεργασία της λειτουργίας του μέσω του φορέα των νέων εγκαταστάσεων.
δ. Βυζαντινό Μουσείο: προτείνεται η επέκταση του με δημιουργία μικρών κτιρίων ίδιου χαρακτήρα και η αναδιάρθρωση των εκθεμάτων του.
ε. Πινακοθήκη: με την κατάργηση του τμήματος της Β. Κων/νου και κατάλληλες διαρρυθμίσεις εντάσσεται στην λειτουργία του όλου χώρου.

Προτεινόμενα κτίρια
α. Βιβλιοθήκη: θα καλύπτει την περίοδο από το Βυζαντινό μέχρι σήμερα σε θέματα κοινωνικών επιστημών και τέχνης. Ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί σε εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία επικαιρότητας και νέες εκδόσεις. Δυναμικότητα 200.000 τόμων και 300 θέσεων.
β. Ταινιοθήκη: αίθουσα 350 και 150 θέσεων.
γ. Αμφιθέατρο: αίθουσα πολλαπλών χρήσεων 800 ατόμων, για διαλέξεις και συνέδρια (περιπτωσιακά για προβολές, παραστάσεις κ.α.)
δ. Μορφωτικό Κέντρο: αίθουσες των 50 ατόμων. Ερευνητική δουλειά με σεμινάρια ελεύθερης συμμετοχής.
ε. Θέατρο: αίθουσα 450 θέσεων για προώθηση δουλειάς ελλήνων συγγραφέων και σκηνοθετών και αίθουσα 80 θέσεων για πειραματικές προσπάθειες.
στ. Ψυχαγωγία για παιδιά: παιδικός σταθμός, παιδική χαρά, αίθουσα προβολών και κουκλοθέατρο, ελεύθερος χώρος παιγνιδιού.
ζ. Χώροι στάθμευσης: 600 θέσεων αυτοκινήτων για τις ανάγκες του χώρου (κατά το δυνατόν).
η. Αναψυκτήριο και υπαίθριοι χώροι συγκεντρώσεων.

Γ. Κυκλοφορία
Η παρέμβαση που προτείνεται, για την αντιμετώπιση του έντονου κυκλοφοριακού προβλήματος της περιοχής, στηρίχτηκε στην αρχή της βελτίωσης των δημοσίων μέσων μαζικής μεταφοράς, σε συνδυασμό με πολεοδομικά μέτρα και μέτρα περιορισμού της κίνησης των Ι.Χ. στο κέντρο της πόλης, χωρίς την προσφυγή σε πολυδάπανες κατασκευές ανισοπέδων κόμβων.
Προτείνεται συγκεκριμένα (με βάση και ωρισμένες προτάσεις της μελέτης Smith) τα ακόλουθα:
α. Διάνοιξη της λεωφόρου Πεντέλης με αποτέλεσμα την αποσυμφόρηση της Β. Κων/ νου από την κίνηση διέλευσης.
β. Διάνοιξη της β. Αλεξάνδρου μέχρι τη Λεωφόρο Πεντέλης και δημιουργία προς βορρά σήραγγα κάτω από το Λυκαβηττό προς λεωφόρο Αλεξάνδρας.
γ. Δημιουργία του metro με πρόβλεψη δύο στάσεων στη περιοχή (β> Σοφίας και Ρηγίλης, Β. Σοφίας και Γενναδίου).
δ. Κατάργηση του τμήματος της Β. Κων/ νου εμπρός από την Πινακοθήκη και διαμόρφωση της συνέχειας προς την Ιλισσού.
Η λύση κατανέμει τον φόρτο του κόμβου του Χίλτον σε δύο κόμβους και μεγαλώνει τον ωφέλιμο χώρο του οικοπέδου εντάσσοντας την Πινακοθήκη σ’ αυτό.
ε. Διαμόρφωση μονοδρόμων.
Η. Β. Σοφίας και η Β. Κων/ νου – Ιλισσού αποκτούν, με την διάνοιξη της λεωφόρου Πεντέλης, λειτουργία διανεμητηρίων οδών που μπορούν να λειτουργήσουν και σαν ζεύγος μονοδρόμων (με πρόβλεψη διπλής κίνησης για τα δημόσια μέσα μεταφοράς στη Β. Σοφίας).
στ. Κατάργηση της διέλευσης της οδού Ριζάρη μέσα από το οικόπεδο επιτυγχάνοντας την ενοποίηση όλου του οικοπέδου σε φυσική στάθμη εδάφους. Η μεταφορά της Ριζάρη σε επίπεδο κάτω από τη σημερινή στάθμη είναι πολύ δαπανηρή, αν όχι και αδύνατη, για τεχνικούς λόγους (συλλεκτήριοι αγωγοί ομβρίων και λημμάτων, παλαιά κοίτη Ιλισσού κάτω από τη Β. Κων/ νου, απαγορευτικές κλίσεις κ.λ.π.). η επιβάρυνση του κυκλοφοριακού φόρτου στις γειτονικές αρτηρίες δεν προβλέπεται σημαντική σε σχέση με τον υπάρχοντα και τον προβλεπόμενο πολύ μεγαλύτερο στο μέλλον.
Η δυνατότητα λειτουργίας της προτεινόμενης λύσης είναι ανεξάρτητη από τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις της ευρύτερης περιοχής. Απαιτεί πάντως, ειδικότερες μετρήσεις και δοκιμές για την εφαρμογή όλων των στοιχείων που την συγκροτούν.

Δ. Προσπελάσεις
α. Μέσα μεταφοράς.
Οι στάσεις του metro και οι κατάλληλες διαπλατύνσεις και διαμορφώσεις στους περιβάλλοντες δρόμους, ευνοούν την βασική επιλογή της πρότασης για προσπέλαση με τα δημόσια μέσα μεταφοράς.
Η προσπέλαση με Ι.Χ. προς τους χώρους στάθμευσης προτείνεται να γίνει από την Β. Κων/ νου.
β. Πεζοί.
Προτείνονται ανισόπεδες διαβάσεις σε συνδυασμό με τις υπόγειες στάσεις του metro στην Β. Σοφίας και με πεζογέφυρα στη Β. Κων/νου προς το Ε.Ι.Ε. και τις εκεί λειτουργίες. Επίσης προτείνονται μετατροπές σε πεζόδρομους ( την Νηριήδων, Ναϊάδων, Αντίνορος, Λυκείου) και καλύτερη σύνδεση με γειτονικούς χώρους συγκεντρώσεων και πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

Ε. Προτάσεις συνδέσεων και αλλαγής χρήσεων στην ευρύτερη περιοχή
– Εξασφάλιση οργανικών σχέσεων με το Μουσείο Μπενάκη, Μέγαρο Μουσικής, Αίθουσα Ζαππείου, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.
– Ίδρυση Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στο χώρο του Νοσοκομείου Συγγρού.
– Ίδρυση Ιστορικού Μουσείου στο κτίριο των Ανακτόρων με μετατροπή σε κοινόχρηστο πράσινο του κήπου του.
– Διατήρηση των κτισμάτων του ΕΑΤ/ΕΣΑ
– Διατήρηση των κτιρίων Αιγινήτειου και Αρεταίειου Νοσοκομείων και διαμόρφωση του οικοπέδου σε κοινόχρηστο πράσινο.
– Διατήρηση και ανάδειξη ωρισμένων κτιρίων της ευρύτερης περιοχής, που βρίσκονται πάνω σε βασικούς άξονες προσπέλασης από πεζούς, και αποτελούν τυπικά δείγματα αρχιτεκτονικής των αρχών του αιώνα και του μεσοπολέμου.

Στ. Πολεοδομική οργάνωση και χωροθέτηση των λειτουργιών στο οικόπεδο
Οι περισσότερες από τις προτεινόμενες δραστηριότητες συγκρούονται σε ένα ενιαίο κτιριακό συγκρότημα. Η λύση αυτή υπαγορεύτηκε από την κλίμακα των απαιτούμενων χώρων και την επιτρεπόμενη κάλυψη. Συγχρόνως προσφέρει την δυνατότητα πολλαπλών συνδέσεων μεταξύ των χωρών των διαφόρων λειτουργιών.
Η είσοδος απ’ τη Β. Σοφίας στο σημείο που συναντά την Ριζάρη θεωρήθηκε κεντρική είσοδος του πνευματικού Κέντρου. Στο σημείο αυτό δημιουργείται μια πλατεία που συμπυκνώνει το μεγαλύτερο ποσοστό των κινήσεων που συνδέουν τις λειτουργίες του Κέντρου.
Η πλατεία αυτή επεκτείνεται στο επίπεδο της ταράτσας (σημερινό ισόγειο) του κτηρίου του Πολεμικού Μουσείου και στον υπαίθριο χώρο εκθέσεων. Στόχος της γενικής διαμόρφωσης του οικοπέδου είναι η δημιουργία ελεύθερων χώρων που να παρέχουν την δυνατότητα κίνησης και συγκέντρωσης κόσμου και χρησιμοποίησης τους σε περιπτώσεις ατύπων συγκεντρώσεων ή και σποραδικά, για την οργάνωση θεαμάτων (π.χ. θέματα για παιδιά, υπαίθριες παραστάσεις κ.ο.κ.).
Σε δύο από τους προβλεπόμενους ελεύθερους χώρους θα υπάρχουν αναψυκτήρια. Με το αναψυκτήριο που τοποθετείται στη δυτική πλευρά του οικοπέδου συνδυάζεται η αίθουσα του παιδικού κινηματογράφου και χώροι που προσφέρονται για παιχνίδι παιδιών.
Έχει εξασφαλιστεί η δυνατότητα κίνησης αυτοκινήτου για περιπτώσεις που είναι απόλυτα απαραίτητο. Οι ανεφοδιασμοί και η κίνηση της αποθήκης (υπόγειο πολεμικό Μουσείο) εξασφαλίζονται μέσα απ’ τον υπόγειο χώρο στάθμευσης.