Εκλαΐκευση – Διαφώτιση, Κρίσιμες επιλογές για το σημερινό αρχιτέκτονα



Εισαγωγικά 
Είναι φανερό ότι οι έννοιες αρχιτέκτονας και αρχιτεκτονική έχουν στην εποχή μας ανάγκη από μια νέα θεώρηση. Η θεώρηση αυτή είναι αναγκαία, από τη στιγμή που διαπιστώνεται η ύπαρξη μιας κρίσης, στον τομέα αυτό αποτέλεσμα μιας γενικότερης κοινωνικής κρίσης του καιρού μας. Αλλά κρίση με την ευρύτερη έννοια δεν σημαίνει μόνο μια διαταραχή σε μια ομαλή ροή ή πορεία γεγονότων και φαινομένων, αλλά και μια μεταβατική κατάσταση, ένα πέρασμα από μια φάση εξέλιξης σε κάποια άλλη. Είναι φυσικό, μέσα απ’ τη συνειδητοποίηση αυτών των μετασχηματισμών που συντελούν γενικότερα αλλά και ειδικότερα στον επαγγελματικό και επιστημονικό χώρο του αρχιτέκτονα, να μπαίνει σαν θέμα και μέλημα του φετινού 7ου συνεδρίου του κλάδου, ένας επαναπροσδιορισμός και μια επανατοποθέτηση του ρόλου του σημερινού αρχιτέκτονα. Σκοπός των σκέψεων που διατυπώνονται πιο κάτω, είναι να τονισθούν ορισμένα σημαντικά σημεία, που νομίζω ότι έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση αυτή. Κι’ αυτά είναι η ανάγκη εκλαΐκευσης των γνώσεων του αρχιτέκτονα σαν ειδικού που ασχολείται με τα προβλήματα οργάνωσης του χώρου, και η ανάγκη ενημέρωσης και πληροφόρησης του κοινού πάνω σ’ αυτά.

Τα θέματα αυτά, θα προσπαθήσουμε να τα δούμε μέσα από τη σκοπιά των τάσεων και εξελίξεων, που διαμορφώνονται σήμερα, στο χώρο που κινείται ο αρχιτέκτονας, καθώς και του γενικότερου πλαισίου που εντάσσονται οι εξελίξεις αυτές. Πιο συγκεκριμένα, είναι απαραίτητο ν’ αναφερθούμε σε έννοιες-κλειδιά, του σημερινού προβληματισμού στην αρχιτεκτονική και την πολεοδομία, όπως είναι η συμμετοχή και η αυτοδιαχείριση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε τι που θα συζητήσουμε εδώ, εξετάζεται πάντα με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα και συνθήκες του κοινωνικό-οικονομικού, συστήματος μέσα στο οποίο βρισκόμαστε.

Η συμμετοχή του κοινού.
Αυτοδιαχείριση του χώρου 
Η ενεργητική συμμετοχή του κοινού (όλων των μελών μιας κοινωνίας) σε θέματα που αφορούν την οργάνωση του χώρου και η τάση για δημιουργία μεθόδων αυτοδιαχείρισης του, αποτελεί ένα γνωστό πια φαινόμενο που εμφανίσθηκε πριν αρκετά χρόνια και εντείνεται όλο και περισσότερο στις μέρες μας. Η συμμετοχή (PARTICIPATION) και η αυτοδιαχείριση (AUTOGESTION) είναι βέβαια έννοιες και ιδέες σύνθετες και πολυδιάστατες με κύρια σημασία1. αναπτύχθηκαν ύστερα από την παταγώδη αποτυχία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής – κυριαρχίας το πρώτο ήμισυ του αιώνα μας – και μετά από την κριτική που ασκήθηκε εναντίον της για την τεχνοκρατική φύση της τόσο στο ιδεολογικό όσο και στο μεθοδολογικό και πρακτικό πεδίο.
Έτσι στις δύο τελευταίες δεκαετίες η συνειδητοποίηση της φύσης των προβλημάτων και της ανάγκης για σφαιρική αντιμετώπιση τους από τη μια πλευρά, και η ανάπτυξη των παραπάνω ιδεών από την άλλη, έφεραν μια ριζική αλλαγή στην παραδοσιακή αντίληψη του αρχιτέκτονα και της δουλειάς του. Οι σχέσεις αρχιτέκτονα σχεδιαστή και κατοίκου-χρήστη, καθώς και των δύο με το δομημένο περιβάλλον αλλάζουν εντελώς. Το κύριο χαρακτηριστικό είναι η ολοένα αυξανόμενη τάση να δίνεται μεγαλύτερη σημασία στον κάτοικο και μικρότερη στον αρχιτέκτονα, σ’ όλη αυτή τη διαδικασία παραγωγής του χώρου.
Η μετατόπιση αυτή του κέντρου λήψης αποφάσεων από την κορυφή στη βάση, προβάλλει – μέσ’ από τι γενικότερη τάση για δημοκρατικοποίηση της κοινωνίας – (στην ακπαίδευση, το συνδικαλιστικό, την Τ.Α. κ.λ.π.), όχι μόνο σαν ανάγκη αλλά και σαν νομοτελειακό γεγονός.
Περισσότερο ίσως απ’ οπουδήποτε αλλού, στον τομέα της οργάνωσης του χώρου (Αρχιτεκτονική – πολεοδομία – περιφερειακός προγραμματισμός), όπου ηπράξη – δηλαδή η πολιτική απόφαση με τη γενικότερη έννοια – συναντάται σε κάθε βήμα, η αναγκαιότητα αυτή είναι προφανής. Για να γίνει όμως πραγματικότητα η συμμετοχή και η αυτοδιαχείριση χρειάζονται ασφαλώς πολλά πράγματα. Γιατί σαν πολιτική διαδικασία επηρεάζεται και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και δυνάμεις που δρουν μέσα στο δοσμένο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Και φυσικά δεν δίνεται από κανέναν σαν δώρο, αλλά κατακτιέται μεσ’ από μια αγωνιστική τακτική και στρατηγική. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η βάση, πρέπει να αποκτήσει τη δύναμη να πιέσει την κορυφή, για να μπορέσει να δράσει με περισσότερη πρωτοβουλία και ελευθερία.

page5_01 (1)  Πληροφόρηση – Διαφώτιση
Η ανάγκη και η σημασία τους 
Αναγκαία – όχι όμως και ικανή – συνθήκη και προϋπόθεση αυτής της δυνατότητας για μια διεκδικητική κινητοποίηση του κοινού σε θέματα οργάνωσης του χώρου (που θέλει να συμμετέχει ουσιαστικά και όχι να εκφράζει συμβουλευτικά τη γνώμη του), είναι η πληροφόρηση και η ενημέρωση. Μ’ άλλα λόγια η πλήρης διαφώτιση του. Κι’ όταν μιλάμε για πληροφόρηση ή διαφώτιση εννοούμε τη μορφωτική εκείνη διαδικασία που καθιστά τον κάθε πολίτη ικανό γνώστη των προβλημάτων που τον απασχολούν. Γιατί η γνώση αυτή είναι η κύρια δύναμη ή τουλάχιστον μια απ’ τις κύριες δυνάμεις για την ενεργοποίηση ενός ατόμου ή μιας ομάδας2. Η σημασία όλων των παραπάνω γίνεται φανερή αν σκεφθεί κανείς ότι η έλλειψη τους αφαιρεί σχεδόν ολοκληρωτικά την ικανότητα κρίσης και εκλογής άρα και απόφασης από κάθε σκεπτόμενο άτομο. Χωρίς όμως λήψη αποφάσεων στη βάση δεν έχει νόημα να μιλάμε για συμμετοχή και αυτοδιαχείριση του χώρου από τις πλατιές μάζες της κοινωνίας. Εδώ, θα πρέπει να τονίσουμε, ότι ακριβώς γι’ αυτήν την χαρακτηριστικά καταλυτική σημασία της πληροφόρησης και διαφώτιση, η κάθε λογής εξουσία προσπαθεί πάντα να ελέγχει και να μεταδίδει τα μηνύματα από πάνω προς τα κάτω με μια λογική που ανταποκρίνεται στην ιεραρχική της δομή. Δηλαδή παρέχεται η συγκεκριμένη ποσότητα και είδος γνώσεων και πληροφοριών για το συγκεκριμένο σημείο. Κι’ αυτό ισχύει τόσο για τα βραχυπρόθεσμης σημασίας μηνύματα (διοίκηση κ.λ.π.) όσο και για τα μακροπρόθεσμα (μόρφωση, εκπαίδευση, γενικότερο σύστημα παιδείας).

Ο μύθος του «ειδικού».
Η κοινωνικοποίηση των γνώσεων σαν αντίδοτο στην τεχνοκρατία 
Το γεγονός της προαναφερόμενης έλλειψης πληροφόρησης και διαφώτισης δημιουργεί μιαν ανισότητα ανάμεσα σ’ εκείνους που γνωρίζουν (τους γραφειοκράτες και τεχνοκράτες) και σ’ εκείνους που δεν γνωρίζουν (το λαό) τους «ειδικούς» και τους μη «ειδικούς», τους ιδιοκτήτες γνώσεων και τους άλλους. Μ’ άλλα λόγια τους προνομιούχους και μη προνομιούχους. Γιατί και η κατοχή γνώσεων είναι ένα σοβαρό προνόμιο.
Η ανισότητα αυτή έχει σαν συνέπεια την δημιουργία μιας ή πολλών σχέσεων εξαρτήσεως των απλών ανθρώπων από τον ειδικό που δεν είναι παρά μια μορφή συγκαλυμμένης καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Το αποτέλεσμα είναι να μην γίνεται ο έλεγχος από τη βάση και η τεχνοκρατία – μεσ’ απ’ αυτό το πλέγμα των εξαρτήσεων – να κατορθώνει να επιζεί και να διαιωνίζει τον εαυτό της. Η γνώση δηλαδή δεν χρησιμεύει παρά σαν μέσο για την συντήρηση μιας ιεραρχίας, μιας τάξης πραγμάτων και προσώπων. Η αντίληψη ότι ο ειδικός (αρχιτέκτονας ή πολεοδόμος) που ξέρει και μπορεί να λύσει μόνον αυτός τα προβλήματα μας έχει καταντήσει σήμερα ένας αφελής μύθος.
Το αντίδοτο σ’ αυτή τη τεχνοκρατική και γραφειοκρατική δομή της κοινωνίας, είναι πολύ απλά, η χωρίς περιορισμούς ενημέρωση του κόσμου για όλα τα προβλήματα του. Κι’ αυτό γίνεται πραγματικότητα, απ’ τη στιγμή που οι γνώσεις από κτήμα των λίγων, γίνονται κτήμα των πολλών (δηλ. κοινωνικοποιούνται), κι’ όταν για τον οποιοδήποτε σημερινό ιδιοκτήτη γνώσεων, αυτή η κοινωνικοποίηση, γίνει συνειδητό κοινωνικό χρέος του. Ο αρχιτέκτονας με τις όποιες ειδικές γνώσεις του και την όποια μεγαλύτερη ή μικρότερη ευθύνη του είναι χωρίς αμφιβολία ένας απ’ αυτούς.
Παράλληλα όμως με το σκεπτικό αυτό μπαίνει αυτόματα το ερώτημα: Πρέπει άραγε να είμαστε όλοι ειδικοί σε κάθε τομέα γνώσης; Πρέπει να έχουμε ειδικές γνώσεις για κάθε πράγμα; Η απάντηση που μπορούμε να δώσουμε βέβαια είναι ότι δεν είναι δυνατόν να ξέρουμε τέλεια και σε βάθος τα πάντα γύρω από ένα θέμα. Όμως με μια τίμια και χωρίς σκοπιμότητες πληροφόρηση ακόμα και μια γενική γνώση των θεμάτων επιτρέπει τη λογική προσέγγιση των προβλημάτων3.
Αν για την συμμετοχή του κοινού και την αυτοδιαχείρηση, η διαφώτιση είναι κύρια προϋπόθεση, το κύριο μέσο για την υλοποίηση της τελευταίας είναι η εκλαΐκευση, όταν δηλαδή μιλάμε για ενημέρωση ή διαφώτιση του κοινού από τους ειδικούς (μεσ’ από μια προσπάθεια κοινωνικοποίησης των γνώσεων τους), πρέπει να υποθέσουμε την ύπαρξη μιας επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο μέρη4 . αλλά επικοινωνία χωρίς κοινή γλώσσα είναι αδύνατη. Για να κάνει λοιπόν δυνατή την προσέγγιση αυτή ο ειδικός πρέπει να καταστήσει κατανοητές τις γνώσεις τους στους πολλούς, δηλαδή, να τις εκλαϊκεύσει. Στην προσπάθεια αυτή να απλουστεθούν οι ειδικές γνώσεις για να αφομοιωθούν, πετάει κανείς το περιττό και λεπτομερειακό και κρατάει την ουσία, πράγμα που σημαίνει ότι αποσαφηνίζονται οι έννοιες και οι ιδέες. Αυτό όμως το καταστάλαγμα, απλό – όχι απλοϊκό -, περιεκτικό και σαφές, πρέπει να επαρκεί για την διατήρηση της πιστότητας και αυθεντικότητας των εννοιών και ιδεών που πρέπει να είναι και ο απαράβατος όρος κάθε εκλαϊκευμένης γνώσης.

Δυνατότητες και δυσκολίες
Προβλήματα εκλαΐκευσης
Βλέπουμε αμέσως, ότι μπαίνει κι’ όλας ένα βασικό ερώτημα: είναι δυνατό να εκλαϊκεύσουμε ειδικές γνώσεις χωρίς τον κίνδυνο να τις διαστρέψουμε;page5_02
Το παραπάνω ερώτημα σε γενική μορφή είναι ίσως δύσκολο να απαντηθεί. Όμως στον ειδικό τομέα γνώσεων για θέματα οργάνωσης του χώρου, που κινείται ο αρχιτέκτονας και ο πολεοδόμος, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη επιστημονική περιοχή, τα μεγέθη, τα ποσά και οι έννοιες που χρησιμοποιούνται βρίσκονται στην άμεση εποπτεία και εμπειρία του ανθρώπου. (Σε μια μέση δηλ. κλίμακα της πραγματικότητας). Το γεγονός αυτό της στενής επαφής και αναγκαστικής σχέσης του ανθρώπου με κτισμένο περιβάλλον προσδιορίζει και την δυνατότητα μιας ευκολότερης αφομοίωσης των εννοιών και των φαινομένων που αναφέρονται σ’ αυτό το περιβάλλον. Από το άλλο μέρος, το είδος των γνώσεων που απαιτούνται για να μελετηθούν τα προβλήματα του χώρου (και στη θεωρητική τους ακόμη μορφή) δεν είναι το ίδιο με εκείνο των αντιστοίχων επιστημών του μακρόκοσμου ή του μικρόκοσμου (π.χ. αστροφυσική ή ατομική φυσική).
Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχει ένα «εξ’ αντικειμένου» ευνοϊκότερο έδαφος που καθιστά πραγματοποιήσιμη την προσπάθεια εκλαΐκευσης στον τομέα αυτό. Ακόμη πρέπει να προσθέσουμε, σαν άλλο ευνοϊκό όρο, ότι ολοένα και περισσότερος κόσμος (πλατύτερα κοινωνικά στρώματα και ομάδες) δείχνει αυξανόμενο ενδιαφέρον για θέματα περιβάλλοντος, πράγμα που σημαίνει ότι αυξάνει και η επιδεκτικότητα του για πρόσληψη τέτοιου είδους γνώσεων.
Αντίθετα όμως με τις παραπάνω ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες, η κατάσταση που επικρατεί ακόμη και σήμερα στο χώρο των αρχιτεκτόνων δημιουργεί σημαντικά εμπόδια για την υιοθέτηση μιας τέτοιας εκλαϊκευμένης νοοτροπίας και αντίληψης.
Από το ένα μέρος έχουμε εκείνους που από μια διάθεση επίδειξης κουλτούρας και διαφοροποίησης από τους άλλους, δημιουργούν ορισμένους «κλειστούς κύκλους», τις διαφορές «ελίτ». Οι αρχιτέκτονες που μετέχουν σ’ αυτές συζητούν μόνο μεταξύ τους και περιφρονούν (ή φοβούνται;) έναν γενικότερο διάλογο.
Από το άλλο μέρος υπάρχουν εκείνοι, που επειδή βρίσκουν ότι η αρχιτεκτονική δραστηριότητα δεν έχει αρκετή δόση επιστημοσύνης, τρέχουν με υπερβάλλοντα ζήλο να καλύψουν το κενό και προσδώσουν επιστημονική έμφαση εκεί που δεν χρειάζεται ή που δεν υπάρχει! Έτσι φθάνουν στο σημείο να ξαναλένε τις ίδιες ιδέες αλλά με επιστημονικοφανή τρόπο και να μπερδεύουν πιο πολύ τα πράγματα, δημιουργώντας συνάμα ένα νέο-και επικίνδυνο-είδος τεχνοκρατίας5 . Αποτέλεσμα και των δύο αυτών τάσεων που σκιαγραφήσαμε είναι ένας ακατάσχετος βερμπαλισμός, ένας στείρος διανουμενισμός και μια επίφαση επιστημονικής δουλειάς που δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να απομακρύνουν τον αρχιτέκτονα από ορισμένα καυτά προβλήματα της πραγματικότητας και να μειώνουν την ικανότητα για δράση όταν είναι γνωστό πόση σημασία έχει στην οργάνωση του χώρου το δέσιμο της θεωρίας με την πράξη σε μια ενιαία και συνεχή διαλεκτική σχέση.

Η Χρήση της γλώσσας
Όταν μιλάει κανείς για εκλαΐκευση αυτόματα σχεδόν σκέφτεται τη γλώσσα και το ρόλο που παίζει στην υπόθεση αυτή. Ασφαλώς η γλώσσα παραμένει το κύριο εκφραστικό όργανο για μια εκλαϊκευτική προσπάθεια, χωρίς να παραγνωρίζεται και η αξία τόσων άλλων μέσων που στη δουλειά του αρχιτέκτονα έχουν μεγάλη σημασία όπως διαγράμματα, σχέδια, μακέτες κ.λ.π.
Υπάρχουν φυσικά κι’ εδώ προβλήματα ποιότητας ύφους και δομής του γραπτού ή προφορικού επιστημονικού λόγου όπως και προβλήματα λεξιλογίου. Το ειδικευμένο λεξιλόγιο η ορολογία, χρησιμοποιείται συχνά από τον ειδικό (αρχιτέκτονα ή πολεοδόμο στην περίπτωση μας) για καμουφλάρισμα, που του επιτρέπει να αποφεύγει το διάλογο, τη κριτική και τον έλεγχο από τον απλό άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται.
Έτσι βλέπουμε το παράδοξο φαινόμενο σήμερα, παρ’ όλη τη χρήση και αποδοχή της δημοτικής στο επιστημονικό πεδίο, πολλοί επιστήμονες να χρησιμοποιούν ένα επιτηδευμένο και ακαταλαβίστικο λεξιλόγιο με όρους δύσκολους ή δύσχρηστους και μια τέτοια δομή κειμένου που έχει φθάσει να θεωρείται σαν ένα είδος «καθαρεύουσα της δημοτικής». Μια γλώσσα που συσκοτίζει αντί να διαφωτίζει. Οι αρχιτέκτονες, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες μερικών εξαιρέσεων, δεν δίνουν ακόμη την εντύπωση ότι θέλουν να απευθυνθούν σ’ ένα πλατύτερο κοινό.

Γενικότερη κριτική τοποθέτηση
Συμπεράσματα
Αναμφισβήτητα, οι όποιες διαπιστώσεις και κρίσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω θίγουν όλα τα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα για τη μελέτη μιας εκλαϊκευτικής και διαφωτιστικής προσπάθειας στο χώρο μας. Ακόμη, τα εμπόδια και οι δυσκολίες που ειπώθηκαν δεν είναι σίγουρα οι μόνες. Αλλά παρ’ όλ’ αυτά, όταν οι θεμελιωτικοί στόχοι-αιτήματα για συμμετοχή και αυτοδιαχείριση, γίνονται συνειδητά αποδεκτοί από το κοινό – που καταλαβαίνει ότι ήρθε η σειρά του για να τους διεκδικήσει6 -, τότε σίγουρα δεν μένει για τον αρχιτέκτονα παρά μόνο ο δρόμος για δράση. Η μεθόδευση της επαφής του με τον κόσμο βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα είναι κάτι που πρέπει να τον απασχολήσει σοβαρά.
Στο σημείο αυτό θα ήταν ίσως χρήσιμο να πούμε ότι την προσπάθεια του αυτή είναι ανάγκη ο αρχιτέκτονας ν’ αρχίσει, από τη διάλυση της σύγχυσης που υπάρχει γύρω από την ιδιότητα και αρμοδιότητα του, από τους μύθους και τις πλάνες που άλλοι ή και ο ίδιος, σκόπιμα ή όχι δημιούργησαν, να δώσει την ακριβή και ειλικρινή εικόνα του σημερινού εαυτού του και της δουλειάς του και να πληροφορήσει την κοινωνία για τις πραγματικές του δυνατότητες. Με απλά λόγια: να αυτοσυστηθεί.
Από κει και πέρα κανένα αίσθημα υπεροχής ή ανωτερότητας δεν μπορεί να έχει θέση. Θα ήταν καταστροφικό λάθος να δούμε την προσπάθεια για εκλαΐκευση και πληροφόρηση του πλατύτερου κοινού με κάποια πατερναλιστική διάθεση. Δεν πρέπει δηλαδή να σκεφθούμε ότι πάμε να διδάξουμε τις μάζες, να τις καθοδηγήσουμε γιατί ίσως είναι «ανώριμες» και διάφορα άλλα ηχηρά παρόμοια. Κάθε άλλο. Η εκλαΐκευση με στόχο την μόρφωση και τη γνώση υλοποιείται μόνο μέσα σ’ ένα κλίμα ισότιμης επικοινωνίας και διαλόγου, και ακόμα, όταν ο ειδικός επιστήμονας – αφού αποβάλλει ορισμένα αντικοινωνικά ψυχολογικά πλέγματα – συγχρωτισθεί πρώτα με τους πολλούς. Και δεν θα είναι παράδοξο αν σε μια τέτοια διαδικασία ο αρχιτέκτονας μάθει πολύ περισσότερα ο ίδιος, απ’ όσα θα γνωρίσει στους άλλους. Γιατί σαν ειδικός χάνεται πολλές φορές στις βαθυστόχαστες αναλύσεις του ενώ η πραγματικότητα της ζωής συλλαμβάνεται συνθετικά και με αυθόρμητο τρόπο από την απλή αλλά βαθιά και βιωματική εμπειρία του κοινού ανθρώπου. Ο ρόλος του επομένως είναι βοηθητικός και εξυπηρετικός του κοινωνικού συνόλου – πολύ λιγότερο ίσως ηγετικό απ’ όσο παλιότερα – αλλ΄ όχι λιγότερο χρήσιμος και δημιουργικός.
Τελειώνοντας θα πρέπει να τονίσουμε ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που υπάρχει εδώ: Το «εξ’ αντικειμένου» δηλ. λογικό αδιέξοδο (φαύλος κύκλος) που δημιουργείται σ’ όλη την υπόθεση και που συνοψίζεται στον ακόλουθο συλλογισμό: Χωρίς επικοινωνία – διαφώτιση – γνώση, χωρίς καλά πληροφορημένους, προβληματιζόμενους και σκεπτόμενους ανθρώπους, δεν μπορούμε να έχουμε νέες, επιθυμητές πολιτικές και κοινωνικές δομές. Αλλά και χωρίς τις κατάλληλες δομές δεν ανοίγει εύκολα ο δρόμος για επικοινωνία και γνώση. Χωρίς ποιοτικό ανέβασμα των ατόμων, δεν έχουμε κοινωνικές μεταβολές και εξελίξεις αλλά ισχύει και το αντίστροφο. Υπάρχει δηλ. μια αμφι-μονοσήμαντη σχέση ανάμεσα στις δύο καταστάσεις που παρουσιάζεται σαν δίλημμα και που τελικά είναι θέμα πολιτικής επιλογής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Για το σημερινό αρχιτέκτονα – η όπως αλλοιώς θα λέγεται αυτός στο μέλλον – δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλά περιθώρια: Για να βρει τη σωστή του θέση μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό «γίγνεσθαι» δεν υπάρχει παρά ένας μόνο δρόμος που είναι ταυτόχρονα και γνήσια επαναστατικός. Και κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει απ’ τη στιγμή που ο δρόμος αυτός θα οδηγεί στο διάλογο και τη συνεργασία με τον απλό κάτοικο-πολίτη, στην επαφή με τις πλατύτερες μάζες της κοινωνίας που είναι και η κινητήρια δύναμη κάθε εξέλιξης. Η εκλαΐκευση και η διαφώτιση αποτελούν κρίσιμες επιλογές για τη μεγαλύτερη συμβολή του αρχιτέκτονα στο γενικότερο κοινωνικό μετασχηματισμό που συντελεί καθημερινά γύρω μας.

page5_03 page5_04 page5_05
Σημειώσεις
Βιβλιογραφικές Παραπομπές
1. Σχετικά με το θέμα αυτό: (ενδεικτικά) – BURKE E. CITIZEN PARTICIPATION STRATEGIS J.A.I.P. SEPTEMBER 1968 PP 287.
– ARNSTEIN S. A LADDER CITIZEN PARTICIPATION
J.A..P.P JULY 1969 PP 216
– MAIRE E. – PERRIGNION C. DEMAIN L’AUTOGESTION
EITIONS SEGHERS PARIS 1976.
2. Σαν τέτοιου είδους ενεργοποίηση μπορούμε να αναφέρουμε την κίνηση που δημιουργήθηκε το 1965 με αφορμή άρθρο του P. DAVIDOFF και ονομάσθηκε ADVOCACY PLANNING. Σύμφωνα μ΄ αυτή ο πολεοδόμος παίζει το ρόλο του συνηγόρου (ADVOGATE) μιας κοινωνικής ομάδας στην οποία προσφέρει τις γνώσεις του για να τη βοηθήσει να ασκήσει πολιτική πίεση. Σχετικά ενδεικτικά δημοσιεύματα:
– DAVIDOF P. ADVOCACY AND PLURALISM IN PLANNING J.A.I.P. NOVEMPER 1965 P.P. 331
– KARLAN M. ADVOCACY AND URBAM PLANNING
SOCIAL WELFER FORUM 1968 PP 58 CACY PLANNING
J.A.I.P. MARCH 1968 P.P. 88
3. Αν δεν μπορούμε να ξέρουμε π.χ. τις τεχνικές λεπτομέρειες κατασκευής και λειτουργίας μιας μονάδας βιολογικού καθαρισμού, αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να ξέρουμε και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η εγκατάσταση μιας τέτοιας μονάδας (γνώση πολύ πιο χρήσιμη).
4. Υπάρχει επίσης και το σχετικό πρόβλημα της επικοινωνίας των διαφόρων ειδικών μεταξύ τους που δεν αποτελεί όμως το κύριο θέμα μας εδώ αν και έχει μεγάλη σημασία γενικότερα.
5. Αναφέρουμε σχετικά ορισμένους «χωροψυχολόγους» (SOMMER, BARKER, LARNER) που δημιουργούν ολόκληρες θεωρίες όπως π.χ. η θεωρία των «σκηνικών συμπεριφοράς» (BEHOVIER SETTINGS THEORY) ή η «θεωρία ικανοποιήσεως» (SETIFACTION THEORY)κ.λ.π. για να μας πουν…το πιο απλό πράγμα: ότι πρέπει να βάλουμε βρύσες και παγκάκια στους υπαίθριους χώρους…Σύμφωνα μ’ αυτούς ο συνθέτης με λίγη δόση ψυχολογίας που προσθέτει στα δεδομένα μπορεί να είναι ήσυχος ότι έλαβε τα πάντα υπ’ όψη του «μετρώντας» έτσι εκτός από τις βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου και τις ψυχολογικές του αντιδράσεις. Όμως, όσο δεν υπάρχει βούληση και απόφαση από τα άτομα και άρα λείπει η πολιτική διάσταση, η τεχνοκρατία θα ζει με τη μια ή την άλλη μορφή.
6. «LA REVANCHE DES USAGERS» έκφραση που χρησιμοποιεί γι’ αυτό το θέμα ο MICHEL RAGON στο βιβλίο του «L’ ARCHITECTE, LE PRINCE ET LA DEMOCRATIE» (PARIS 1977) για να δηλώσει ότι έχει έρθει η σειρά των κατοίκων (χάρις στις μεθόδους συμμετοχής και αυτοδιαχείρισης) για να πάρουν την πρωτοβουλία στα θέματα οργάνωσης του χώρου (Αρχιτεκτονική κ.λ.π.).