Tapisseries στην Ελλάδα από το 1960 έως σήμερα!



(*) Δημήτρης Γρηγορίου

Επ’ ευκαιρία της έκθεσης «Υφάνσεις. Ζωγραφική και Ταπισερί στην Ελλάδα από το 1960 έως σήμερα» που διοργανώθηκε στο Μουσείο Μπενάκη από 22/11/2019-01/03/2020.

Προσχέδιο του Ι. Μόραλη

Κάθε άλλο παρά απαρατήρητη ήταν η εστίαση του ενδιαφέροντος υπό το πρίσμα της έκφρασης της ελληνικότητας στα έργα των μεταπολεμικών χρόνων. Σε σχέδια και προσχέδια που ακολουθούν εκφράζεται ο «τρόμος του κενού», που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της λαϊκής τέχνης, εντάσσοντας πληθώρα γραμμικών σχεδιασμένων μοτίβων. Στη θεματολογία αυτής της περιόδου, η οποία εμφανίζεται πλούσια και ετερογενής, ο ζωγράφος δοκιμάζει όλα τα εκφραστικά του μέσα, μεταβάλλοντας τις προτεραιότητές του από έργο σε έργο. Αλλού υπερέχει το χρώμα, αλλού η παράταξη των μορφών, άλλοτε αγγίζει τον κυβισμό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αξιοποιούνται ιδιώματα της βυζαντινής παράδοσης.[1]

Με την έλευση της δεκαετίας του ΄60, ουκ ολίγοι ήταν εκείνοι που τόλμησαν να κάνουν το επόμενο «άλμα» το οποίο θα επαλήθευε και πιθανώς να ολοκλήρωνε την καθιέρωση της παρουσίας των τεχνών εντός και εκτός των αρχιτεκτονικών συνθέσεων, προϊόν της νέας αντίληψης για την αντιμετώπιση του χώρου σε εικαστικό, αλλά κυρίως σε αρχιτεκτονικό πλαίσιο (ταυτοχρόνως παράγονται και έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, ανάγλυφα και έργα επί του φέροντος οργανισμού). Η καινοτομία που παρατηρείται έγκειται στο εξής ζήτημα: ο αρχιτέκτων συνδιαλέγεται-συνεργάζεται με τον εικαστικό και ο εικαστικός με τη σειρά του συνεργάζεται με τον τεχνίτη ή τον μάστορα για την εκτέλεση του προσυμφωνηθέντος έργου.

Μέσα στην προσπάθεια αυτή, της προσέγγισης της τέχνης με το πλατύτερο κοινό, θα έπρεπε να ενταχθούν και τα έργα που παρήγοντο εν σειρά υπό διάφορες μορφές – λιθογραφία, μεταξοτυπία – και που ακολουθώντας διάφορους τρόπους πιστής αναπαραγωγής ενός έργου τέχνης ή μιας μακέτας ενός καλλιτέχνη και πάντα κάτω από την καθοδήγηση και τον έλεγχό του, κυκλοφορούν σε ένα αριθμό αντιτύπων. Παρόλο που δεν έφεραν τη σφραγίδα του «μοναδικού», εντούτοις παρέμεναν «αυθεντικά» έργα τέχνης. Τα έργα αυτά καθιερώθηκαν με την ονομασία «multiples» ή «πολλαπλά».

Στο χώρο αυτό των «πολλαπλών» ανήκει και η tapisserie, η οποία στην προαναφερθείσα δεκαετία γνωρίζει μια αναγέννηση, παρόλο που ο σύγχρονος εσωτερικός αρχιτεκτονικός χώρος δεν έχει πια πρακτική ανάγκη από τις λειτουργικές της ιδιότητες. Φαίνεται όμως ότι εξακολουθεί να χρειάζεται την αισθητική της παρουσία.[2]

Η τοιχογραφία του Ι. Μόραλη για το κέντρο «Ωκεανίς» στη Βουλιαγμένη, έδωσε το έναυσμα της έναρξης μιας τάσης για αποτύπωση και αναπαραγωγή των έργων τέχνης που ήταν ενταγμένα στην αρχιτεκτονική σύνθεση, υπό την προϋπόθεση ότι εκεί που θα τοποθετηθεί το αντίγραφό τους θα έχει ληφθεί υπόψιν για το σχεδιασμό του εκάστοτε χώρου. Σε μεταγενέστερο στάδιο, με προτάσεις του για εισαγωγή κάποιων έργων του στην εφηρμοσμένη τέχνη της tapisserie, δεν ενήργησε με παρόμοιο τρόπο. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν έρχεται σε επαφή με τον αρχιτέκτονα, αλλά παραλαμβάνει το έργο –και κάποιες φορές την κάτοψη– από τον ιδιοκτήτη, καλούμενος να επέμβει στον υφιστάμενο σχεδιασμένο χώρο οικειοποιώντας και προσαρμόζοντας την τέχνη του σε αυτόν. Η προαναφερθείσα εφηρμοσμένη τέχνη αφορούσε κυρίως χώρους κατοικιών: είτε σε επίπεδο χώρων σαλονιού/καθημερινού είτε σε χώρους απομόνωσης/κατάκλισης, έχοντας κοινή υπόσταση στον χώρο οπουδήποτε και να τοποθετείτο.

Σε έργο του που τοποθετήθηκε σε τοίχο του καθημερινού αθηναϊκής κατοικίας[3], η απεικόνιση του ανθρώπινου στοιχείου αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη επαφή, το διάλογο και γενικότερα τη συνεύρεση των οικοδεσποτών και των φιλοξενουμένων τους στο καθημερινό της κατοικίας.

Ενώ από την άλλη, σε περίπτωση σύνθεσής του για τον τοίχο ενός υπνοδωματίου κατοικίας[4], το σενάριο του έργου είναι προσαρμοσμένο στη φιλοσοφία της κάτοψης. Ταυτοχρόνως, προβάλλοντας το γυμνό ως αναπόσπαστο στοιχείο του έργου, στέλνει με τη σειρά του τα ανάλογα μηνύματα στους φιλοξενούμενους.

(*)Δημήτρης Γρηγορίου
Τελειόφοιτος Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πολυτεχνείου Κρήτης

Πηγές
[1] Ξυδιά Βασιλική, Τέχνη και Βιογραφία: Η περίπτωση του Γιάννη Τσαρούχη και του Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2015, σελ.136-137

[2] Βλ. Δημακοπούλου Τζούλια, «Νέο είδος «tapisserie» πάνω σε έργα γνωστών Ελλήνων ζωγράφων στην Γκαλερί «Νέες Μορφές»», περ. Ζυγός, έτος 1973, τχ. Νοέμβριος – Δεκέμβριος, σελ.85, 88
[3] 1960, Γιάννης Μόραλης: «Βυθισμένη Πολιτεία». Διαστάσεις 4,25 x 2,46 μ. Εργαστήριο ταπισερί της Βασιλικής Πρόνοιας. Διευθύνων ο Ι. Φαϊτάκης.
[4] 1966, Γιάννης Μόραλης: Ταπισερί σε τοίχο. Διαστάσεις 2,00 x 1,00 μ. Εργαστήριο ταπισερί της Βασιλικής Πρόνοιας. Διευθύνων ο Ι. Φαϊτάκης. Με αφορμή τις επιτύμβιές του συνθέσεις που παρέπεμπαν στην κατάκλιση, ο Γ. Μόραλης συνεχίζει να φιλοτεχνεί παρόμοιες σκηνές με αναπόσπαστό τους στοιχείο το γυμνό, τη φροντίδα και τον έρωτα. Ενισχύει τη σύνθεσή του προσθέτοντας γεωμετρίες που ενσαρκώνουν την έννοια του υπερβατικού, θέλοντας να αποδώσει την ψευδαίσθηση ενός ονείρου.