Το Μυστικό του Ζαγοριού



page51_03
Λεπτομέρεια ανεμοδείκτη πάνω σε σκουπιδοφάγο σε εξοχικό σπίτι.

Πίσω απ’ τα πράγματα που βλέπουμε, ακούμε οσφραινόμαστε και στο βάθος κάθε πράξη, υπάρχει πάντα ένα μυστικό. Εκεί, πίσω μέσα σ’ αυτό το χώρο του μυστικού τον μακρόστενο απ’ τον κόσμο που αντικρίζουμε – τη βιτρίνα – υπάρχει τ’ αργαστήρι όπου μορφοποιούνται όλα τα «εκθέματα». Γι’ αυτό αν θέλεις να κατανοήσεις τα φαινόμενα όσο τους πρέπει, εκεί θα πρέπει να πας γιατί εκεί υλικό και στοχασμός, φαντασία και ιδρώτας, εντιμότητα και κέρδος…σμίγουν στην πάλη της δημιουργίας. Εκεί οι διεργασίες της «γέννας» – γιατί γέννα είναι κάθε δημιουργία – κάτω απ’ την τάξη μιας θείας νομοτέλειας, μυστηριακής και ασύλληπτης απ’ το νου τ’ ανθρώπου, κάνουν έργο αυτό που απαιτούν όλες μαζί οι δυνάμεις του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου.
Η αλήθεια αυτή, καθολική για τον κόσμο μας, φανερώνει το μόνο τρόπο που μεσ’ απ’ αυτόν μπορείς να βρεις και το μυστικό του κάθε τόπου, μικρού ή μεγάλου. Κι έχει ο κάθε τόπος το δικό του μυστικό – όλα εκείνα τα φαινόμενα που στάθηκαν πρώτη και κύρια αιτία απ’ όλες τις άλλες, για όσα φανερά έχει να δείξει. Αν θελήσει λοιπόν ν’ ανακαλύψει το μυστικό μιανού τόπου αρκεί να προσπεράσεις μέσα στον άφανο χώρο που είναι πίσω απ’ τα φαινόμενα και είναι τόσο μεγάλος όσο και η ιστορία του τόπου. για να μπεις εκεί μέσα μη περιμένεις να σε μπάσει. Το καθετί που βλέπεις ή ακούς είναι κι ένα κάλεσμα αρκεί μόνο να το δεχτείς.
Μ’ αυτά όλα στο νου αλλά και το φόβο μη πλανευτώ, προσπάθησα τούτο το οδοιπορικό, που ακολουθεί πιο κάτω και οδηγεί στο χώρο όπου βρίσκεται τα’ αργαστήρι του κόσμου, του ξακουστού Ζαγοριού της Ηπείρου.
Σαν τύχει ποτέ δεις τις Ηπειρώτικες φορεσιές, του Ηπειρωτικούς χορούς, κι ακούσεις τα Ηπειρώτικα τραγούδια, απ’ την αρχή κι εύκολα θα καταλάβεις, πως τα Ζαγορίσια, πέρα απ’ την ομορφιά, μαζί με το παράπονο, έχουν και μια περίσσια χάρη. Μια χάρη που φαντάζει πιο πολύ, όπως οι τόνοι και τα χρώματα, δείχνουν πιο λαμπερά μεσ’ από το σκοτεινό τους φόντο. Τούτο για το ήθος το Ηπειρωτικό μοιάζει να ξενίζει μια κι είναι σχεδόν νόμος σε τούτο τον τόπο πως σ’ όλα τα σημεία της έκφρασης πρέπει να σμίγουν χωρίς υπερβολή το ένα με τα’ άλλο, σχεδόν μέσα σε μια βαθιά σιωπή.
Μπορεί τότε ν’ αναρωτηθείς: γιατί νάναι ξεχωριστά; Νάναι αιτία ο τόπος; Νάναι τα πλούτη, που έδωσαν αυτή τη χάρη ή νάναι η στέρηση και η πίκρα των ανθρώπων που ζήταγαν πιο δυνατό το βάλσαμο του;
Ξέρουμε πως όλα τούτα, τραγούδια, χοροί, κεντίδια και στολίσματα, γίνονται όπως η ζωή τα θέλει, όπως αυτή ορίζει, όπως τα θέλησε ο τόπος κι οι άνθρωποι – γεννήματα κι αυτοί του τόπου. τούτη η εξήγηση, γνωστή για τους γραμματισμένους, γίνεται αποκαλυπτική για εκείνους που με πίστη και στόχαση κοντεύουν στον τόπο κι ακούν όσα δεν ακούει τα’ αυτί και βλέπουν όσα το μάτι δεν βλέπει, αλλά μπορεί όμως και να νοιώθει η ψυχή τους.
Έτσι, για να βρεις το μυστικό του Ζαγοριού, πρέπει να οδοιπορήσεις, να κοντέψεις εκεί ψηλά, πίσω απ’ τα βουνά που κλείνουν το Βοριά στα Γιάννινα, να φτάσει στις αγκαλιές της Πίνδου – της μάνας του Ελληνισμού – και να προσπαθήσεις να αφουγκραστείς μηνύματα, κι απόηχους παλιούς και νέους όπως βγαίνουν μεσ’ απ’ τον ίδιο τον τόπο.

page51_04
Κύπρος ‘74
page51_06
Δρόμος στη Μύκονο
page51_07
Σπίτια στο Σούλι (της Τζαβέλαινας στην Ήπειρο)
page51_08
Σπίτι στα Γιάννενα πάνω στο Κάστρο

 

 

 

 

 

 
Οδοιπόρε, μη προσπαθήσεις να μαντέψεις μ’ όσα γύρω σου δεις, όπως θ’ ανηφορίζεις το δρόμο προς τα Ζαγοροχώρια. Μη σε πλανέψουν τ’ ασήμια της λίμνης των Γιαννιτσών, τα πράσινα υφάδια του κάμπου της Λαψίστας κι ο χορός που στήσαν οι μυριάδες γύρω σου βουνοκορφές. Όλα τούτα τα όμορφα τραγούδια των σειρήνων, μη σε σταματήσουν. Η «Ιθάκη» είναι ακόμη πιο πέρα, μη το ξεχνάς. Τα Ζαγόρια είναι κει όπου η γης σμίγει με τα ουράνια, πότε φανερά στο φως του ήλιου και πότε κρυφά μέσα σ’ ανταργιασμένα σύννεφα. Είναι κει όπου μυριάδες ελάτια λυγερά, χορεύουν κοντά – κοντά στ’ άλαλο τραγούδι του Βοριά και του Θρασκιά, το ρυθμό της αιώνιας κίνησης.
Να ξέρεις πως κόντεψες στο Ζαγόρι, όταν ακούσεις τη βροντή να βγαίνει σαν κραυγή μεσ’ απ’ τα σωθικά του φαραγγιού του Βίκου, για να σμίξει με την αποκέντρωση του ορίζοντα, με τα περιβόλια, τις πλαγιές και τις ατελείωτες βουνοκορφάδες. Και να σιγουρευτείς πως έφτασες μόνο όταν δεις αυτούς που σε καλωσορίζουν νάχουν πρόσωπα ρυτιδιασμένα, όμοια με τα βράχια του τόπου, τις μάντρες και τις καλντερισμένες στράτες όταν νοιώσεις πως ξέχασες τον κόσμο πούξερες, κι ακούς μόνο απόηχους αιώνιους, όπως στην εκκλησιά. Και είναι μια εκκλησιά τούτος ο τόπος, γιατί είναι μαζί και όμορφος και τρομερός. Γιατί έχει Παντοκράτορα την πανύψηλη κορφή της Τύμφης, έχει Παναγιά τον πόνο της μαυροφόρας κυραμάνας, έχει αγγέλους τα φτερωτά ελάτια, κι έχει και ψαλμούς τα γεμάτα πίστη και νόημα μοιρολόια…
Οδοιπόρε αν θέλεις να μάθεις το μυστικό που σε κίνησε μέχρις εδώ, πρέπει να πας και πιο πέρα. Εκεί στα χωριά πούναι κρυμμένα «σαν τα πλις τ’ ς πέρδικας, μεσ’ στα λιθάρια» και ξεχωρίζουν μόνο απ’ το χνότο που βγαίνει απ’ τις καμινάδες.
Πρέπει να πας, γιατί πρέπει ν’ ακούσεις, να δεις και να μάθεις κι άλλα πολλά. Ν’ ακούσεις ιστορίες, όμορφα παραμύθια και μύθους παλιούς, τραγούδια, βουβά μοιρολόϊα και να δεις όμορφα, χαρούμενα λυπητερά κεντίδια και στολίδια, κι άλλα, κι’ άλλα πολλά…
– Θ’ ακούσεις, πως οι Σαρακατσαναίοι ζουν αυτό τον τόπο, εδώ και 25.000 χρόνια, όπως και σήμερα, μέσα στις αχυρένιες καλύβες τους συντροφιά με τα ζωντανά, τη φύση και το Θεό…- Θ’ ακούσεις, για Προιστορικά χωριά, σαν αυτό που βρέθηκε πάνω απ’ τη Βίτσα κοντά στο Μονοδένδρι, και γ’ άλλα αρχαία και βυζαντινά, που υπομένουν καρτερικά το χρόνο για να μακραίνουν το παρελθόν – τη ρίζα – του Ζαγοριού.
– Θα μάθεις, πως από τα 44 χωριά του το Πάπιγκο, η Αρίστη, τα Σουδενά, ο Ελαφότοπος κ.α., που γράφει το Χρυσόβουλο του Συμεών στα 13 25, είναι χωριά πολύ παλιά με ζωή κοντά 1.000 χρόνια.
– Θ’ ακούσεις, πως πρίνα από 2.000 χρόνια, οι αρχαίοι κάτοικοι του Ζαγοριού, Παρωραίοι και Τυμφαίοι, ήταν φάρες του «Κοινού των Ηπειρωτών», όπου, στον ιερό τόπο της Δωδώνης στο ιερό της Διώνης και του Δία – της γονιμότητας και του Κεραυνού, της γης και τα’ ουρανού, – μαζί όλοι αποφασίζουν για τα κοινά. Ακόμα θ’ ακούσεις πως και στην Τουρκοκρατία οι ζαγορίσιοι κράτησαν τον τόπο τους αμόλυντο, γιατί είχαν το «κοινό των Ζαγορίσιων» κι αποφάσιζαν μόνοι τους, με δικό τους δίκαιο, όπως λέμε σήμερα.
– Θα σου πουν ακόμα, οδοιπόρε, κι άλλες περήφανες ιστορίες. Για σοφούς Ζαγορίσιου Δασκάλους, το Μεθόδιο Ανθρακίτη, το Νεόφυτου Δούκα κι άλλους – κι άλλους. Θα σου πουν και για τρανούς πραματευτάδες, που άρχισαν να ξενιτεύονται από τον 17ο αιώνα μ.Χ. για να κάνουν πατρίδες μακρυνές το Βουκουρέστι, την Αίγυπτο ακόμα κι αυτή την Κίνα, και να φέρουν στο Ζαγόρι πλούτη να στήσουν αρχοντικά περήφανα δύπατα, ακόμα και πεντάπατα, σχολεία ξακουστά κι απ’ τα πρώτα τότε σ’ όλο το Ελληνισμό, Εκκλησίες θαυμαστές, πλατείες βαθύσκιωτες και στάτες φειδογυριστές, κλαντεριμένιες, να πατούν στέρεα ζωντανά κι άνθρωποι, γιοφύρια τοξωτά καλίγραμμα και μοναδικά και βρύσες που δροσίζουν, ξαποσταίνουν κι άλλα – κι άλλα, όλα για την πίστη και την προκοπή των συνανθρώπων τους…
πρόσεξε όμως οδοιπόρε την ώρα που σου λεν’ ιστορίες και θα δεις πως αυτός που τα μονολογεί θ’ αναστενάξει. Και θ’ αναστενάξει γιατί δεν φτάνει να πει τον πόνο του, αυτόν που πάντα τον βαραίνει. Αν θέλεις να μάθεις γι’ αυτόν, ζήτα καλλίτερα να σου τραγουδήσει, γιατί μόνο έτσι έμαθε κι έτσι μόνο ξέρει να λέει γι’ αυτόν. Ζήτα να τραγουδήσει και θα μάθεις.
– «…Μάνα μου, σήκου ζύμωσε κριθάρια παξιμάδια,
– βάλε με πόθο το νερό, μ’ αγάπη ζυμωσέτα,
– για να γυρίσει γλήγορα ο γυιός σ’ από τα ξένα
– Με δάκρυα χύνει το νερό, με δάκρυα ζυμώνει,
– με κλάματα τα έπλασε και με το μοιρολόγι,
– Τρίτη, Τετράδη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,
– που καββαλίκεψαν ο νειός και πίσω δεν εφάνη».
Ο νειός πέθανε απ’ τον καημό, κι η μάνα πέθανε χωρίς το νειό, κι αντάμα και το Ζαγόρι. Νάναι τάχα η θεία δίκη που κάνει ολ’ αυτά, να σκοτώνει, όταν η μοίρα του τόπου σας θες ν’ αλλάξεις;
Έτσι με τον ακιρό το Ζαγόρι στέρεψε από κόσμο, και σήμερα με λιγότερους κι από λίγους, μένει βουβό στον κόσμο των περασμένων.
Και τώρα, οδοιπόρε, που άκουσες κι’ έμαθες και μπορείς να στοχαστής, διάβαινε το έρημο καλτερίμι της στράτας, όπως περνάει στη μέση το μαχαλά, να πας στο μεσοχώρι. Αφουγκράσου μόνο τους απόηχους μη κοιτάς. Αφουγκράσου τα πέταλα των φορωμένων με πραμάτια μουλαριών στα ξακουστά ζαγορίσια καλντερίμια, π’ ανηφορίζουν και κατηφορίζουν και χάνονται αφουγκράσου τις φωνές των πραματευτάδων που απ’ το πλήθος τους δεν αφήνουν άλλον να προσπεράσει.

page51_09
Μυστράς
page51_10
Στρούγκα στο κάμπο του Αγρινίου, πάνω σε μικρό ύψωμα. Σημ:…Σαν αρχαίος ναός
page51_11
Στρούγκα για πρόβατα στον κάμπο της Πρέβεζας
page51_12
Φρατζλετα στου Λούρο Πρεβέζης – Πάνω διαμονή κάτω ελεύθερος χώρος – pilotti(!)

 

 

 

 

 

 
Και κει στις πεζούλες της αυλόπορτας, όπου αντάμωναν οι γείτονες να πουν για τη σοδιά, τα νέα απ’ την πόλη, την ξενιτιά κι όλα γίνονται ένα και κοινό για όλους, στάσου, ακούμπα στην πεζούλα, να δεις πως ξεκουράζει το νου και την καρδιά μαζί με τ’ αποσταμένο κορμί. Μ’ αναπαυμό, κοίτα γύρω σου, κοίτα το πέτρινο χαλί με τα τόσα καλοβολομένα στην αράδα λιθάρια και λιθαρίτσια στο κατώφλι της αυλόπορτας. Κοίτα πάνω σου πως συνταιριάζουν πιασμένα χέρι – χέρι τα ξύλα της στέγης της αυλόπορτας για να κρατήσουν τις βαριές μαυρόπλακες. Κοίτα τον ψηλό μαντρότοιχο με την αραδοτή την πέτρα, πως αδελφώνεται με το σχισμένο απ’ τον καιρό βράχο κοίτα το αγριόχορτο και το λουλούδι, που ξεφυτρώνει μεσ’ απ’ τα λιθάρια με την ίδια στέρηση για νερό και τροφή όπως κι οι άνθρωποι κοίτα το μαύρο σιδερένιο με κεντίδια τσιοκάνι της αυλόπορτας πούφερνε λογιών – λογιών αγγέλματα και τώρα χρόνια μένει βουβό μες την αρρώστια της σκουριάς του. Κοίτα τα ροζιασμένα και σκευρωμένα από την πολυκαιρία ξύλα της αυλόπορτας, όμοια κι αυτά πεδεμένα στο χρόνο με τις πολύχρονες παλάμες του νοικοκύρη τους…
…Κι αν σούμεινε κι άλλο κουράγιο, ύστερα απ’ όλ’ αυτά, προσπάθησε ν’ αφουγκραστής τούτο το τραγούδι που χρόνια και χρόνια ακούγονταν πίσω απ’ το ξωπέταχτο κεινό καγκελωτό παραθύρι…
– «Μάνα μ’ γιατί με πάντρεψες και μώδωσες Βλαχιώτη;
– δώδεκα χρόνου’ ς τη Βλαχιά και τρεις βραδυαίς’ ς το σπίτι
– τρίτη βραδιά, πικρή βραδιά, δύο ώραις πρίν να φέξη,
– άπλωσα το χεράκι μου, τον άντρα μου δε βρίσκω…»
οδοιπόρε κι αν το κουράγιο σούλειψε πρέπει ακόμα να δείς και όσα δεν είναι πρεπούμενα στον κόσμο να βγαίνουν, κι’ η αυλόπορτα τα σφαλίζει πίσω απ’ τις μάντρες τις ψηλές που μοιάζουν με τοιχόκαστρα. Χτύπα το τσιοκάνι να σ’ ανοίξουν να μπείς στ’ αρχοντικό που είδε ο Αλή Πασάς και «εθαύμασεν και εφθόνισε όπως λέει ο ιστορικός. Πέρνα το πλακόστρωτο της αυλής με την κρεββατίνα αλλά μη σε σταματήσει η ομορφιά και η δροσιά της. Έμπα στο σπίτι, στο χαγιάτι, τον καλοδεχτούμενο, χωρίς μουσαφηρέους, με τα πολλά μπάσια όντα, το χειμωνιάτικο με τις βελέντζες. Το μαγειριό…Κοίτα, αλλά μη ρωτάς. Κοίτα τα σκαλιστά ταβάνια, τις λάμπες πούναι απ’ την Ευρώπη ακόμα κι αυτά τα φλιτζανάκια του καφέ και τα πιατάκια, πούναι απ’ την Κίνα. Και τα στολίσματα και τα υφαντά που δείχνουν τόσο χαρούμενα, και τις χρωματιστές ζωγραφιές από λιμάνια και πολιτείες μακρινές, ξεχασμένες… «η ωραία Σεβαστούπολη»…
κοίτα όσο μπορείς όμως μη ρωτάς δεν κάνει. Στοχάσου στη σιωπή σου…
οδοιπόρε, μη σταματήσεις. Διάβαινε τον ίδιο δρόμο, με το μεσοχώρι. Εκεί στην εκκλησιά, με τις καμπάνες, το ψηλό καμπαναριό με το ρολόι, και το σχολείο σ’ αυτά πού’ ναι σύμβολα του ιδρώτα και της πίστης των ξενιτεμένων και μνήμες της χαράς κι αγωνίες των ντόπιων…
…Τούτοι οι Άγιοι οι σιωπηλοί και τούτα τα βιβλία, είναι αυτοί που δίδαξαν γενιές – γενεών κι έδωσαν το κουράγιο, τη δύναμη, να ζήσει και να τρανέψει το Ζαγόρι, να γίνει περηφάνια και καμάρι της Ηπείρου και όλου του Ελληνικού. «…Γυναίκα – γράφει ένας ξενητεμένος Ζαγορίσιος – του χρόνου λέω νάρθω και θέλω ο γιός μας νάχη μάθει μέχρι τότε καλά τα Γαλλικά και τ’ ανώτερα μαθηματικά, για να τον πάρω να σπουδάσει στα ξένα…»
οδοιπόρε, πρέπει τώρα να μαντέψεις το μυστικό του Ζαγοριού. Πρέπει να μαντέψεις πως τα Θεικά μηνύματα του τόπου κι’ η πίστη, τα φαρμάκια της ξενητιάς και η καρτεργιά μαζί με τα πολλά τα πλούτια, όλα μαζί, χάλκεψαν το νου και την καρδιά τούτων των ανθρώπων κι’ έφτιαξαν τον κόσμο που σε ξάφνιασε όταν τον πρωτοείδες.
Απ’ τον τόπο βγήκε η δύναμη, απ’ την πίστη και την καρτεργιά, η σιωπή κι η λάμψη απ’ τα πλούτια. Όσο για την κατάντια; Νάναι αίτια τάχα η περηφάνεια που φέρνουν τα πλούτη και κάνουν τον άνθρωπο, τον τόπο του να μην λογιάζει…
ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΡΙΣΗΣ

page51_13
Οι Δελφοί

page51_01 page51_02

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκα στα Γιάννενα το 1933. εκεί τελείωσα το Γυμνάσιο και στα 1957 την Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου.
Το 1960 διωρίστηκα στο Υπουργείο Δημ. Έργων και σήμερα εξακολουθώ να εργάζομαι σ’ αυτό με τον βαθμό του Επιθεωρητού ως Δ/ντής της Δ/νσεως Παραδοσιακών οικισμών και Περιβάλλοντος της Γενικής Δ/νσεως Οικισμού.
Η κύρια απασχόληση μου στο ΥΠ.Δ.Ε. ήταν η πολεοδομία ως σχεδιασμός και εφαρμογή ενώ ιδιωτικά με απασχολεί πάντα η παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική όπως και διάφορα θέματα αρχαιολογικά της Ηπείρου.
Εργασίες μου έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ως αυτοτελείς εκδόσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Οι φωτογραφίες, τα σχέδια, και τα σκίτσα της παρουσίασης αυτής είναι του Βασίλη Χαρίση.

Σημειώσεις

Είναι αλήθεια πως όταν κάνεις Αρχιτεκτονική δεν είναι ανάγκη να γράφεις γι’ αυτή, κι’ αυτό γιατί τα σχέδια, πρώτα, και το χτισμένο κτίριο μετά, αν έχουν κάτι να πουν θα το πουν χωρίς καμιά εξήγηση κι αν πάλι δεν έχουν κάτι δεν πρόκειται να πουν ποτέ τίποτε. Έτσι νομίζω πως το μόνο που απομένει να γράψεις, για την αρχιτεκτονική που κάνεις, όταν στο ζητήσουν, είναι να περιγράψεις τις αρχές που πιστεύεις – την αντίληψη σου γι’ αυτήν.Μ’ αυτές τις σκέψεις, λοιπόν, μπορώ να πω πως τα βασικά σημεία αναφοράς στην προσπάθεια της δουλειάς μου, που φαίνεται σε σκίτσα σπουδής και φωτογραφίας, κατασκευών, είναι δύο: ο τόπος και ο άνθρωπος με την πιο απλή και ουσιαστική του έννοια.Ότι δηλαδή: Τόπος είναι η γης, τα βουνά, τα δέντρα, τα σύννεφα, η βροχή κι’ οι κεραυνοί, οι βράχοι, οι πέτρες και τα’ αγριόχορτα…η ιστορία και η παράδοση. Άνθρωπος είναι εκείνος που είναι απλός κι’ απελευθερωμένος, τίμιος για τον εαυτό του και τους άλλους. [Θυμάμαι τώρα πως όσες φορές μούτυχε να μην εκπληρώνεται αυτή η δεύτερη προϋπόθεση δεν μπόρεσα ούτε να σκεφθώ ούτε να σχεδιάσω κάτι απ’ ότι μου ζήτησαν].Ίσως, μετά από τα παραπάνω, ν’ αποκαλύπτεται μόνη της η βαθύτερη πίστη μου σ’ αυτό που λέμε παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική μια κι’ αυτή βασίστηκε τόσο πολύ και στα δύο σημεία που ανάφερα: στον τόπο και στον άνθρωπο.το ότι ο πρωτομάστορας έδωσε τόσο διαφορετικές εκφράσεις στην αρχιτεκτονική από τόπο σε τόπο – άλλο στα νησιά, άλλο στο βουνό, άλλο στην πόλη και πάντα με ευλάβεια για τον τόπο και σύμφωνα με όσα ήθελαν οι συνάνθρωποι του – δεν είναι μια τρανή απόδειξη γι’ αυτό; Και δεν είναι πάλι απόδειξη της ευλάβειας για τον τόπο το ότι έργα φαίνονταν σαν γεννήματα της φύσης αλλά και απόδειξη σεβασμού στον άνθρωπο το ότι όλοι αγάπησαν και αγαπούν το χωριό, τη γειτονιά το σπίτι τους, – (σκίτσα: Μύκονος, Σούλι, Γιάννενα).Νομίζω πως δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει κανείς πως ότι έκαμε η παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική ήταν μια άδολη έκφραση μιας αγαθής πρόθεσης που στάθηκε ικανή να γεννήσει τις μύτρες των πιο μεγάλων μορφών της αρχιτεκτονικής (Βλέπε σκίτσο στρούγκας στο Αγρίνιο).Μετά απ’ όλα τα παραπάνω πιστεύω πως αυτά που έχει να μας διδάξει η παραδοσιακή μας Αρχιτεκτονική είναι πως για την Αρχιτεκτονική σημασία έχει: 1. Ο χώρος, σαν θετικός – εσωτερικός – και αρνητικός – εξωτερικά – να είναι οικείος, για τον τόπο και τον άνθρωπο. Γι’ αυτό στην παραδοσιακή μας Αρχιτεκτονική τα κτίσματα συνταιριάζουν στο χώρο τους με την γραφικότητα, την κλίμακα και την σεμνότητα τους αν θέλετε, και ήταν ζεστά, καλοδεχούμενα με την πρόσκληση του χαγιάτικου τους και τον εσωτερικό τους κόσμο.2. Να υπάρχει στην αρχιτεκτονική σύνθεση τελειωμένο – φτασμένο – το στοιχείο της μετάβασης με την ίδια σημασία όπως και στην μουσική μια και η μετάβαση συνθέτει στο χρόνο, τις συγκινησιακές καταστάσεις που δημιουργούν οι ξεχωριστοί χώροι και μορφές. Ας σκεφτούμε απλά – απλά το μπάσιμο στο λαικό σπίτι. Από το δρόμο – δημ΄σιο χώρο – στεκόμαστε στην αυλόθηρα – στάση προσωπική-, μπαίνουμε στην αυλή – αγαπητό οικογενειακό άσυλο – περνάμε στο χαγιάτι – οικεία υποδοχή με την άνεση που δίνει η κλίμακα του και ο λίγος φωτισμός – και φτάνουμε στο δωμάτιο που είναι καθαρά χώρος ατομικός σ’ αντίθεση με τον δημόσιο του δρόμου, που αφήσαμε πίσω.3. Η κλίμακα του έργου δεν πρέπει να είναι πέρα από το ανθρώπινο μέτρο – ακόμα και κει που οι άλλοι κρίνουν ότι θάπρεπε να είναι υπερβατική. Απόδειξη είναι όλα τα δημιουργήματα της Παραδοσιακής μας Αρχιτεκτονικής ακόμα κι’ αυτές οι εκκλησίες.4. Η λειτουργία να είναι απλή, πρακτική, χωρίς εμπόδια – ρέουσα – αλλά και ουσιαστικά. Ας θυμηθούμε πως ήταν στα παλιά αρχοντικά ενοποιημένοι όλοι οι χώροι και πως ξεχώριζε η θέση του Πατριάρχου – αφέντη ανάμεσα απ’ τις άλλες μια και έτσι έπρεπε.5. Η λεπτομέρεια να είναι χαρακτηριστική, γιατί αυτή δίνει στο μάτι χαρά, όταν η θεά της φύσης λήψει και κλείνει προσωπικούς συμβολισμούς, μέσα απ’ τους οποίους ο καθένας αποζητάει διάφορες μνλημες – το σκάλισμα, η ζωγραφιά, το σκάλισμα στο φουρούσι, ο κόκορας σαν ανεμοδείκτης, η αναμνηστική πλάκα με τα κυπαρίσσια και άλλα… 6. Η κατασκευή να είναι πρακτική και οικονομική χωρίς να παρασύρεται από τους αποπροσανατολισμούς της μόδας και την επίδειξη, γιατί όπως λένε οι παλαιοί μάστοροι αυτό είναι περηφάνεια – δηλαδή αμαρτία.Με αυτές τις αρχές για το χώρο, την μετάβαση, την κλίμακα, τη λειτουργία, τη λεπτομέρεια και την πρακτικότητα και οικονομία της κατασκευής προσπάθησα να κάνω ό,τι μπορούσα στην αρχιτεκτονική. Αυτές, από πίστη στάθηκαν οι βασικές μου αρχές και μ’ αυτές προσπάθησα να σχεδιάσω, το κάθε τι που τύχαινε, μέσα στο χώρο του, φυσικό ή δομημένο. Και μια εξήγηση: ό,τι έκανα και δείχνω δεν έχει καμιά άλλη έννοια παρά μόνον να δείξει τον προβληματισμό μου που νομίζω πως πρέπει να είναι προβληματισμός καθολικότερος στην αρχιτεκτονική προσπάθεια που γίνεται στον τόπο τούτον.

page51_05         page51_14 page51_15