Το έργο του Πάνου Νικολή Τζελέπη



1
1.Ο Π.Ν. Τζελέπης, τελευταία του φωτογραφία, 1976
3
2,3.Δύο σπουδαστικές εργασίες του Π.Ν. Τζελέπη στην Ecole Speciale d’Architecture.
4
4,5. Διάφορες μελέτες του Π.Ν. Τζελέπη.
6
6. Φωτογραφία του σταθμού της Rouen με αυτόγραφη αφιέρωση στον Π.Ν. Τζελέπη από τον Dervaux.

 

 

 

 

 

 

 


«ΣΩ. – Κακόν αρ’, ως έοικεν, εστίν η του βελτίστου άγνοια και το αγνοείν το βέλτιστον».
(Πλάτωνος, Αλκιβιάδης Δεύτερος, VI E)

9
9. Το σπίτι Τζελέπη στην Αθήνα (Μονφεράτου 30), 1924-25.
10
10. Δωμάτιο στον όροφο του Ελληνικού περιπτέρου στην έκθεση του Παρισιού σχεδιασμένο από τον Π.Ν. Τζελέπη, 1925.

«…Έχω εμπιστοσύνη στον ελληνικό λαό αφού έχει δημιουργήσει μια τέτοια αρχιτεκτονική που συμβάλλει πλαστικά στη σημερινή…», έγραφε ο Auguste Perret 1 στον Τζελέπη για το βιβλίο που ο έλληνας αρχιτέκτονας κυκλοφόρησε το 1952 στο Παρίσι με τίτλο «L’Architecture Populaire en Grece» 2 .
Η ανάγκη της μελέτης των μορφών της λαϊκής μας αρχιτεκτονικής είναι ίσως για το έργο του ένα απ’ τα κλειδιά κατανόησης του.
Ο Πάνος Νικολή Τζελέπης θα ξεκινήσει απ’ την Κωνσταντινούπολη όπου γεννιέται το 1894. ο πατέρας του, Νικολής, είναι αρχιτέκτων στο παλάτι του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και γι΄ αυτό ο ακόμη μικρός Πάνος έχει την ευκαιρία απ’ τα πρώτα του χρόνια να εξοικειωθεί με τις βασικές αρχές της μετέπειτα δουλειάς του. Στην Πόλη θα πραγματοποιήσει τις γυμναστικές σπουδές του για να γραφτεί τελικά στο Ιταλικό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Κωνσταντινουπόλεως.
Οι συνθήκες όμως κι ο πόλεμος αναγκάζουν την οικογένεια να φύγει απ΄ την Τουρκία  για να εγκατασταθεί προσωρινά στην Αθήνα όπου ο Τζελέπης γράφεται και παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής και γλυπτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Θωμόπουλο. Είναι η εποχή που γνωρίζεται με τον Γ. Κοντολέοντα, με τον οποίο θα συνδεθεί όχι μόνο με θερμή φιλία, αλλά και με κοινές θέσεις πάνω στην τέχνη και το μέλλον της αρχιτεκτονικής. Μαζί ταξιδεύουν σ’ όλη την Ελλάδα για να γνωρίσουν την μνημειακή αρχιτεκτονική παράδοση και το Ελληνικό τοπίο σ’ όλες του τις παραλλαγές.

 

11
11. Οικία Οικονομίδη στο Ελληνικό, 1925.
12
12. Οικία Τζελέπη στο Ελληνικό, 1928.
14
14. Οικία Φραντζή στο Ψυχικό, 1932.

13

Τα χρόνια περνούν γρήγορα και με το τέλος του πολέμου ο αρχιτέκτονας φεύγει για τις τόσο ποθητές σπουδές στο Ecole Speciale d; Architecture στο Παρίσι. Τα χρόνια αυτά στη γαλλική πρωτεύουσα και η σπουδή του μέσα στο εκεί κλίμα του ακαδημαϊκού εκλεκτικισμού στην αρχιτεκτονική θα τον επηρεάσουν πολύ στα πρώτα βήματα του. Η γνωριμία του με τον Dolphe Dervaux, – έναν απ΄ τους εκφραστές της «επίσημης αρχιτεκτονικής» στη Γαλλία -, το 1920, θα δώσουν τα τόσο φανερά αποτελέσματα στις τελευταίες φοιτητικές του εργασίες (Εικ. 2, 3) καθώς και σε διάφορες μελέτες του (Εικ. 4, 5) υποδηλώνοντας τη θέληση του να νοιώσει και να αφομοιώσει τα διδάγματα αυτής που εμφανίζεται σαν σύγχρονη αρχιτεκτονική.

19 20
Είναι η εποχή της μεγάλης αλλαγής στο στερέωμα του αρχιτεκτονικού κινήματος. Το Art Nouveau δίνει ακόμη δείγματα της ύπαρξης του, αν και η δουλειά ενός Guimard 3όπως και των συνεχιστών του είναι πια ασύμφορη στη νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που υφίσταται τα νέα δεδομένα μιας ριζοσπαστικής τεχνολογίας.

15
15. Το κατάστημα Στρογγυλού στην Αθήνα, εσωτερική διαμόρφωση, 1933.
16
16. Οικία Ιμβριώτη στο Ελληνικό, 1937.
17
17. Οικία Ιμβριώτη, το εσωτερικό.

Είναι βασικό στην παιδεία του Τζελέπη ότι μορφώνει την αρχιτεκτονική σκέψη του ακριβώς την εποχή της μεγάλης δημιουργικής κρίσης στην αρχιτεκτονική κουλτούρα. Το τέλος εκλεκτικισμού μαζί με το αναπόφευκτο ξέφτισμα του Art Nouveau, η όλο και μεγαλύτερη χρήση του νέου υλικού, του μπετόν αρμέ είναι τα στοιχεία που τον οδηγούν στο δύσκολο δρόμο της διαλογής. Ο Le Corbusier είναι πια μια πραγματικότητα, όπως και αυτό που ο ίδιος ο μεγάλος γάλλος αρχιτέκτονας σημειώνει στις αποκλεισμένες μελέτες του απ’ τους μεγάλους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς της εποχής: «Ο ακαδημαϊσμός είπε πάλι Όχι» αποτελεί μια πραγματική θέση άρνηση στην προσπάθεια επικράτησης του νέου ρεύματος της αρχιτεκτονικής. Ο ακαδημαϊσμός είναι ριζωμένος γερά και στις Σχολές βαδίζουν ακόμη πάνω στα γνωστά και σίγουρα καλούπια των κανόνων που ήδη το Art Nouveau έχει προσπαθήσει να ανατρέψει με τη δουλειά ενόςHorta.

 

22
19,20,21,22. Το εστιατόριο στην παιδούπολη της Βουλής, 1936.
18
18. Το συγκρότημα ΠΙΚΠΑ στην Πεντέλη.

Γι’ αυτό και σε ορισμένα σκίτσα του Τζελέπη διακρίνουμε αυτή την πάλη, αυτή την αδυσώπητη αναζήτηση του δρόμου, ενός νέου δρόμου όχι μόνον «σύγχρονου» αλλά ικανού να επιβιώσει και να προσφέρει στις διαμορφούμενες ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας που με την επιστροφή του, το 1923 καλείται να αντιμετωπίσει.

8 7

Το σπίτι της οδού Μομφεράτου αρ. 30 (Εικ. 9) αποτελεί χειροπιαστό δείγμα αυτής της πάλης αν και ανάγεται ήδη στην περίοδο 1924-1925.
Στην Ελλάδα υπάρχει Αρχιτεκτονική Σχολή στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο απ’ το 1917, η εταιρεία Α. Ζαχαρίου & Σία, στα γραφεία της Σανταρόζα και Σταδίου, είναι η πρώτη που εκπονεί στατιστικές μελέτες υπολογισμού του μπετόν αρμέ. Συγχρόνως και με κυριότερο εκφραστή τον Αριστοτέλη Ζάχο, έχει δημιουργηθεί μια νέα τάση στην αρχιτεκτονική του τόπου η οποία βασίζει την έκφραση της στα διδάγματα της βυζαντινής παράδοσης και της λαϊκής αρχιτεκτονικής μορφολογίας σαν υπόβαση στη νέα συνθετική της προσπάθεια. Κυριώτερο δείγμα αυτού του ρεύματος είναι και το σπίτι της Α. Χατζημιχάλη στην Πλάκα, έργο του Α. Ζάχου.

24
23, 24. Το θεατράκι στη Παιδούπολη της Βούλας.25001

23

 

26
26. Ανέκδοτη ακουαρέλλα του αρχιτέκτονα (Μύκονος, Γουμενιό)
Αυτό σε πολύ γενικές γραμμές είναι το κλίμα μέσα στο οποίο έρχεται να δουλέψει ο Τζελέπης, γνώστης όχι μόνον αυτής της πραγματικότητας αλλά και θαυμαστής των νέων τάσεων της Ευρώπης, του De Stijlκαι της Bauhaus. Απ’ το 1925 οTheo van Doesburgέχει εκφράσει το πιστεύω της νέας αρχιτεκτονικής για τη μεθόδευση μιας κριτικής αντιμετώπισης στη συνθετική μορφολογία . η υπόσταση του αρχιτεκτονικού αποτελέσματος αλλά και το «αισθητικό πιστεύω» έχει υποστεί ριζικές αλλαγές. Το κτίριο σαν δημιούργημα γενικότερης αναζήτησης δεν προκύπτει πια απ’ τους στιλιστικούς κανόνες μιας κάποιας «ρυθμολογίας» αλλά απ’ τους κανόνες του ορθολογισμού και της ανάγκης, μεταφρασμένης αυτή τής της τελευταίας, μέσα απ’ τη νέα αισθητική πραγματικότητα πλαστικής αντιμετώπισης της αρχιτεκτονικής, με φιλοσοφικές βάσεις προοδευτικής παιδείας στο ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο.
Μέσα στην ομάδα των νέων ελλήνων αρχιτεκτόνων που θα δημιουργήσουν στην περίοδο του μεοσπολέμου, η μορφή του Πάνου Νικολή Τζελέπη είναι εντελώς ξεχωριστή. Τα έργα βγαλμένα την εποχή εκείνη από τους: Κοντολέοντα, Δούρα, Μητσάκη, Βαλεντή, Πικιώνη, Άγγελο Σιάγα και Παναγιωτάκο αποτελούν  την αγνότερη έκφραση για την πορεία που η νέα ελληνική αρχιτεκτονική έπρεπε να ακολουθήσει. Δυστυχώς μια άλλη τάση στο αρχιτεκτονικό κίνημα του τόπου προώθησε μια μορφολογία με εκλεκτίστικη, διάθεση που διοχετεύτηκε και στο χώρο της αρχιτεκτονικής παιδείας. 

Αντίθετα η ομάδα που προαναφέραμε και μέσα σ’ αυτήν ο Π. Ν. Τζελέπης προσπαθούν να διαμορφώσουν και να κατακυρώσουν μια νέα ελληνική αρχιτεκτονική ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες του τόπου τόσο σκληρά δοκιμασμένου αλλά και τόσο απομονωμένου απ’ τα διεθνή πρωτοποριακά κινήματα. Πολύ σωστά παρατηρεί ο Σ. Αμούργης σε σχετική μελέτη του ότι «…πολλοί (απ’ τους αρχιτέκτονες του μεσοπολέμου) έμειναν από φορείς, άλλοι όμως εμπνεύστηκαν και προσπάθησαν να βρουν μια σωστή αρχιτεκτονική έκφραση στον ελληνικό χώρο».
Απ΄ τα διεθνή κινήματα με γενικότερη απήχηση, το De Stijlκαι ο Κυβισμός είναι εκείνα που διοχετευμένα μέσα απ’ τοPurisme που επιβάλλεται με το έργο του Le Corbusier10 θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός νέου «αρχιτεκτονικού πιστεύω» στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, χωρίς βέβαια να παραγκωνίζονται και τα διδάγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής που με τόση ένταση εμφανίζονται στο έργο του Τζελέπη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αρχιτέκτονας θα αφομοιώσει τις αξίες της λαϊκής αρχιτεκτονικής δίνοντας χειροπιαστά δείγματα τη στιγμή της αντιμετώπισης των προβλημάτων της συνθέσεως των έργων του.
Γι’ αυτό το αρχιτεκτόνημα είναι δεμένο με το χώρο και ο χώρος αυτός διαθέτει μιαν ιστορική μνήμη που είναι σεβαστή και απ’ την οποία ο συνθέτης διδάσκεται, όχι διασπώντας την αλλά κατανοώντας την μέσα από τις βαθύτερες και πιο απόκρυφες παρορμήσεις της.
Αν και κατάλοιπα ενός επηρεασμού που ανάγεται ακόμη στοArt Nouveau βρίσκουμε στις διαφημιστικές μακέτες και σε διάφορα σκίτσα του (καμωμένα την περίοδο 1923-1925), αυτό δεν σημαίνει πως είναι γι’ αυτόν μια παραδεκτή λύση στην αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής μορφολογίας. Στον τομέα των γραφικών τεχνών εξ’ άλλου, στον οποίο θα δώσει πολλά δείγματα του ταλέντου του, η προηγούμενη παιδεία του στην Καλών Τεχνών είναι εκείνη που τον παρασύρει όταν χειρίζεται τη ζωγραφική επιφάνεια στην δισδιάστατη οντότητα της.
Μεγάλη διαφορά παρουσιάζουν οι αρχιτεκτονικές του μελέτες και κατασκευές. Από το 1925 για τον Τζελέπη μια δραστηριότητα χωρίς φραγμό. Την αγάπη του για την ελληνική λαϊκή τέχνη και παράδοση θα αποδείξει με τη μελέτη του ελληνικού περιπτέρου στην διεθνή έκθεση του Παρισιού το 1925 (Εικ. 10) Ανακατασκευάζει μια διάθεση αφαιρετικότητας, στο χώρο του περιπτέρου, τη λαϊκή κατοικία, προσπαθώντας στυλίστικα να συνδέσει αυτά τα δεδομένα στα πλαίσια μιας «διεθνούς μορφολογίας». Γι’ αυτό το λόγο ίσως, σ’ αυτή του τη μελέτη, διακρίνουμε ένα κάποιο κατάλοιπο απ΄ τα διδάγματα των Arts and Grafts 11 και τvν μορφολογικών παρορμήσεων σχεδιασμού του Art Nouveau.
Αλλά απαρχή της αρχιτεκτονικής δημιουργίας του αποτελούν οι αναρίθμητες μελέτες για μια ομάδα «αγροικιών» στο Ελληνικό. Έργα όπως η οικία Οικονομίδη του 1925 (Εικ. 11), θα αποδείξουν πόσο ο αρχιτέκτονας έχει αφομοιώσει και έχει προχωρήσει θαρρετά στο δρόμο της νέας αρχιτεκτονικής συνθετικής πραγματικότητα. Οι χώροι θα προβληθούν με ειλικρίνεια στην όψη και οι αναλογίες του συμπαγούς με το κενό θα δικαιώσουν τη μεγάλη ενόραση του για την αρχιτεκτονική σύνθεση. Αν και σε άλλα έργα όπως στην οικία Τζελέπη (Εικ. 12) στην ίδια περιοχή διακρίνουμε κάποια αβεβαιότητα στη μορφολόγηση της αρχιτεκτονικής λύσης με τη συνεχή αναλλακτικότητα στοιχείων απ΄ τη λαϊκή παράδοση μέσα στη γενική οπτική αντίληψη του κτιριακού συνόλου, τούτο δε σημαίνει ότι ο αρχιτέκτονας ξεφεύγει απ΄ τη δυναμική εξελεγκτική του πορεία πάνω στη «γραμμή» που ακολουθεί στις δημιουργίες του.
Βασικά η πίστη του για την απλότητα, που στην αρχιτεκτονική πρέπει να βρίσκει την πιο άμεση έκφραση της είναι μεγάλη γι’ αυτό και ο ίδιος το δηλώνει μέσα απ’ τους στίχους του:
«Ω ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΕΚΑΝΑ ΕΡΓΑ ΣΕΜΝΑ ΚΙ’ ΩΡΑΙΑ Ως ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΗ ΣΟΥ ΑΠΕΡΙΤΤΑ, ΠΗΓΑΙΑ» 12
Πάνω σ’ αυτές τις αρχές της απλότητας βασίζεται η σύνθεση της οικίας Φωκά έργο του 1930 (Εικ. 13). Αυτή η κατασκευή θα αποτελέσει ίσως ένα σταθμό στην αρχιτεκτονική του. Καμία επιτήδευση στην όψη δεν δικαιολογεί αβεβαιότητα στην κάτοψη, γι’ αυτό και η μορφή δεν κρύβει τίποτα αλλά αντίθετα εμφανίζει με σαφήνεια τη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου σε προβολή.
Και στην οικία Φραντζή έργο του 1932 (Εικ. 14) στο Ψυχικό θα επιλύσει τα προβλήματα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα. Ένα χρόνο αργότερα αναλαμβάνοντας τη διαρρύθμιση και διακόσμηση του νέου καταστήματος Στρογγυλού στην Αθήνα (Εικ. 15), θα δώσει άλλη μιαν απόδειξη της ικανότητας του στον σχεδιασμό της αρχιτεκτονικής των εσωτερικών χώρων. Γι’ αυτό το έργο του θα δημοσιευθούν στον ξένο τύπο οι πιο κολακευτικές κριτικές και είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος του «The Outfitter» της 15ηςΑυγούστου 1936 που θα παρουσιάσει αυτή την εργασία με τις λέξεις: «Athens keeps step with this glass and chromium age». Έργα του από καιρό δημοσιεύονται στα πιο αξιόλογα περιοδικά της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών δίνοντας του τη θέση που δικαιωματικά του ανήκει στο σύγχρονο κίνημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Δεν πρέπει μέσα στα τόσα έργα του Τζελέπη της εποχής αυτής να λησμονηθεί η οικία Ιμβριώτη στο Ελληνικό (Εικ. 16, 17). Η μελέτη είναι του 1933 αλλά η κατασκευή ολοκληρώθηκε μόλις το 1937. Σ’ αυτό το έργο είναι φανερή η θέληση του αρχιτέκτονα να δώσει την απλούστερη λύση αλλά συγχρόνως και να αποδείξει την προσήλωση του στα αφομοιωμένα διδάγματα των μεγάλων συγχρόνων κινημάτων της κεντρικής Ευρώπης δοσμένα και εξωτερικευμένα όμως μέσα απ’ τη γενικότερη προσπάθεια επίλυσης των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο αρχιτέκτονας στην εξάσκηση του ρόλου του στην Ελλάδα του μεσοπολέμου.
Δραστήριος και βασικά γνώστης της κατασκευαστικής πραγματικότητας του αρχιτεκτονικού γεγονότος όπως αυτό διαμορφώνεται όχι μέσα από κανόνες αλλά μέσα από ανάγκες, ο Τζελέπης θα δώσει λίγα χρόνια αργότερα με την κατασκευή των Παιδουπόλεων της Βούλας και της Πεντέλης το 1936 (Εικ. 18) την πολύτιμη συμβολή.
Το Υπουργείο Πρόνοιας, το ΠΙΚΠΑ, αναθέτουν στον αρχιτέκτονα τη μελέτη και την κατασκευή αυτών των εγκαταστάσεων για να δώσουν λύση στο μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της προστασίας του παιδιού. Βασικά αυτές οι «Παιδικές Κοινότητες» πρέπει να έχουν σαν σκοπό την ανάπτυξη του παιδιού και τη διάπλαση του μέσα σ’ ένα ελεγχόμενο περιβάλλον υγείας. Γι’ αυτό και οι «αποικίες διακοπών», τα «αναρρωτήρια», τα «αναπαυτήρια» και τα «πρεβαντόρια», αποτελούν τους πόλους κατεύθυνσης αυτής της πολιτικής.
Στις απλές εγκαταστάσεις της Βούλας όλα είναι μελετημένα με βάση την κλίμακα του παιδιού, ακόμα και στο κτίριο της διοίκησης ο αρχιτέκτονας θα μεταφέρει τους χώρους των διαφόρων γραφείων στον όροφο για να αφήσει στα παιδιά όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη τη χρήση στο ισόγειο. Στην κατασκευή χρησιμοποιεί το μπετόν αρμέ και το γυαλί με μεγάλη συνθετική ικανότητα. Πρέπει όσο το δυνατόν ο χώρος να είναι εύπλαστος και γι’ αυτό τα μεγάλα ανοίγματα είναι τέτοια, ώστε κατά περίπτωση να επιτρέπουν την ενοποίηση του εσωτερικού με τον εξωτερικό χώρο σε ενιαίο αποτέλεσμα όπου η αρχιτεκτονική συμβάλλει δίνοντας απ’ τη μια «προστασία» αλλά και συγχρόνως μια ελευθερία διακίνησης μέσα στο δομημένο περιβάλλον (Εικ. 19-23). Το σύνολο σέβεται απόλυτα την ανθρωπομετρική δυνατότητα του παιδιού μέχρι και την πιο ασήμαντη κατασκευαστική λεπτομέρεια.
Το έργο αυτό αποτέλεσε όχι μόνο στον τόπο αλλά και στον Ευρωπαϊκό χώρο μια πρωτότυπη λύση του συγκεκριμένου αρχιτεκτονικού προβλήματος. Δυστυχώς οι εγκαταστάσεις αυτές της Βούλας βομβαρδίστηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις και μόνο απ’ τις σελίδες του βιβλίου 13 που ο ίδιος ο Τζελέπης έγραψε είναι δυνατόν να τις μελετήσουμε. Η σύνθεση της Παιδούπολης στη Βούλα μαζί με τις εγκαταστάσεις στην Πεντέλη που μελέτησε αποτελούν μια σημαντική στην ιστορική εξελικτική πορεία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.
Στο κτιριακό συγκρότημα της Πεντέλης για μια ακόμη φορά θα αποδείξει ο Τζελέπης πως η a priori μορφολογική έκφραση σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί το σκοπό της δημιουργίας του. Όπως και στη Βουλή όταν οι λειτουργικές και οι ανάγκες μαζί με το συγκεκριμένο χώρο, τις κλιματολογικές συνθήκες και τα οικονομο-τεχνικά δεδομένα θα δώσουν το μορφολογικό αποτέλεσμα, έτσι οι ίδιες αυτές παράμετροι θα επιλύσουν τα προβλήματα που η μορφή προσθέτει στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Τα δυο αυτά έργα του θα δημοσιεύσει αργότερα στο Παρίσι στον δυσεύρετο πια τόμο: «Villagew d’ enfants», το 1947, παρουσιάζοντας σε όλες τις λεπτομέρειες την πρωτοτυπία της κατασκευής που πάντα τον ενδιαφέρει και στην οποία πιστεύει ακράδαντα, γι’ αυτό κι’ όταν χρόνια αργότερα αναγκάζεται να παραιτηθεί λόγω της κλονισμένης υγείας του απ’ τη δουλειά του, γράφει στο φίλο του κ. Κ.Ε.Λ.: «…για μένα η αρχιτεκτονική είναι χτίσιμο, γιαπί και όχι μελέτη και σχέδια. Και ο κόπος του γιαπιού μου είναι ολέθριος, καταλαβαίνεις την ψυχική μου κατάσταση» 14 
Μετά τον πόλεμο ο Τζελέπης φεύγει για το Παρίσι και εκεί εξακολουθεί να δουλεύει για τον ζωτικό χώρο των παιδιών. Ατελείωτη σειρά διαλέξεων, επιστημονικών ανακοινώσεων σε διεθνή συνέδρια Ψυχολογίας του παιδιού και άρθρων στο γαλλικό κυρίως τύπο, αποτελούν μικρό μόνο μέρος της πολύπλευρης δραστηριότητας του15 . Αλλά δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι ακόμα πριν φύγει απ’ την Αθήνα έχει οργανώσει με μεγάλη επιτυχία την Α’ Διαβαλκανική Έκθεση Προστασίας του Παιδιού στο Ζάππειο το 1936 16, που θα αποτελέσει σταθμό στην προώθηση πάνω σε επιστημονικές βάσεις του μεγάλου αυτού κοινωνικού προβλήματος στο βαλκανικό χώρο.
Στη Γαλλία που τον δέχεται το 1946 θα επιβληθεί γρήγορα με τη δουλειά του και εκτός από μέλος του «Ordre des Architectes» θα γίνει και «Agree» του εκεί Υπουργού Ανοικοδομήσεως, αναλαμβάνοντας με ομάδα Γάλλων αρχιτεκτόνων τη μελέτη και την κατασκευή μεγάλων έργων στην πόλη Maubeurge κοντά στα βελγικά σύνορα17 .
Στα δέκα χρόνια απουσίας του ταξιδεύει συχνά στην Ελλάδα όπως και σ’ όλο τον κόσμο πάντα με το μπλοκ των σκίτσων στην τσέπη. Μελετάει και είναι πάντα ενήμερος της πνευματικής κίνησης του τόπου του που λατρεύει πάντα με πάθος και νοσταλγία. Μελετά ιδιαίτερα και εμβαθύνει σ’ ότι έχει σχέση άμεση ή έμμεση με την Ελληνική Λαϊκή Τέχνη και Αρχιτεκτονική και θαυμάζει τους εργάτες του πνεύματος που αφιερώνουν τις δυνάμεις τους στην αναζήτηση αυτού του πλούτου, γι’ αυτό και όταν κυκλοφορεί η έκδοση του έργου της Α. Χατζημιχάλη: «Σαρακατσάνοι», γράφει στο φίλο του κ. Κ.Ε.Λ. «…μια άλλη φυσιογνωμία «ηρωικού πεσιμισμού» είναι η Αγγελική Χατζημιχάλη…με μια φράση νομίζω ότι το χαρακτηρίζω: το έργο (εννοεί το βιβλίο «Σαρακατσάνοι») είναι αυστηρά επιστημονικό με πνοή επική που το ζωντανεύει σαν ιστόρημα που ξεκινάει από τα πανάρχαια χρόνια του έθνους μας και δένεται παλλόμενο στη ζωή μέχρι σήμερα» 18.
Το περίφημο βιβλίο του «L’ Architecture Populaire en Grece»19 έχει ήδη κυκλοφορήσει στο Παρίσι απ’ το 1952 σαν καρπός της αγάπης του και της βαθιάς γνώσης που κουβαλά μεσ’ την ψυχή του για τη λαϊκή μας αρχιτεκτονική. Με πρόλογο τουCh. Zervos και σε μεγάλο σχήμα περιέχει σειρά 50 λιθογραφικών σχεδιασμών απ’ το ίδιο. Μέσα σ’ αυτά τα θαυμαστά σε λιτότητα και εκφραστική διαύγεια σχέδια, ο Τζελέπης έκλεισε τη θρησκευτική λατρεία του για την λαϊκή μας παραδοσιακή κληρονομιά20 , μέσα απ’ αυτά τα σχέδια μπορούμε να κατανοήσουμε και τη μεγάλη ψυχή του. Θα μπορούσαμε κιόλας να αναφερθούμε στις κολακευτικές κριτικές που από παντού και με τις πιο γνωστές υπογραφές φτάνουν στον αρχιτέκτονα ή δημοσιεύονται στον ελληνικό και ξένο τύπο. Αλλά η επιχείρηση αυτή θάταν χωρίς τελειωμό και θα δέσμευε κατά κάποιο τρόπο τη βαθύτερη σημασία του έργου του μέσα απ’ τις γραμμές αυτών των κειμένων. Αξίζει όμως, παρ’ όλα αυτά, να αναφέρουμε αποσπάσματα από το γράμμα που διαπρεπής έλληνας αρχαιολόγος έστειλε στον Τζελέπη: «…το λαμπρό σας βιβλίο είναι πολύτιμο…κατά ένα τρόπο σώζει όλο αυτόν τον κόσμο της ελληνικής ευαισθησίας που μια βάρβαρη πολεοδομική αντίληψη τον αφανίζει καθημερινώς» 21 .
Πραγματικά ένας απ’ τους σκοπούς του αρχιτέκτονα είναι και η διάσωση του παραδοσιακού αρχιτεκτονικού μας πλούτου για τον οποίο πιστεύει ότι αποτελεί μεγάλο δίδαγμα για την ολοκλήρωση της συνθετικής παρόρμησης του σύγχρονου αρχιτεκτονικού έργου. Κάνοντας μια βαθιά τομή στην δημιουργία του λαϊκού τεχνίτη, ο Τζελέπης, μας προσφέρει αφομοιωμένο τον καρπό του μόχθου του. Και ο μόχθος αυτός ανήκει στη μεγαλοσύνη ενός λαού που εκφράζει με μορφολογική συνέπεια μέσα απ’ τις αρχέγονες ανάγκες του τη μεγάλη ευαισθησία και αισθηματική του ολοκλήρωση. Γι’ αυτό και ο ίδιος γράφει στο ανέκδοτο βιβλίο του «Η κατοικία στην Ελλάδα» 22 : «Τα έργα των λαϊκών αρχιτεκτόνων μαρτυρούν επιμέλεια και εμπειρία στοχαστικού καλλιτέχνη. Φανερώνουν την πίστη, την αγάπη και τον σεβασμό που έτρεφαν προς την τέχνη τους. Και οι αρετές αυτές τους έδιναν το αίσθημα του μέτρου, σε σημείο που η προσωπικότητα τους δεν επηρέασε αυτάρεσκα το δημιούργημα τους, ούτε εδέσποσε εις βάρος της ουσιαστικής αξίας του έργου. Αν η αυταπάρνηση αυτή της προσωπικότητας τους σβήνει την μνήμη των λαϊκών αρχιτεκτόνων, δίνει ωστόσο στα έργα τους πανεθνική αξία, που ριζώνει στη χώρα και ταυτίζεται με την εθνική κληρονομιά της, αντανακλώντας σε ολόκληρο τον λαό. Η άκρα κοινωνική αυτή αρετή, όσον αφορά ιδιαίτερα τους Έλληνες καλλιτέχνες έγκειται ίσως στο γεγονός ότι πολύ συχνά κατά την μακρά περίοδο της δουλειάς, οι άνθρωποι αυτοί υπήρξαν ταυτόχρονα τεχνίτες και εθνικοί αγωνιστές, που χειρίζονται τα εργαλεία για τα έργα τους και τα όπλα για την λευτεριά τους, έχοντας βαθιά επίγνωση της ηθικής αξίας του αγώνα τους, όπως και της αξίας του έργου τους».
Δεν πρέπει όμως να επιζητήσουμε τη γνωριμία με τον Τζελέπη αποκλειστικά μέσα απ’ το έργο που κατά διαφόρους τρόπους έκφρασης εντάσσεται στην ιδιότητα του αρχιτέκτονος. Τρία λογοτεχνικά πονήματα 23 δύο σε πεζό λόγο και ένα ποιητικό έργο, μαζί με πολλά άλλα δυστυχώς ανέκδοτα24 όπως π.χ. η μετάφραση στα ελληνικά της ποιητικής συλλογής του Beaudelaire: «Les fleurs du mal», που όπως ο ίδιος έλεγε αποτελούσε γι’ αυτόν «έργο ζωής», συνθέτουν απαραίτητον συμπλήρωμα για την γνωριμία με τον «άνθρωπο» Τζελέπη25 .
Γιατί ο Τζελέπης, το έγραψε και παλαιότερα26 εκτός από μεγάλος αρχιτέκτονας υπήρξε πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας μεγάλος άνθρωπος, πράος, σίγουρος και αθόρυβα διακριτικός όπως αρμόζει στους πραγματικά μεγάλους που δεν φοβούνται το «τέλος» γιατί πιστεύουν στη «διάρκεια», που τους εξασφαλίζουν όχι μόνον το έργο τους αλλά η ανάμνηση της ζωντανής παρουσίας τους σ’ όλους που με κάθε τρόπο είχαν επαφή μαζί τους.
Κάθε τι που αφορούσε τον άνθρωπο τον συγκινούσε και όποιος τον γνώρισε μπόρεσε να απολαύσει το λόγο του. Με θαυμαστή σαφήνεια κατόρθωνε να διατυπώνει τις πιο σύνθετες σκέψεις πάνω στην τέχνη, την αρχιτεκτονική και τη λογοτεχνία γιατί γι’ αυτόν όλες οι καλλιτεχνικές μορφές δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το καταστάλαγμα της ομορφιάς της ανθρώπινης ψυχής που εύρισκε μ’ αυτό το μέρος την πιο αγνή εξωτερίκευση της. Ο Τζελέπης όπως και ο Κοντολέων27δικαίωσε με το έργο του αυτό που ο Δ. Πικιώνης πίστευε πάνω στην «αδιάσπαστη ενότητα των τεχνών».

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Απόσπασμα επιστολής του A. Perret σε δακτυλογραφημένο κείμενο του αρχείου Τζελέπη, στην κατοχή μου.
2. βλ. Djelepy, P.N. L’Architecture Populaire en Grece, Paris, 1952
3. βλ. Χολέβας, Νικ. Θ., Σημειώσεις και θέματα από την ιστορία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, Αθήνα, 1976 (πολυγρ. Τεύχος) σελ. 16.
4. βλ. Χολέβας, Νικ. Θ., op. Cit., σελ. 18-19
5. βλ. Jaffe H.L.C., De Stij 1917-1931 Milano, 1964. (ιταλ.μεταφρ.)
6. βλ. Zevi, B., Saper vedere l’architettura, Milano, 1962.σελ. 113, 167, 168. και επίσης βλ. Hirschfeld – Mack, L. The Bauhaus, Victoria, 1963.
7. βλ. Jaffe H.L.C. op. Cit., σελ. 53, 54, 259, 261
8. βλ. Αμούργης Σ., Η αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα (1922-1940), «Αρχιτεκοτνικά Θέματα», αρ. 4/1967.
9. βλ. Αμούργης, Σ., op. Cit.
10. βλ. Zevi, B., Architettura e Storiografia, Milano, 1974 σελ. 11, 12, 94.
11. βλ. Zevi, B., Storia dell’ architettura moderna, Milano, 1954.
12. βλ. Τζελέπη, Π.Ν., Τραγούδι που δεν τελειώνει, Αθήνα, 1966, σελ. 63.
13. βλ. Djelepy, P.N., Villages d’enfants, Paris, 1947.
14. Γράμμα του Τζελέπη στον κ. Κ.Ε.Λ. χωρίς ημερομηνία στο αρχείο του τελευταίου.
15. βλ. Djelepy, P.N. Architecture des etablissements medico-sociaux pour l’efant, « Villages d’enfants », « Pediatrie Sociale » Paris, 1950.
Και επίσης βλ. Djelepy P.N. l’architettura pour l’efants, « La Tribune des Nations », Paris, 23.7.1954-30.7.1954.
16. βλ. Δ.Σ., Έφυγε ο Πάνος Τζελέπης, Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 13.7.1976.
17. βλ. Ο αρχιτέκτων Π.Ν. Τζελέπης, «Ζυγός», έτος Α’, αριθμ. 3, Ιανουάριος 1956.
18. Γράμμα του Τζελέπη στον κ. Κ.Ε.Λ. με ημερομηνία 18.4.59 στο αρχείο του τελευταίου.
19. βλ. Djelepy, P.N., op. Cit, Paris, 1952.
20. βλ. Τζελέπη, Π.Ν., Λαϊκή Αρχιτεκτονική Αθήνα, 1971.
21. απόσπασμα του γράμματος στον Τζελέπη από τον κ. Στ. Α. σε δακτυλογραφημένο κείμενο του αρχείου Τζελέπη, στην κατοχή μου.
22. βλ. την παρουσίαση του ανέκδοτου βιβλίου στα γαλλικά του Τζελέπη «Η κατοικία στην Ελλάδα» με δημοσίευση αποσπασμάτων στον «Ζυγό» ετ. Α’, αρ. 3, Ιανουάριος, 1956.
23. βλ. (α) Τζελέπη, Π.Ν., στον καιρό των Σουλτάνων, Αθήνα, 1965. (β) Τζελέπη, Π.Ν., Ένας Νταής, Αθήνα, 1971. (γ) Τζελέπη, Π.Ν., Τραγούδι που δεν τελειώνει, Αθήνα, 1966.
24. Την πληροφορία την οφείλω στην αδελφή του αρχιτέκτονα κ. Δ. Τζελέπη όσον αφορά την ανέκδοτη βιογραφία του πατέρα τους, Νικολή Τζελέπη, αρχιτέκτονα στην Αυλή του Αβδούλ Χαμίτ την οποία δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.
25. Το χειρόγραφο με τα ποιήματα του Beaudelaire μεταφρασμένα σε καθάρια δημοτική βρίσκεται σε προσωπικό αρχείο του Π.Ν.Τ.
26. βλ. Χολέβας, Νικ. Θ., Νεκρολογία του Π.Ν. Τζελέπη στο «Ενημερωτικό Δελτίο» του Τ.Ε.Ε., αριθμ. 902/1976.
27. βλ. Χολέβας, Νικ. Θ., Ο αρχιτέκτων Γεώργιος Κοντολέων, μια προσφορά ήθους στη νέα ελληνική αρχιτεκτονική, «Ζυγός», αριθ. 7/1975.

Σ.Σ.
Και από την θέση αυτή θέλω να ευχαριστήσω τα αδέλφια του αρχιτέκτονα: κ. Δέσποινα Ν. Τζελέπη και κ. Γιάννη Ν. Τζελέπη, χωρίς την συνδρομή και τη συμπαράσταση των οποίων δεν θάταν δυνατή η ολοκλήρωση αυτής της εργασίας. Επίσης θερμά ευχαριστώ τον κ. Κ.Ε.Λ. που μου επέτρεψε να μεταφέρω μέρος της προσωπικής του αλληλογραφίας με τον αρχιτέκτονα στο παραπάνω μελέτημα.