Συνέντευξη: Μιχάλης Δωρής, Γεν. Γραμματεάς Υπουργείου Πολιτισμού



page8_01 Στο τεύχος αυτό ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ παρουσιάζει μια συζήτηση με τον Μιχάλη Δωρή, αρχιτέκτονα, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού.
Θεωρούμε σημαντική την συζήτηση αυτή γιατί θίγεται ένα από τα σημαντικότερα «ατυχήματα» του σημερινού έλληνα αρχιτέκτονα στην εκτέλεση του έργου του.
Της ένταξης κτιρίων σε προστατευόμενους οικισμούς.
Το πρόβλημα έχει δύο σκέλη: τους λίγους πολύ σημαντικούς παραδοσιακούς οικισμούς (Ύδρα, Μύκονος κ.α.) και τους άλλους προστατευόμενους με λίγα χαρακτηριστικά στοιχεία (ένα κάστρο ή κάποια κτίρια) που είναι και οι περισσότεροι.
Στο μεν πρώτο σκέλος το πρόβλημα είναι πιο απλό. Όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να διατηρηθούν: έστω και μουσειακά, έστω και για τουριστικούς σκοπούς. Βέβαια, σ’ αυτούς τους οικισμούς ζουν άνθρωποι με κάποιες σημερινές ανάγκες. Και οι αρχιτέκτονες που σχεδιάζουν κτίρια σ’ αυτούς τους οικισμούς θα’ πρέπει να εκφραστούν και αυτοί κατά ένα τρόπο πιο ελεύθερο, διατηρώντας βέβαια κλίμακες όγκου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις κλιματολογικές συνθήκες και τις τοπικές ανάγκες που δημιούργησαν αυτές τις τυπολογίες. Η μεγαλύτερη προσπάθεια θα πρέπει να γίνει στο να διατηρηθούν με το καλύτερο τρόπο υπάρχοντα κτίρια και να αναστηλωθούν τα μισοκατεστραμένα.
Σημαντικώτερο είναι το πρόβλημα σε πολλούς προστατευόμενους οικισμούς με λίγα χαρακτηριστικά όπου «υποφέρει» όλη η περιοχή, στερεί τον αρχιτέκτονα από κάθε δημιουργική προσπάθεια και τις μέλλουσες γενιές από μια μνήμη της δικιάς μας εποχής – του δικού μας περάσματος.
Για να «περάσει» λοιπόν μια ιδέα σε προστατευόμενους οικισμούς πρέπει πρώτα να εγκριθεί από την Εφορία Νεωτέρων μνημείων και πολλές φορές κλασικών ή Βυζαντινών.
Και εδώ είναι το πρόβλημα, πώς;
Σχεδιάζοντας, όχι μόνο μια φορά, αντιγραφές κτιρίων, παρεμφερών περιοχών μέχρι να «πετύχει».
Στην συζήτηση με τον Δωρή λέγονται εκτεταμένα όλα αυτά και συμφωνούμε απόλυτα μαζί του.
Το θέμα είναι πως οι απόψεις ενός επίσημου εκπροσώπου της πολιτικής εξουσίας θα «περάσουν» στις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, γιατί νομίζουμε ότι δύο εγκύκλιοι που έστειλε δεν αρκούν.
Οι αρμόδιοι που κρίνουν τις μελέτες, πρέπει να «απελευθερωθούν», να μπορούν να αποφασίζουν με ευρύτερα κριτήρια, γιατί, ξαναφέρνουμε τα λόγια του Δωρή «σημασία έχει η ποιότητα της αρχιτεκτονικής»
Σ’ αυτό το θέμα όμως τον λόγο έχουν η πολιτική ηγεσία και γιατί όχι το Τ.Ε.Ε. και ο σύλλογος Αρχιτεκτόνων. Ώστε να μην περάσουμε από την καταστροφική επέλαση των νεοελλήνων των προηγούμενων δεκαετιών, σε μια εποχή στειρότητας που υπάρχει και δυστυχώς καλλιεργείται και από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Να μην γίνει σωστή προσπάθεια της προστασίας αφορμή για μια νέα προγονολατρεία.
Πρέπει, να μπορούμε να κάνουμε μια σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική για να μην παραδώσουμε στους «προστάτες» των επόμενων γενιών μόνο τα αυθαίρετα με τους τσιμεντόλιθους και το ελλενίτ.
Α+Χ

Το γαλάζιο,
το χρώμα της θάλασσας, οι απότομες πλαγιές, τα’ άγρια βουνά, και τα’ άσπρα σπιτάκια αποτελούν ίσως μοναδική ομορφιά.
Αυτά τα σπίτια που ο λαός έχτισε, λες μ’ ένα χέρι, λες κι ένας ήταν ο μάστορης, ένα και το πνεύμα, δημιούργησαν πολλούς από τους πιο αξιόλογους οικισμούς στη χώρα μας.
Και είναι αξιόλογοι γιατί μπόρεσαν και διατηρήθηκαν αγνοί, παρθένοι, λες κι αυτοί ζήσαν κάποτε, ζουν ακόμη μέσα και σκέφτονται και πονάνε τα ντουβάρια και τις ξερολιθιές.
Περπατώντας στα στενά δρομάκια, ζεις κι εσύ την ιστορία, τον αγώνα, την μάχη για την επιβίωση, την ανάγκη για την προστασία. Ο κήπος, η μυρωδιά του ασβεστώματος κι η είσοδος στο σπίτι μοιάζει με το παραμύθι.
Από τον λαμπερό ήλιο και την ζέστη, στη δροσιά για να ξαποστάσεις. Και έτσι ξεχνάς τον κόσμο σου, ταξιδεύεις μακριά στον χρόνο, και βρίσκεται εδώ.
page8_02Ναι αξίζει το ταξίδι αυτό, και για να διατηρήσουμε αυτό το παραμύθι πρέπει να το προστατέψουμε.
Αξίζει για μας σαν κληρονομιά, σαν δύναμη για να συνεχίσουμε, σαν εμπειρία για το μέλλον, σαν την μορφή του γονιού που πάντα πρέπει να την έχουμε αναλοίωτη.
Αξίζει και για τον ξένο τον επισκέπτη που έρχεται να γνωρίσει μια… άλλη Ελλάδα.
Ναι, όλοι συμφωνούμε να διατηρηθούν αυτοί οι οικισμοί.
Είναι γνήσια πηγή παράδοσης.
Είναι τα ζωντανά μας μουσεία.
Ναι, πρέπει να προστατευθούν.
Ο ενθουσιασμός όμως έρχεται γρήγορα, απότομα σαν και οι τύψεις μας να θέλουν να κρυφτούν κάτω απ’ αυτόν.
Η διατήρηση έγινε υπερβολή και η υπερβολή δυστυχώς διατηρήθηκε φέρνοντας μια σκηνογραφική επανάσταση, έναν απόλυτο μιμητισμό, ψεύτικο και το χειρότερο στείρο.
Περιοχές που έχουν κηρυχθεί διατηρητέες για μερικά αξιόλογα κτίσματα επιδρούν αρνητικά στον υπόλοιπο χώρο δένοντας τα χέρια στον δημιουργό που μ’ όλη την καλή διάθεση διατήρησης κλίμακας και όγκων, καπελώνεται μορφολογικά στοιχεία τόσα και ικανά που στο τέλος καταλήγουν στην απομίμηση.
Και το ερώτημα έρχεται μόνο του βλέποντας αυτές τις ίδιες περιοχές να βαστάζουν με κόπο τα μονοδιάστατα κτίσματα που στο βάθος προδίδουν μόνα τους τα άτεχνο και βεβιασμένο μακιγιάζ τους.
Ποια η δημιουργία, η Αρχιτεκτονική, η δική μας Ιστορία;
Γιατί την Ιστορία του πολιτισμού μας πρέπει να την γράψουμε εμείς, με τις δικές μας γνήσεις επεμβάσεις, το δικό μας σύγχρονο πνεύμα, τα δικά μας προβλήματα.
Ας μην ξεχαστούμε.
Ας μην παρασυρθούμε από κινήματα οπτικής απάτης και ανάστασης οικισμών χωρίς ιδιαίτερη αξία.
Ας δώσουμε λίγα περιθώρια ελεύθερης δημιουργίας και το βασικώτερο ας κάνουμε τα προβλήματα και στη συνέχεια τις απαιτήσεις μας πιο συγκεκριμένες.
Ας κοιτάξουμε και λίγο τις μεγαλουπόλεις μας που από πολλές δεκαετίες έχουμε ξεχάσει.
Τα σύγχρονα κτίσματα, την κληρονομιά των επόμενων γενιών.
Ας ρίξουμε μια ματιά στην Αθήνα κι ας αναλογιστούμε τα λάθη και τα αίτια.
Ας σκεφτούμε ότι μόνον η Πλάκα αποτελεί πόλο έλξης για τον επισκέπτη.
Και ας κρατηθούμε γιατί;
Κίων

Πως ασκεί την προστασία στην Αρχιτεκτονική κληρονομιά το υπουργείο Πολιτισμού;
Κατ’ αρχήν έχουν δημιουργηθεί τομές στην αρχιτεκτονική κληρονομιά. Έτσι έχουμε παραλάβει την κατάσταση. Κι αυτό είναι λάθος.
Η «Αρχαιότητα», ο «Μεσαίωνας» ( η περίοδος μέχρι το 1453, με μια επέκταση μέχρι το 1830) και η «Νεώτερη» από το 1830 και μετά. Οι τομείς οι προ του 1830 είναι στην αρμοδιότητα των αρχαιολόγων.
Τα μετά του 1830 κτίσματα και οι οικισμοί είναι στην αρμοδιότητα των αρχιτεκτόνων, ανθρώπων δηλαδή που είναι ειδικότεροι για τα θέματα αυτά της προστασίας. Ταυτόχρονα αρμόδιο είναι και το Υ.Χ.Ο.Π.
Υπάρχει επαλληλία, αλλά σε μερικές περιπτώσεις υπήρχε παλιά και σύγκρουση.

Μιλήστε μας για τις αρμοδιότητες του Υπ. Πολιτισμού σε σχέση με την Γ 7 του Υ.Χ.Ο.Π.
Υπάρχει διαδισμός και δεν υπάρχουν δημιουργημένα κανάλια σχέσεων.
Όχι φυσικά ότι αντιδικούν οι υπεύθυνοι σε προσωπικό επίπεδο αλλά δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμη οι αρμοδιότητες. Ήδη βρισκόμαστε στο στάδιο της επίλυσης και αυτού του προβλήματος.

Τους οικισμούς του χαρακτηρίζει το ΥΠΠΕ;
Βεβαίως, αλλά έχει οικισμούς χαρακτηρισμένους με δική του νομοθεσία και το Υ.Χ.Ο.Π.
Υπάρχουν οικισμοί που είναι και στους δύο καταλόγους ή και σε κανέναν.
Υπάρχει και ένας τρίτος κατάλογος τον οποίο χρησιμοποιεί το Υπουργείο Εσωτερικών.

Το Υπουργείο Εσωτερικών!
Ναι. Και βασίζεται σε μια έρευνα που είχε γίνει στα χρόνια της δικτατορίας, όταν «υπουργός» ήταν ο αρχιτέκτονας Εφέσιος.

Οι μελέτες εκείνες είναι χρήσιμες;
Σήμερα κρίνοντας από απόσταση χρονική τα πράγματα μπορούμε να πούμε ότι εκείνες οι μελέτες ήταν προσεγγιστικές – δεν είναι προς κακοφανισμό των συναδέλφων που δουλέψανε – κάνανε μια προσπάθεια, ορισμένοι μπορώ να πω ζημιώθηκαν κιόλας.
Μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι αρκετά απομακρυσμένες από την σημερινή ισχύουσα επιστημονική δεοντολογία και από τις ορθές μεθόδους για την μελέτη, αρχειοθέτησης και εν συνεχεία κήρυξη των προστατευμένων οικισμών.
Οπωσδήποτε πρέπει να γίνει δουλειά πάλι απ’ την αρχή. Είναι βέβαιο ότι οικισμοί που πρέπει να προστατευθούν δεν είναι στους καταλόγους.

Δηλαδή θέλετε να πείτε δεν είναι όλοι;
Ακριβώς, διότι δεν μπόρεσαν οι μελετητές να πάνε σ’ όλες τις περιοχές.
Επίσης υπήρξαν διαφορετικά κριτήρια από κάθε ομάδα.

Οι ομάδες δεν είχαν κοινά στάνταρντς;
Ναι, και δεν υπήρχε και καμμιά κεντρική επιτροπή να φέρει σε κάποια ομοιογένεια τις κηρύξεις αυτές.
Με βάση λοιπόν την δουλειά που είχε γίνει τότε από το Υπουργείο Εσωτερικών έγινε εν συνεχεία η κήρυξη από το Υ.Χ.Ο.Π. το οποίο έχει νομίζω το υλικό το οποίο (πέρα από τις κάποιες επικρίσεις) είναι πολυτιμότατο γιατί πολλοί από τους οικισμούς έχουν αλλοιωθεί.

Έχει ουσιαστικά αποτελέσματα η κήρυξη μιας περιοχής;
Από την στιγμή που θα κηρυχθεί μια περιοχή σημαίνει ότι ελέγχεται. Τώρα το κατά πόσο ελέγχεται είναι άλλο ζήτημα. Το βέβαιο είναι ότι μάλλον ταλαιπωρούνται οι πολίτες όταν θέλουν να οικοδομήσουν. Αυτή την στιγμή δεν υπάρχουν διαδικασίες τέτοιες που να πούμε ότι πραγματικά υπάρχει προστασία στους οικισμούς αυτούς.
Τα σπίτια καταρρέουν και μπαίνει και το τεράστιο ερώτημα – για μένα το πάρα πολύ σημαντικό – ότι ακόμα και όταν καταφέρουμε να κινήσουμε τα γρανάζια της γραφειοκρατίας, ποιο θα είναι το προϊόν; Δηλαδή ποιο θάναι το αρχιτεκτονικό έργο που θα γίνει; Γιατί αν μεν είναι ένα σπίτι πραγματικά παλιό με συγκεκριμένη μορφολογία πρέπει ή να επεκταθεί ή να επισκευαστεί. Για το καινούργιο η ισχύουσα αντίληψη η λεγόμενη επίσημη είναι ότι πρέπει να κάνουμε μίμηση.

…Σκηνογραφία;
Στην περιοχή της Αίγινας π.χ., μια και τα σπίτια είναι νεοκλασικά θα γίνει «νεοκλασικά», και τα σύγχρονα στις Κυκλάδες «Κυκλαδίτικα», στη Β. Ελλάδα «Βορειοελλαδίτικα» και αποκεντρώνεται με τον τρόπο αυτό η αρχιτεκτονική. Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει συνέχεια της αρχιτεκτονικής σ’ αυτές τις περιοχές. Δεν θα είχα αντίρρηση να δεχθώ κάποιος απ’ αυτούς τους οικισμούς, αν είναι σημαντικός, να διατηρηθεί μουσειακά.
Αυτό όμως κάποιος πρέπει να το αποφασίσει και δεν έχω το δικαίωμα αυτό ούτε εγώ σαν πολιτική εξουσία ούτε ο υπάλληλος σαν κομμάτι του κρατικού μηχανισμού.
Πρέπει να υπάρξουν κάποια κριτήρια έξω από μας που να είναι και γενικότερα. Επίσης ξέρουμε ότι όχι μόνο το Υπουργείο Πολιτισμού αλλά και το Υ.Χ.Ο.Π. διορθώνει με κόκκινο μολύβι σχέδια, επιβάλλοντας έτσι «επίσημη» μορφολογία για την αρχιτεκτονική.
Κάποτε το Υπουργείο Παιδείας είχε μια σχεδιοθήκη στην οποία διάβαζες απ’ έξω: εκκλησία 200 ατόμων, εκκλησία 250 ατόμων, εκκλησία 500 ατόμων. Ήταν η ίδια εκκλησία φωτομεγενθυμένη.
Όλα αυτά οδηγούν σε μίμηση και είναι πραγματικά αποκαρδιωτικά τα αποτελέσματα.
Φυσικά υπάρχει και η άλλη όψη ότι άμα δεν γινόταν κάποιος έλεγχος θα γινόντουσαν διαφόρων ειδών εξαμβλώματα. Έτσι κι αλλιώς όμως εξαμβλώματα γίνονται τελικά, όλο το θέμα για μένα καταλήγει σε μια λέξη που λέγεται ποιότητα… ποιότητα της Αρχιτεκτονικής.
Ποιότητα σ’ οποιοδήποτε χώρο, άσχετα αν προστατεύεται από το νόμο ή από την κοινή αντίληψη. Στην Ύδρα για παράδειγμα, το πώς θα κάνουμε ένταξη είναι κάτι το πολύ σοβαρό, όπως και στην Μύκονο.
Κτίζοντας όμως με μπετόν και τούβλα και αφήνοντας μικρά παράθυρα, υποχρεώνοντας στην συνέχεια τον σοβατζή να μιμηθεί τον παλιό σοβά, με το πεταχτό ή δεν ξέρω με ποιες άλλες μεθόδους και στο τέλος ρίχνοντας και μπόλικο ασβέστη από πάνω, προσθέτοντας και διάφορα «μορφολογικά στοιχεία τοπικού χαρακτήρα» και φριχτό τρόπο, κάνουμε μια μίμηση που να θυμίζει το παλιό. Να θυμίζει από μακριά μόνο…

Ποιο είναι όμως το αποτέλεσμα;
Το αποτέλεσμα είναι μετριώτατο, άσχημο μπορώ να πω. Υπάρχουν βέβαια και καλές λύσεις από ανθρώπους με μεράκι που παρ’ όλο ότι ξέρουν ότι μιμούνται, αγωνίζονται όσο μπορούν και καταλήγουν σε κάποιο σχετικά άξιο αποτέλεσμα.
«Στις Κυκλάδες δεν μπορούμε να κάνουμε μπετόν και αλουμινένια παράθυρα» λένε πολλοί. Κι εγώ ρωτάω, γιατί απαγορεύεται;
Περιορίζομαι στο να πω ότι σε ένα οικισμό που είναι αξιόλογος που αποτελεί πραγματικά κληρονομιά, που έχει πολιτιστικές αξίες δεν επιτρέπεται να κάνουμε κακής ποιότητας πράγματα.
Στο δελτίο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων αρ. 13, υπάρχει ένα σχόλιο για μια εγκύκλιο που έχουμε εκδόσει (την έχω συντάξει εγώ την εγκύκλιο αυτή του υπουργείου) όπου απαγορεύονται μορφοκρατικές επεμβάσεις εκ μέρους των αρχιτεκτονικών επιτροπών έλέγχου.
Το σχόλιο αναφέρεται πάνω στο ότι παρ’ όλο ότι το ΥΠΠΕ άλλοτε υπεραρχαιολόγιζε, τώρα κάνει μια προσπάθεια να σταματήσει αυτή την κατάσταση… Το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι Επιτροπές Αρχιτεκτονικού Ελέγχου.
Θέλω να αναφερθώ σε ένα άλλο σοβαρό θέμα. Υπάρχει ένα διάταγμα το οποίο λέει: εάν πρόκειται για αναστήλωση, αυτή μπορεί να γίνει, άσχετα από τους όρους δόμησης. Και εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα, διότι νέες κατασκευές οι οποίες μιμούνται τις παλιές μορφολογικές, βαπτίζονται αναστηλώσεις και έχουν διπλασιασμό και πάρα πάνω συντελεστού. Και έχουν δοθεί πολλές τέτοιες ιδέες. Βέβαια υπάρχει μια παρατήρηση: τι εννοούμε αναστήλωση; Αναστήλωση εννοούμε την αποκατάσταση στην παλιά μορφή κάποιου κτιρίου; Την οποία μορφή την ξέρουμε διότι διασωθήκανε σχέδια, φωτογραφίες ή διασωθήκανε ίχνη στο διπλανό κτίριο; Ή επειδή ξέρουμε ότι ήταν πυκνά δομημένος ο οικισμός και ότι έχει και τριόροφα, τα κάνουμε τριόροφα και σήμερα; Αν φτάσουμε σε μια τέτοια άποψη, η οποία υποστηρίχθηκε στο επίσημο όργανο του υπουργείου, το Αρχαιολογικό Συμβούλιο, από τον αρμόδιο καθηγητή της ιστορίας τον κ. Μπούρα, για τις λεγόμενες «αναστηλώσεις της Μονεμβασιάς», εγώ θα είχα να αντιπαρατηρήσω – όπως και το αντιπαρατήρησα – ότι την εποχή που η πόλη εκείνη είχε τέτοια πυκνή δόμηση είχε και διόροφα, τριόροφα και τετραόροφα σπίτια, ταυτόχρονα είχε και πανούκλα. Λοιπόν, οι οικισμοί έχουνε μια συνέχεια και γιατί επιλέγεται η τάδε συγκεκριμένη εποχή και όχι άλλη για «αναστήλωση»; Λέω αυτά τα πράγματα γιατί πιστεύω ότι η προσπάθεια της μίμησης δεν είναι παρά μόνο μια συγκεκαλυμμένη προσπάθεια του καπιταλισμού για την προστασία των μορφών ώστε να αποκρύπτει τις πραγματικές του διαθέσεις, οι οποίες είναι καθαρά κερδοσκοπικές.
Φυσικά πολλοί συνάδελφοι, και άξιοι μάλιστα, αναγκαστήκανε να κλισαρισθούν μόνο και μόνο γιατί έπρεπε να εκδώσουνε μια άδεια
Εγώ προσωπικά έχω την εξής περίπτωση. Πριν πάρω τη θέση αυτή στο υπουργείο και συγκεκριμένα το προηγούμενο καλοκαίρι, υπέβαλα στην αρμόδια 1η Εφορεία μια μελέτη για ένα σπίτι στη Μύκονο, η οποία βεβαίως μου απορρίφτηκε μετά πολλών επαίνων.
Η προϊσταμένη – και αυτό το λέω γιατί το έχω πει και δημόσια και δεν έχω κανένα λόγο να μην το πω και τώρα – μου είπε ότι επειδή ήμουν δάσκαλος της παλαιότερα, θα μου έκανε την παραχώρηση να μου δώσει μια έτοιμη μελέτη να αντιγράψω, διότι ήταν ο μόνος τρόπος να πάρω την άδεια. Φυσικά αρνήθηκα κάνοντας και κάποια σχόλια τα οποία νομίζω δεν είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω.
Αυτήν την μελέτη με είχε παρακαλέσει να την κάνω συνάδελφος πολιτικός μηχανικός ο οποίος διακρίνεται από ευπρέπεια και αισθάνθηκε ότι σε μια τέτοια περιοχή δεν μπορεί να κάνει αυτός την μελέτη, και ότι πρέπει να την κάνει αρχιτέκτονας. Την έδωσε λοιπόν σε μένα και απορρίφτηκε. Του την γύρισα πίσω λέγοντας ότι επειδή εγώ πρέπει να κάνω κάποιες παρακάμψεις δεοντολογικές που δεν δέχομαι, αν θες, κάντες εσύ. Έκανε λοιπόν ο καθ’ όλα άξιος φίλος πολιτικός μηχανικός την συνταγή και πήρε την έγκριση αυθημερόν.

Μήπως με αυτόν τον τρόπο καλύπτονται οι υπάλληλοι;
Κάλυψη υπαλλήλων ναι, αλλά ποιος τους έδωσε αυτή την «γραμμή»; Και υπάρχει γραμμή.
Είναι όμως γνωστό ότι στον πολιτισμό δεν μπορεί να συμβαίνει ότι συμβαίνει σε άλλους τομείς.
Βέβαια πίσω από κάθε κυβέρνηση υπάρχει ένα κόμμα με τις ιδεολογίες του και τις αρχές του.
Το κόμμα και η Κυβέρνηση μπορούν να διευθύνουν την οικονομία, την άμυνα, την εξωτερική πολιτική, δεν μπορούν όμως να διευθύνουν τον πολιτισμό.

Δεν μπορούν ή δεν έχουν το δικαίωμα;
Ούτε δικαίωμα έχουν αλλά και σε τελευταία ανάλυση ούτε και μπορούν, γιατί εκεί που προσπάθησαν να διευθύνουν τον πολιτισμό φτάσαμε στα θλιβερά αποτελέσματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ή του μουσσολινισμού ή της ναζιστικής αρχιτεκτονικής κ.λ.π. Αυτό το πράγμα όμως γινότανε και εξακολουθεί να γίνεται και στον τόπο μας σαν κατακάθι μιας στρεβλής ελληνολατρείας σαν κατάλοιπο της «Ελλάδας Ελλήνων Χριστιανών» και όλων των προηγούμενων αμαρτιών, παρά τις αυστηρές εντολές, θες γιατί είναι ευθυνοφοβία, θες για άλλους λόγους…
«Ξέρετε», λένε, «είναι στην Αίγινα. Και στην Αίγινα μπορεί να μην γίνει νεοκλασικό;»

Δηλαδή απορρίπτουν εντελώς μια καινούργια πρόταση.
Ένα ερώτημα είναι αυτό.
Και γιατί πρέπει να γίνει νεοκλασικό στην Αίγινα; Εγώ λέω ότι πρέπει να γίνει κάτι που να έχει ποιότητα, κλίμακα, όγκο, χρώμα που να μην αντιδικεί με το υπάρχον, αλλά να το προεκτείνει παρά πέρα κάνοντας το ακόμη καλύτερο.
Δεύτερο ερώτημα:
Στον τάδε οικισμό Κυκλάδων, στην κορυφή ενός βουνού υπάρχει ένα μεσαιωνικό κάστρο. Πως είναι δυνατόν – λέει η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων – να μην ελέγχουμε την περιοχή και να μην επιβάλουμε την μορφολογία για να προστατευθεί το κάστρο;
Με την ίδια λογική θα πρέπει να ελέγχει η Αρχαιολογική Υπηρεσία όλη την Αθήνα επειδή υπάρχει η Ακρόπολη.
Με τη λογική αυτή λοιπόν, σε κάθε περιοχή που υπάρχουν κλασικά μνημεία, οι κλασικοί αρχαιολόγοι πρέπει να επιβάλουν μορφολογία, οι βυζαντινοί αρχαιολόγοι να επιβάλλουν μορφολογία, φτάνοντας έτσι σε τραγελαφικά αποτελέσματα. Και συχνά επιβάλλουν! Θα σας πω ένα παράδειγμα: κοντά στο κάστρο της Άρτας – που είναι μια σύγχρονη πόλη και δεν έχει καμμιά σχέση με το μεσαιωνικό παρελθόν – γίνανε κάποιες ζώνες προστασίας. Αποφάσισε λοιπόν η υπηρεσία, καλώς ή κακώς, ότι αυτές είναι οι ζώνες και από εκεί και πέρα εκδίδονται οι άδειες σύμφωνα μ’ αυτές, χωρίς να πολυβασανίζονται, τουλάχιστον εκεί, ο κόσμος.
Όμως σε μερικές περιπτώσεις που γειτονιάζουν προς το κάστρο (κι είναι μέσα στην ζώνη ελέγχου που απαίτησε να έχει η αρχαιολογική υπηρεσία) έβγαλε την εξής καταπληκτική απόφαση: δεν ταιριάζει η Pilotis με το Κάστρο!
Του λέει λοιπόν του πολίτη να κάνει Pilotis αφού το επιτρέπει ο ΓΟΚ, αλλά να την κτίσει στην συνέχεια γιατί δεν αρέσει στον αρχαιολόγο! Και έτσι είχε αρχίσει μια διελκυστίνδα άνευ προηγουμένου, ακατανόητη και γελοία, μεταξύ του υπουργείου τούτου και της αρμόδιας υπηρεσίας πολεοδομίας για το πώς πρέπει να είναι, κι αν πρέπει να κτίζεται ή δεν πρέπει. Πράγματι δηλαδή εντελώς εξωπραγματικά, με αποτέλεσμα επί δύο – τρία χρόνια, να ταλαιπωρούνται οι πολίτες και να μην μπορούν να αποκτήσουν μια οικοδομική άδεια.
Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά (για να απονείμουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι) ότι δυστυχώς πάρα πολλοί συνάδελφοι, και αρχιτέκτονες, όχι μόνο πολιτικοί μηχανικοί, αδιαφορούν σκανδαλωδώς για την προστασία του δομημένου περιβάλλοντος (και του φυσικού βέβαια…) και μεταφέρουν ξένα πρότυπα, κακέκτυπα. Υπάρχει υποχρέωση του αρχιτέκτονα να προστατεύει εκείνα που πρέπει να προστατεύονται.
Δεν θα ήθελα να αναφερθώ σε παραδείγματα, αλλά υπάρχουν μερικές ακραίες περιπτώσεις: π.χ. τα ξενοδοχεία στην Ακροναυπλία ποιοι τα κτίσανε; Οι μπετατζήδες μόνοι τους; Οι πολιτικοί μηχανικοί; Βέβαια αρχιτέκτονες τα κτίσανε και με παχυλότατη αμοιβή, και με αναθέσεις… ας μην συνεχίσω όμως…
Υπάρχει εδώ για μένα ένα πρόβλημα πολύ σοβαρό. Και δεν είναι μόνο η Ακροναυπλία. Αυτή επιβαρύνθηκε πάρα πολύ, όχι μόνο αισθητικά και μορφολογικά, αλλά και κυριολεκτικά ώσπου άρχισε ν’ ανοίγει και ο βράχος. Και τον έχουν στερεώσει με τσιμεντένια ποδάρια. Από την άλλη μεριά, τρυπήσανε και τον βράχο γι να βάλουνε ασανσέρ. Και η Ακροναυπλία δε ήταν μόνο ένα φυσικό τοπίο, δεν ήταν μονάχα ένας χώρος με τα παλιά κτίρια που αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα με το όλο περιβάλλον. Ήταν ο τόπος όπου μαρτυρήσανε χιλιάδες Έλληνες….Οι συνάδελφοι που δέχτηκαν να μελετήσουν κτίρια στην Ακροναυπλία θάψανε κάτω απ’ τα κτίρια όχι μόνο αξίες πολιτιστικές αλλά και την ίδια την ιστορία του τόπου μας. Χτίσαν πάνω στο αίμα πατριωτών που μερικοί τους αποκαλούνε «συντρόφους» τους…Φταίω εγώ αν γίνομαι οξύς ή είναι πράγματι ακραίες κάποιες καταστάσεις; Και η Ακροναυπλία είναι μόνο ένα παράδειγμα …

Μιλήστε μας για τα προβλήματα της αναστήλωσης.
Σύμφωνα με κάποια αντίληψη, αναστήλωση οποιουδήποτε είδους, από τον Παρθενώνα μέχρι το τελευταίο καλυβάκι που για κάποιο λόγο αποφασίζουμε να το στερεώσουμε, είναι δικαίωμα και υποχρέωση του κράτους και δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο με αυτεπιστασία. Πρόκειται για μια στρεβλή ανάγνωση του νόμου, αλλά κατά περίπτωση πρέπει κανείς να κρίνει Π.χ. τον Παρθενώνα δεν μπορείς να τον αναστηλώσεις με εργολαβία, έστω κι αν υπήρχε εργολάβος ο οποίος να μπορούσε να αναλάβει αυτή την εργασία και να σεβαστεί απόλυτα το μνημείο.
Μια σειρά από μνημεία, πρέπει λοιπόν να τα αναστηλώνει με αυτεπιστασία το κράτος, και με δικές του δυνάμεις να τα προχωρεί.
Γιατί όμως ένα σπίτι στην Πλάκα, στο Μέτσοβο, ή στα Χανιά πρέπει να γίνεται – κατά μια αντίληψη – με αυτεπιστασία, δηλαδή με μετατροπή του Υπουργείου σε εργολάβο;
Φυσικά το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν γινόταν τίποτε. Ήδη το ξεπεράσαμε αυτό το πρόβλημα βρεθήκαμε όμως μπροστά σ’ ένα άλλο. Που είναι οι μελέτες για να κάνουμε τις δημοπρασίες; Και φυσικά δεν μιλάμε για οποιεσδήποτε μελέτες. Πρέπει να είναι μελέτες υψηλής ποιότητας, με άρθρα ειδικά για αναστηλωτικά έργα, έναν ΑΤΟΕ του Υπουργείου πολιτισμού δηλαδή, και προς τα εκεί προσανατολιζόμαστε.

Θα μπορούσε να γίνει μια μελέτη, ειδικά για την Αθήνα, για το ποιο κτίσμα είναι διατηρητέο ούτως ώστε να αποφευχθεί αυτή η μακροχρόνια και γραφειοκρατική διαδικασία;
Βεβαίως αυτό μελετάται για όλη την Ελλάδα. Είναι όμως κι αυτό στον διαδισμό. Έχουμε κηρύξει και κηρύττουμε κτίρια αλλά την ίδια δουλειά κάνει και το Υ.Χ.Ο.Π. με δική του νομοθεσία. Διαφέρει η δική μας νομοθεσία απ’ την δική τους. Εμείς κηρύττουμε βάσει των δικών μας νόμων, έργα τέχνης.
Το Υ.Χ.Ο.Π. βλέπει κτίρια μέσα σε σύνολα. Τελικά πρέπει να αποκτήσουμε κοινά κριτήρια, κοινή πολιτιστική πολιτική. Και αυτό θα γίνει, αλλά όχι σαν «γραμμή». Η όποια απόφαση πρέπει να βγει με διάλογο δημοκρατικό μέσα από το μαζικό πολιτιστικό κίνημα, τους μαζικούς φορείς σε διάλογο με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την Κυβέρνηση.
Και αυτό είναι τελικά το ζητούμενο.