Συμβαίνει στην Minneapolis



page73_01Αξιολογώντας τις συνέπειες του «χαμένου ονείρου» του Cedar Riverside, ο Bernard Jacob θέτει ένα τρομακτικό αλλά πραγματικό ερωτηματικό. «Σ’ ένα κλίμα με αναφορές στην παράδοση προστασίας του περιβάλλοντος, συμβούλια γειτονιάς, επιτροπές πολιτών, πολεοδομικά γραφεία με δύναμη ελέγχου και «βέτο», η αρχιτεκτονική θα καταφέρει να επιζήσει;». Ότι είναι ένα οικιστικό συγκρότημα αξίας ή ακόμη και μοναδικό στο είδος του, είναι αναμφίβολο. Άλλωστε, το σχέδιο του Ralph Rapson πήρε το βραβείο του American Institute of Architects και χαιρετίστηκε σαν ένα παράδειγμα μιας «new town μέσα στην πόλη». Για ποιους λόγους, λοιπόν, το αποτέλεσμα χαρακτηρίστηκε αποτυχημένο; το εξηγεί, σε μια ακριβολογημένη ανάλυση η Judith A. Martin.Το συγκρότημα βρίσκεται σε μια περιοχή ένα μίλι ανατολικά του κέντρου της Minneapolis, στα σύνορα μιας βιομηχανικής ζώνης με ιστορία από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Όταν οι παραδοσιακές κατοικίες των Γερμανών και Σκανιδαυών μεταναστών, σιδηροδρομικοί και εργάτες οι περισσότεροι, υπέστησαν την εξέλιξη της τυπικής για τις περιφέρειες υποβάθμισης, το University of Minnesota αγόρασε την κεντρική περιοχή 14 εκταρίων. Το μιμήθηκαν, στα χρόνια του 50 και του 60, το Augsburg College και τα νοσοκομεία Fairview και St Mary μετά οι κερδοσκόποι, που ανανέωσαν τα παλιά σπίτια κάνοντας τα διαθέσιμα στους σπουδαστές του κοντινού campus. Το συγκρότημα κατά την γνώμη μιας έκθεσης της αστυνομίας συμπληρωμένη το 1969, προχωρούσε στην δημιουργία ενός κόμβου διάθεσης ναρκωτικών, διακλαδωμένου σε πέντε πολιτείες.
Γεννήθηκε τότε η ιδέα μιας ανάπλασης, με πρόταση των Keith Heller και Gloria Segal έγινε αμέσως θερμός υποστηρικτής ο γερουσιαστής Henry McKnight. Η επιχείρηση ξεκίνησε το 1970, και εκφράστηκε από τον Rapson με μια σειρά από πύργους των 20 έως 40 ορόφων, με 7.000 διαμερίσματα χαμηλού κόστους, συμπληρωμένα με εμπορικά και ψυχαγωγικά κέντρα. Όγκοι διαφορετικών διαστάσεων, τοποθετημένοι γύρω από «plazas» με υπόγεια parking και επικοινωνία από υπερυψωμένα περάσματα, με σαφή διαχωρισμό των πεζοδρόμων από τους αυτοκινητόδρομους. Στόχος: να δημιουργηθεί για 30.000 άτομα «μια κοινωνία που να δίνει ερεθίσματα σχεδιασμένη σωστά και αξιόλογη αισθητικά, προσαρμοσμένη στις ανθρώπινες ανάγκες ακόμη και σε σχέση με την επέκταση των γύρω ιδρυμάτων». Ιδιαίτερα, ο Rapson σκόπευε στην συμμετοχή των κατοίκων, τις επιθυμίες των οποίων ήθελε να λάβει υπόψη στη διαμόρφωση των διαμερισμάτων.
Για την διαμόρφωση των χώρων πράσινου και την διακόσμηση τους με γλυπτά, βρύσες, καναπεδάκια, και περίπτεραpage73_02 κάλεσαν τον Lawrence Halprin τον καλλίτερο αμερικανό αρχιτέκτονα τοπίου. Και όταν έφθασαν στο λεπτό σημείο να διαλέξουν τους κατοίκους, κάλεσαν τον κοινωνιολόγο David Cooperman. Διάλεξε διανοούμενους, επαγγελματίες, φοιτητές, οικογένειες με παιδιά, γέρους και νέους, κατά μια επιστημονική μέθοδο αναλογίας που έτεινε στην πλήρη κοινωνική και οικονομική ολοκλήρωση, αποκλείοντας τους «ανεπιθύμητους». Έγκλημα σχεδόν τέλειο, πραγματοποιημένο και με την βοήθεια κρατικών παροχών.
Αφού συμπληρώθηκε το πρώτο εκτελεστικό στάδιο, όμως, μια απρόσμενη τοπική αντίδραση εξαναγκάζει την κατασκευή να σταματήσει. Το γκρέμισμα και η παρουσία ουρανοξυστών σ’ ένα πολεοδομικό ιστό «lowrise» έκαναν να ξεσπάσουν διαμαρτυρίες μιας μικρής αλλά δυναμικής ομάδας αντιφρονούντων. Συγκεντρώσεις εκρηκτικές, μηνύσεις, εχθρικές εκδηλώσεις στηριγμένες στις πιο ετερογενείς κατηγορίες, από τις αρνητικές επιδράσεις των πύργων στην παιδική ψυχολογία μέχρι την ανεπάρκεια των κήπων, οδήγησαν στην δημιουργία του Cebar-Riverside Environmental Defense Fund». Στο μέτωπο των αμφισβητήσεων ενώθηκαν μερικοί νέοι κάτοικοι απειλώντας μια απεργία των ενοικιαστών εάν συνέχιζαν τα έργα. Στις ομιλίες επέμεναν σ’ αυτή την αρχή: ο «τρόπος ζωής», που πήρε σάρκα και επεβλήθηκε από αυτό το σκηνικό πόλης αντιτίθεται με τις συνήθειες του λαού της Minneapolis καθορίζει κάτι ξένο που αποκλείει καλές σχέσεις γειτονιάς και πυκνώνει τα επεισόδια βανδαλισμών. Έτσι και η μαγική φόρμουλα ανάπλασης. «The New Town – in Town» ναυάγησε.
page73_03Ο Jacob χαράζει ένα μελαγχολικό απολογισμό: «από την πλευρά του design η επιτυχία αναμφισβήτητη. Το Cedar Riverside West συνεισφέρει θετικά στην εικόνα της πόλης πλουτίζοντας τους χαρακτηριστικούς πόλους. Λαμβάνοντας υπόψη τους χρηματοδοτικούς περιορισμούς μπορεί να τονιστεί ότι ο αρχιτέκτονας συμπεριφέρθηκε θαυμάσια με ικανότητα και έμπνευση. Ποιο είναι λοιπόν το ελάττωμα; Λείπουν χρήστες ικανοί να ξεπεράσουν την χίμαιρα της μονοκατοικίας. «Είναι παράδοξο ότι ο Rapson – αυτός ο ουμανιστής και ιδεαλιστής του οποίου η πρωταρχική προσπάθεια στράφηκε στην εκφραστική μοναδικότητα του κάθε ενοίκου και του οποίου πρωταρχικός σκοπός ήταν το να προσφέρει ένα σύνολο διαφοροποιημένο, πολύχρηστο, ευμετάβλητο, σχεδόν ανοργάνωτο – είναι σήμερα κατηγορούμενος για έλλειψη ευαισθησίας».
Η συζήτηση φέρνει καυτό θέμα της επέμβασης στον πολεοδομικό ιστό. Το περιφερειακό habitat αναζωπυρωμένο από την πολιτική της Federal Housing Administration είναι μελαγχολικό και μάταιο, και ωθεί στον μαρασμό του κέντρου της πόλης. Το «urban renewal» πειραματισμένο στις τελευταίες δεκαετίες δίκαια απορρίπτεται γιατί καταστρέφει με βάρβαρες παρεμβολές τον ιστό των συνοικιών. Στην Minneapolis δημιουργήθηκε ένα προϊόν ποιότητας που ζωντανεύει τον ορίζοντα ισορροπώντας ασύμμετρες μεγάλες κατασκευές με μεγέθη κυττάρου διαβίωσης με σκοπό να μειώσουν τις μάζες με σκοπό να μειώσουν τις μάζες σε μια σκάλα ατομική και πειστική. Παρ’ όλα αυτά παρατηρήθηκε ένα φαινόμενο απόρριψης από μέρους των χρηστών ανεκπαίδευτων σε μια μοντέρνα διαλεκτική και παρακινημένοι από μια συντηρητική δημαγωγία.