Πυργόσπιτα σε μικρούς οικισμούς στην περιοχή της Ναυπλίας



page24_01
Χάρτης της περιοχής της Ναυπλίας
page24_02
Τοπογραφικό διάγραμμα του Β΄ οικισμού των Ιρίων
page24_03
Πυργόσπιτο του Β΄ οικισμού των Ιρίων. Κάτοψη.
page24_04
Πυργόσπιτο του Β΄ οικισμού των Ιρίων. Τομή.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μελέτη αυτή έχει την πρόθεση να παρουσιάσει ένα μικρό, ελάχιστα γνωστό, σύνολο οχυρωμένων σπιτιών στην περιοχή Κάνδια Ίρα της Ναυπλίας, να αναζητήσει τον τρόπο ζωής μέσα σ’ αυτά τα σπίτια και στα οικιστικά σύνολα που ανήκουν προσθέτοντας έτσι μια μικρή συμβολή στο πλατύ και γενικότερο θέμα της κατοικίας και ειδικότερα της οχυρωμένης κατοικίας στην Ελλάδα.

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. (Γεωγραφική και ιστορική ανασκόπηση).
«Η επαρχία Ναυπλίας κατέχει όλο το βορειοδυτικό τμήμα της Αργολικής Χερσονήσου, με όρια, ανατ. τη Θάλασσα του Σαρωνικού κόλπου, και τμήμα της Τροιζηνίας χώρας, Νότια τη Θάλασσα του Αργολικού και τμήμα της Ερμιονίδος, Δυτικά την επαρχία «Άργους και Κορίνθου».
Διαιρείται σε 5 δήμους: 1) Ναυπλιέων, 2)Μηδέας, 3) Επιδαυρίων, 4) Λήσσης και 5) Μινώας.
Ο Δήμος Μινώας ο μικρότερος σε έκταση και πληθυσμό της Ναυπλίας, συστήθηκε το 1830 στην εποχή του Καποδίστρια, από πρόσφυγες Κρήτες, απ’ όπου πήρε και το όνομά του. Περιλαμβάνει τα χωριά Τολό, Κάνδια και Ίρια.
Απέναντι από την παραλία του Δήμου Μινώας, βρίσκονται τα νησιά Υψηλή Πλατεία και Ρόδι ή Μακρόνησο αυτά, όπως γράφει ο Πλίνιος, ονομάζονταν Πιτυούσα, Ειρήνη και Εφύρα.
«Τα χωριά Κάνδια και Ίρια είναι αρχαία. Της Κάνδια υπέρκειται ακρόπολις αρχαία, ης μεσημβρινοανατολικής κείνται ερείπια του ναού του Απόλλωνος του Πυθάεως».

Οι Γάλλοι γεωγραφικοί που πήραν μέρος στην επιστημονική αποστολή στην Ελλάδα, γύρω στα 1800, τοποθετούσαν την αργολική Ασίνη στην Κάνδια παρά τις αντιθέσεις του τόπου αυτού με τις περιγραφές του Παυσανία.
Ο Κούρτιος (τομ. Β΄, σελ. 466) τοποθετεί στην Κάνδια την Όμηρική κώμη Ηιόνες. «Το όνομα Ηιόνες σημαίνει παραλία θαλλάσης, ώστε ουδέν απίθανον το παρά την Κάνδιαν τέναγος να εσχημάτιζεν αρχικώς τον λιμένα των Ηιόνων καταχωσθέντα κατόπιν εκ των επιχωματώσεων».
Ο Διονύσιος Πύρρος στις περιηγήσεις του γράφει για τα Ίρια «… μετά τον λιμένα τούτον 3 μίλια είναι το νύν καλούμενον Ήρι χωρίον, όπου το πάλαι ήτο η νηρίς πόλις εις τόπον υψηλόν κείμενον, σώζεται αυτού ένας πύργος και μια εκκλησία, προς βορράν ταύτης εισβάλλει εις την θάλασσαν ο Τάμος ποταμός. Πέραν του ποταμού τούτου είναι το νέον Ήρι, ο τόπος αυτού είναι καλός και καρποφόρος…».
Και οι δύο πεδιάδες, της Κάνδια και των Ιρίων, αποκλεισμένες μέσα σε λόφους και μικρές οροσειρές, με διέξοδο προς τη θάλασσα, είχαν εξαιρετικά έφορο έδαφος. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν πάντα στόχος για τους επίδοξους κατακτητές της περιοχής.
Στην α΄ ενετική κυριαρχία στην περιοχή, (1389-1540), υπήρξε μια διαρκής αμφισβήτηση της κυριότητος των τόπων αυτών μεταξύ Ενετών και Τούρκων.

Έτσι ο Bartolomeo Minio proveditore e capitano a Napoli di Romania έγραφε το Μάρτη του 1483 προς το Senato, e ad altri:
«… Οι Τούρκοι διεκδικούν από εμάς ορισμένους τόπους, που ονομάζονται Ίρια και Κάνδια, οι οποίοι περιέχονται στο territorio αυτής της γής, αφού βρίσκονται μεταξύ Ναυπλίου, Ερμιόνης (Castri) και Θερμισίου, που πάντα κατείχαμε και κατέχουμε μέχρι σήμερα».
Το 1540 η Ναυπλία πέφτει στα χέρια των Τούρκων (α΄ τουρκική κυριαρχία για τη Ναυπλία) και το 1686 την κατακτούν και πάλι οι Ενετοί, (β΄ Ενετική κυριαρχία) στους οποίους παραμένει μέχρι το 1715.
Στο επόμενο χρονικό διάστημα βρίσκεται και πάλι στα χέρια των Τούρκων (β΄ Τουρκοκρατία) μέχρι την απελευθέρωσή της κατά την Ελληνική επανάσταση το 1822. Μετά την απομάκρυνση των Τούρκων, μεγάλα κομμάτια γης και οικισμοί ολόκληροι περιέχονται στο Ελληνικό Δημόσιο. Αυτό ακριβώς έγινε και με τους οικισμούς των Ιρίων και της Κάνδια.

Ι. ΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΙΡΙΩΝ
Η προσωρινή διοίκηση της Ελλάδος το 1826 πούλησε την περιοχή των Ιρίων με δημοπρασία «… είς ανώτερους προσφερτάς … δια τάληρα κολονάτα δέκα χιλιάδας τεσσαράκοντα εν και δύο τρίτα, αριθ. 10041 2/3 συμφωνηθέν δια γρόσια εκατόν είκοσι χιλιάδας και πεντακόσια, αριθ. 120-500, λογαριασθέντα προς γρόσια 12 το τάληρον,… δια την κατεπείγουσαν ανάγκην της υπερασπίσεως του Μεσολογγίου» όπως αναφέρεται στο με αριθ. 6, περ. Γ΄. έγγραφο του Υπουργείου της Οικονομίας.
Συγκεκριμένα περιγράφονται: «Το ζευγολατείον Ηρίου κείμενον εις τον λεγόμενον κάτω Μαχαλιά της επαρχίας Ναυπλίου…, έχον έκτασιν διαστήματος ωρών εξ περιφερείας περίπου και κάμπους, διηρημένον εις δύο χωριά.
Το μεν την εκκλησίαν του Αγ. Νικολάου, περιέχον δέκα επτά σπίτια χαμηλά και εν με πάτωμα κεραμιδοσκέπαστον, ένα στάβλον με λίθινον θάλαμον, το πάτωμα του με θόλον, ή σκεπή του ηλιοκοτός, το μάκρος πήχεις 5 και σκάλαν πέτρινην με γέφυραν, διάφορα ερείπια και δύο μαγαζιά μακρυνάρια 12 οσπίτια.

page24_05
Το Πυργόσπιτο στο Β΄ οικισμοί των Ιρίων : νότια πλευρά.
page24_06
Το Πυργόσπιτο στο Β΄ οικισμό των Ιρίων : νοτιοδυτική άποψη.
page24_07
Το Πυργόσπιτο στο Β΄ οικισμό των Ιρίων : βορεινή πλευρά.

Το δε με την εκκλησίαν της Παναγίας περιέχον 12 οσπίτια με κεραμίδια, τέσσερα ερείπια, ένα πύργον με θόλους και ένα πάτωμα, σκεπασμένους με κεραμίδια, μάκρος πήχεις 15, ύψος πήχεις 14, εμβαδόν πήχεις 5 και σκάλαν πέτρινην με γέφυραν. Καθ’όλην την έκτασιν του εμπεριέχοντος χωράφια καλά στρεμμάτων επτά χιλιάδας διακοσίας, αριθ. 7.200, …δύο μύλους παλαιούς,…. έναν λινόν εις ύψος οσπιτίου με δύο πατήρια και δύο πολύμια… και εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, χαλασμένη και του Ηρίου η σκάλα. Το όπισθεν μέρος σύνορον της Κάνδια».
Με τις περιγραφές αυτές ήταν σχεδόν εύκολο να εντοπισθούν τα χωριά αυτά των Ιρίων, αναζητώντας κυρίως τις εκκλησίες που αναφέρονται σ’ αυτά.
«…Το δε με την εκκλησίαν της Παναγίας…» (Α΄ οικισμός).
Η εκκλησία της Παναγίας είναι σήμερα η μεγαλύτερη αλλά και νεώτερη στην κατασκευή εκκλησία της κοινότητας των Ιρίων και χρειάστηκε να θυμηθούν οι γεροντότεροι τη μικρή, παλιά, κατεστραμμένη εκκλησία, που κατεδάφισαν, για να χτίσουν στη θέση της, την καινούργια μεγάλη εκκλησία τους, για να εντοπισθεί η θέση του παλιού οικισμού.
Παρ’όλο που το γύρω χώρο έχει καταλάβει ο σύγχρονος οικισμός, παραμένουν σε μικρή απόσταση από την εκκλησία της Παναγίας, στην κορυφή του λόφου, τα ερείπια του Πύργου, μάκρος 11,65 μ., πλάτος 5.85 μ., ύψος σήμερα περίπου 3,5μ. και στη θέση της πέτρινης σκάλας με τη γέφυρα, η δεξαμενή νερού του μικρού υδραγωγείου του χωριού.
Η τοιχοποιία πάχους 1,10 μ. είναι από ακατέργαστες (εκτός από τις ακρογωγιαίες που παρουσιάζονται ελαφρώς επιμελημένες) πέτρες με παχιές στρώσεις κονιάματος και κατά διαστήματα, χωρίς καμία τάξη, τούβλα. Διακρίνεται μόλις η γένεση του κυλινδρικού θόλου που κάλυπτε το ισόγειο. Επίσης υπάρχουν τα ανοίγματα από τις πόρτες εισόδου στο ισόγειο και στον όροφο, παραποιημένες αρκετά από κάποια ανάγκη μεταγενέστερης διαμορφώσεως του κτιρίου. Σώζονται ορισμένα στοιχεία απ’ το αμυντικό σύστημα του πύργου, όπως τα μικρά σχισμοειδή ανοίγματα, που διευρύνονται στο εσωτερικό και που χρησίμευαν για τη χρήση του όπλου, (τουφεκίστρες) και η υποχώρηση του εξωτερικού επιπέδου της πόρτας του α΄ ορόφου, για να δεχθεί την κινητή, ξύλινη γέφυρα που ανέβαινε σε περίπτωση κινδύνου και έκλεινε το άνοιγμα της πόρτας.
Τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να διακρίνει κανείς απ’ τον παλιό οικισμό και τον πύργο του.
«… Το μεν με την εκκλησίαν του Αγ. Νικολάου…» (Β. οικισμός).
Η εκκλησία του Αγ. Νικολάου, σταυρεπίστεγη, μονόκλιτη βασιλική, σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση και είναι η εκκλησία του νεκροταφείου της εξοχικής αυτής περιοχής.

page24_08
Το εσωτερικό του πυργόσπιτου στο Β΄ οικισμό των Ιρίων.
page24_09
Το πυργόσπιτο στο Β΄ οικισμό Ιρίων : σχέσης της ξεχωριστής σκάλας με το κτίριο.
page24_10
Το Πυργόσπιτο στο Β΄οικισμό Ιρίων : τμήμα της βορεινής όψης. 1. Είσοδος στον όροφο. 2. Καταχύστρα. 3. Στήριξη της κινητής γέφυρας. 4. Τουφεκίστρες
page24_11
Τοπογραφικό διάγραμμα του οικισμού της Κάνδια.

 

 

 

 

 

 

 

 
Σύγχρονος οικισμός εδώ δεν έχει δημιουργηθεί κι από τον παλιό, εκτός από την εκκλησία του Αγ. Νικολάου, σώζονται σε ακτίνα 150 μ. περίπου, αρκετά κτίσματα και ερείπια από στάβλους, λόντζες, κατοικίες κλπ. Στο βορειότερο και πιο ψηλό σημείο σώζονται ενδιαφέροντα ερείπια του μύλου, που αναφέρεται στην πιο πάνω περιγραφή του παλιού οικισμού. Διακρίνεται η μυλόπετρα κάτω από τον κυλινδρικό θόλο που έχει καταπέσει σχεδόν ολόσωμος. Αξιοπρόσεκτη είναι επίσης η βάση συμπληρωματικού κτίσματος του μύλου, που είναι χτισμένη με γκρίζες πέτρες της περιοχής και κατά τρόπο πυραμιδοειδή. (αριθ. 9 στο σχετικό τοπογρ. σχέδ.). Επίσης ένα νεώτερο εκκλησάκι έχει καλύψει με τον αδιάφορο όγκο του τα ερείπια της παλιάς εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου.
Μεταξύ όλων αυτών, σχεδόν στο κέντρο, πολύ κοντά στο χαρακτηριστικό παλιό πηγάδι με το λιθόστρωτο και τις πέτρινες γούρνες, για το πότισμα των ζώων, υψώνεται επιβλητικό και αμείλικτο για την αδιαφορία του σήμερα το ερείπιο του Πύργου, του κέντρου άμυνας και ασφάλειας του οικισμού του χθες. Ο όγκος του αυστηρός και απλός, είναι ένα παραλληλεπίπεδο, με τη μακριά πλευρά του προς τον ανοιχτό κάμπο και τη θάλασσα. Οι γενικές του διαστάσεις, πλάτος 6,05 μ., μάκρος 12,45 μ. και ύψος 14.00 μ. (τόσο σώζεται σήμερα στη Β.Δ. γωνία του κτιρίου).
Η πυργοειδής μορφή του τονίζεται κυρίως από τις ψηλές αναλογίες του και τη διαφοροποίηση του ισογείου, που στερείται ανοιγμάτων, πλην μιας κατακόρυφης σχισμής σε κάθε στενή πλευρά, που εξασφάλιζε τον αερισμό του και χρησίμευε για τουφεκίστρα.
Σήμερα υπάρχει κι ένα όμορφο άνοιγμα πόρτας στο ισόγειο, στη μια μακριά πλευρά, αλλά η έλλειψη στοιχείων της αρχικής του μορφής (υπέρθυρο, λαμπάδες κλπ.) δεν μας επιτρέπουν να βεβαιώσουμε την ύπαρξη πόρτας, στην αρχική κατασκευή του Πύργου, ή αν το ισόγειο επικοινωνούσε με τον όροφο μόνο εσωτερικά με κινητή σκάλα, όπως σε πολλές περιπτώσεις Πύργων.
Η τοιχοποιία του, πάχους 1,10 μ. είναι ελάχιστα επιμελημένη (στις γωνίες κάπως περισσότερο) από τη χαρακτηριστική τοπική πέτρα της περιοχής καλής ποιότητας, με την παρεμβολή τούβλων σε κανονικά διαστήματα στη συνάντηση των τοίχων και άτακτα στην υπόλοιπη επιφάνεια.
Για συνδετήρια ύλη έχει χρησιμοποιηθεί ασβεστοκονίαμα με προσθήκη τριμμένου κεραμιδιού. Κατά διαστήματα (περίπου 1,20 μ.) υπάρχουν ξυλοδεσιές από ακατέργαστα ξύλα, που ξεριζώνουν το κτίριο, στο ψηλότερο τμήμα του κυρίως και συνδέονται μεταξύ τους με άλλα μικρότερα ξύλα τοποθετημένα κάθετα στα πρώτα.
Απ’ ότι διασώζεται, μπορούμε να διακρίνουμε στο εσωτερικό, την ύπαρξη δύο κυλινδρικών επάλληλων θόλων, που κάλυπταν το ισόγειο και τον α΄ όροφο του κτιρίου, από τους οποίους σώζεται ελάχιστο τμήμα κατά την γέννησή τους και η μορφή τους έχει αποτυπωθεί στο εσωτερικό της Δυτικής πλευράς του Πύργου. Πρόκειται για κανονικό ημικύκλιο, όπως φαίνεται στο σχετικό σχέδιο.
Πάνω στα υπολείμματα του θόλου του α΄ ορόφου υπάρχουν ίχνη επιχρίσματος, πράγμα που δεν διαπιστώθηκε σε κανένα σημείο του ισογείου.
Γενικά σ’ όλο το κτίριο δεν υπάρχει πρόθεση για διακόσμηση και πλαστική διαμόρφωση των όψεων. Δεν διαπιστώθηκαν ίχνη από γραπτά ή κεραμικά θέματα.

page24_12
Πυργόσπιτο της Κάνδια. Κάτοψη ορόφου.
page24_13
Πυργόσπιτο της Κάνδια. Τομή.
page24_14
Πυργόσπιτο της Κάνδια. Νότια ΄Οψη.

Η Νοτιοδυτική γωνία του Πύργου, που πεισματικά αντιστέκεται στην κατάρρευση, καταλήγει στο ύψος του β΄ πατώματος, σε κυκλική προεξοχή – βίγλα, που συγκρατούν τρία λίθινα φουρούσια, τελείως σχηματικά σχεδόν ημιλάξευτα. Πάνω σ’ αυτή την προεξοχή μπορούμε να παρατηρήσουμε όλες τις λεπτομέρειες διαμορφώσεως του δαπέδου που θα πρέπει να επεκτεινόταν πάνω από το δεύτερο θόλο.
Τα λίθινα φουρούσια συγκρατούν σχιστόπλακες και πάνω σ’ αυτές μικρές πέτρες χωρίς συνδετήριο κονίαμα, διαμορφώνουν την επιφάνεια να δεχθεί ένα είδος κουρασανίου με τρίμμα κεραμιδιού με μεγάλη κοκκομετρική διαβάθμιση.
Η αμυντική σημασία του στοιχείου αυτού που συναντιέται σε διάφορες παραλλαγές σε πολλές περιπτώσεις αμυντικών σπιτιών και Πύργων, πιθανόν να είναι μικρή, οπωσδήποτε όμως ενισχύει το οχυρωματικό ύφος του κτιρίου.
Η ανατολική πλευρά, μια από τις μικρές πλευρές, έχει σχεδόν καταρρεύσει, απομένει ένα μικρό τμήμα της αποσυνδεδεμένο από το υπόλοιπο κτίριο. Ελάχιστα μπορούμε να παρατηρήσουμε σ’ αυτή. Το ίδιο συμβαίνει και στη νότια πλευρά, παρ’ όλο που σώζεται πιο ψηλά από τον α΄ όροφο. Μόνο οι τουφεκίστρες καταφέρνουν να σπάσουν τη μονοτονία της λιθοδομής, ύστερα από επίμονη παρατήρηση.
Στη δυτική όψη, εκτός της σχισμής (παράθυρο – τουφεκίστρα) του ισογείου, διαφαίνεται άνοιγμα στον όροφο που φθάνει μέχρι το εξωράχιο του κυλινδρικού θόλου, που κάλυπτε το ισόγειο. Πρόκειται προφανώς για πόρτα, που οδηγούσε σε κάποια ξύλινη μάλλον προεξοχή. Κι από τις δύο μεριές μια σειρά από τουφεκίστρες προστάτευαν το άνοιγμα αυτό. Η κατάσταση του μνημείου σήμερα δεν επιτρέπει την αναζήτηση περισσοτέρων στοιχείων.
Η επικοινωνία με τον όροφο γινόταν με εξωτερική πέτρινη σκάλα ευθύγραμμη, περίπου κάθετη στη βόρεια πλευρά του Πύργου, και σε απόσταση απ’ αυτό. Η σύνδεση γινόταν με κινητή ξύλινη γέφυρα, όπως περιγράφεται και στο πωλητήριο συμβόλαιο του 1826, που σηκωνόταν σε περίπτωση κινδύνου και κάλυπτε το άνοιγμα της εισόδου. Το πλάτος της σκάλας 1,20 μ. η έλλειψη στηθαίου οποιασδήποτε μορφής και κυρίως το σημαντικό ύψος της, την κάνουν να μοιάζει με τοίχο, όπως ακριβώς περιγράφει ο Randolf: “… a wall with stairs is built about five foot from the tower”.
Σήμερα η σκάλα σώζεται σε μήκος 2,50 μ. και ύψος 4,00 μ. σε απόσταση 6,50 μ. από τον Πύργο. Η τοιχοποιία της διακόπτεται από άνοιγμα τόξου διαστάσεων 1,60 μ. πλάτος και επίσης 1,60 μ. ύψος. Το τόξο επαναλαμβανόταν στις ίδιες αναλογίες ίσως, αλλά σε μεγαλύτερες διαστάσεις, στο τμήμα που έχει καταπέσει, όπως φαίνεται ύστερα από προσεκτική παρατήρηση στο σωζόμενο τμήμα.
Η σκάλα αυτή οδηγούσε στον όροφο, σε ύψος 6.00 μ. περίπου, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το θόλο του ισογείου και το άνοιγμα της πόρτας της εισόδου στον όροφο. Η μορφή του ανοίγματος έχει σήμερα καταστραφεί. Μόνο το πλάτος του μπορεί να καθορισθεί, όπως και η εσοχή της τάξεως των 20 εκ. περίπου για την υποδοχή της γέφυρας όταν σηκωνόταν. Επίσης σώζονται δύο λίθινα φουρούσια κάτω από το άνοιγμα της πόρτας, σε θέσεις που δηλώνουν σαφώς ότι χρησίμευαν για τη στερέωση της γέφυρας.

page24_15
Πυργόσπιτο της Κάνδια. Σημερινή κατάσταση της εισόδου στον όροφο.
page24_16
Προσπάθεια αναπαραστάσεως της λειτουργίας της κινητής γέφυρας.
page24_17
Το Πυργόσπιτο της Κάνδια: νότια πλευρά
page24_18
Το Πυργόσπιτο της Κάνδια: δυτική πλευρά

Πάνω ακριβώς από την κυρία αυτή είσοδο του κτιρίου, υπάρχει καταχύστρα, κατασκευασμένη από λίγα κομμάτια πωρόλιθου και μεγάλα ειδικά τούβλα, μελετημένη με τουφεκίστρες και στις τρεις πλευρές της ώστε να εξασφαλίζει την υπεράσπιση της εισόδου. Η χρήση της γινόταν από το επίπεδο του δώματος, πάνω από το β΄ θόλο, και πολύ κοντά της διακρίνονται (όσο μπορεί να επιτρέψει η κατάσταση του κτιρίου) ίχνη από διάφορα προσκτίσματα.
Πιθανόν κάποιο σύστημα νερού των βροχών και του βρασμού του επί τόπου να βοηθούσαν στην χρήση της καταχύστρας σ’ αυτό το σημαντικό ύψος των 12, 00 μ. περίπου.
Στη βορεινή επίσης όψη, πλην της εισόδου και της καταχύστρας υπάρχει άνοιγμα παραθύρου που η θέση του, σε συσχετισμό με ίχνη ανοίγματος στο ύψος στη δυτική όψη, οδηγεί στη σκέψη υπάρξεως, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, κάποιου ξύλινου μεσοπατώματος. Η επικοινωνία από τον α΄ όροφο στο πιθανό μεσοπάτωμα και στο δώμα θα γινόταν με εσωτερική ξύλινη, ίσως και κινητή σκάλα.
Το κτίριο τελείωνε με τη διαμόρφωση δώματος πάνω από το β΄ θόλο. Η ύπαρξη και β΄ ορόφου με ξύλινη στέγη πρέπει να αποκλειστεί μάλλον γιατί α) δεν διαφαίνονται ίχνη ξύλινης κεραμοσκέπαστης στέγης, β) το σωζόμενο ύψος του πύργου είναι σε ένα επίπεδο και σε λογικό ύψος πάνω από το θόλο, ώστε να αποτελεί στηθαίο του δώματος, και γ) γιατί στην περιγραφή του συμβολαίου του 1826 αναφέρεται: «… η στέγη του ηλιοκοτός».
Μέσα απ’ όλη αυτή την περιγραφή του Πύργου και τον επιβλητικό του, όγκο, διαφαίνεται η λειτουργία του που είναι τόσο απλή και λιτή όσο και οι χώροι του.
Στο ισόγειο τα ζώα, οι τροφές… Στον όροφο η κατοικία, στο δώμα κυρίως η άμυνα του Πύργου και η υπεράσπιση όλου του οικισμού.

ΙΙ. Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΝΔΙΑ
Και το κομμάτι αυτό της γης «Ζευγολατείον της Κάνδια» πουλήθηκε από την προσωρινή διοίκηση της Ελλάδος το 1826, «… δια την κατεπείγουσαν ανάγκην της ενισχύσεως του αγώνος του Μεσολογγίου…».
Από τον παλιό, μικρό, στοιχειώδη οικισμό της Κάνδια σώζονται σήμερα λίγα μονόροφα και διώροφα κτίρια, ερείπια και ακατοίκητα τα πιο πολλά που μπορεί να τα διακρίνει κανείς ανάμεσα στα κτίρια του νέου οικισμού. Μέσα σ’ αυτά κυρίαρχο στοιχείο, το πυργόσπιτο, οχυρωμένο σπίτι περισσότερο, παρά Πύργος, μ’ όλο που οι ντόπιοι συνηθίζουν ακόμα και σήμερα να το λένε «Πύργο».
Οι γεροντότεροι στον οικισμό θυμούνται ακόμη την τελευταία «κυρά του Πύργου», ήταν η κυρά Ελένη Ιατρίδου που κατοικούσε στον Πύργο και στα γύρω σπίτια ζούσαν οι βοηθοί της και γίνονταν οι βοηθητικές εργασίες του σπιτιού της.
Η διάταξη των διαφόρων κτιρίων γύρω από το Πυργόσπιτο της Κάνδια είναι πιο οργανωμένη από εκείνη των Ιρίων.
Είναι σχεδόν συμμετρικά διαταγμένα γύρω απ’ αυτό, κατοικίες, λόντζες, καταστήματα.
Ιδιαιτέρως προβληματίζει το εσωτερικό του ορόφου στο κτίριο με αριθ. 6 του σχετικού τοπογραφικού διαγράμματος, όπου, όπως διαφαίνεται από ένα μεγάλο αριθμό θηκών, εσοχών που περιλαμβάνονται στο πάχος του τοίχου και φθάνουν μέχρι την ξύλινη στέγη, ήταν προορισμένο για ειδική χρήση, ίσως παράλληλα με την κατοικία. Οπωσδήποτε τα «ντουλαπάκια» αυτά χρησίμευαν για την αποθήκευση κάποιου προϊόντος τοπικής παραγωγής ή ξένου εμπορεύματος.
Η ύδρευση του οικισμού γινόταν από πηγάδι που βρισκόταν στο πλάτωμα μεταξύ των κτισμάτων. Εκκλησία βρίσκεται σε απόσταση 200 μ. περίπου ανατολικά από το Πυργόσπιτο, και πάνω στους απότομους λόφους προς την ίδια κατεύθυνση με την αρχαία ακρόπολη.
Οι χώροι του Πυργόσπιτου ήταν λίγοι, οι πιο απαραίτητοι για τις ανάγκες της ζωής και η οχύρωση του σημαντική. Οι αναλογίες του διαφέρουν από εκείνες των Πύργων των Ιρίων. Το πλάτος του είναι σχεδόν το ίδιο, 5,75 μ., είναι όμως πολύ πιο μακρύ, 17,00 μ., περίπου και πολύ πιο χαμηλό απ’αυτούς.
Η πυργοειδής μορφή του τονίζεται όχι τόσο από τις ψηλές αναλογίες του, όσο από την ιδιαίτερη προσπάθεια οχυρώσεώς του.
Στο ισόγειο ελάχιστα μικρά ανοίγματα σε σημαντικό ύψος από το έδαφος, τοποθετημένα σχεδόν συμμετρικά, από δύο στενές, ασφάλιζαν με σιδεριές.
Η πόρτα εισόδου σ’ αυτό, μικρή με τοξωτό λίθινο υπέρυθρο, είχε μελετημένη την άμυνά της. Πλην της ιδιαίτερης ίσως κατασκευής της, που υπολείμματά της δεν σώζονται σήμερα είχε ακριβώς από πάνω της καταχύστρα (η χρήση γινόταν απ’ τον όροφο) και πλάγιες τουφεκίστρες που προσανατολίζονταν προς τον ανεπιθύμητο επισκέπτη. Αρχικώς ο χώρος του ισογείου ήταν ενιαίος και αργότερα χωρίστηκε σε δύο χώρους και οδήγησε στη διάνοιξη και δεύτερης πόρτας πλάϊ στην πρώτη. Η προχειρότητα της διανοίξεως δεν αφήνει περιθώρια για χρονολογική αμφισβήτηση.
Η κάλυψη του ισογείου γινόταν με κυλινδρικό θόλο που σώζεται ακέραιος.
Εσωτερική επικοινωνία με τον όροφο δεν υπήρχε. Η σκάλα που οδηγούσε σ’ αυτόν, είναι εξωτερική, λιθόκτιστη, ευθύγραμμη, σχεδόν κάθετη στο πλατύ μέτωπο του κτιρίου. Σώζεται ακέραια και μας δίνει σημαντικά στοιχεία για τον τρόπο κατασκευής και λειτουργίας της ξύλινης κινητής γέφυρας που την σύνεδεε με το κτίριο. Το ίδιο συμβαίνει και με την είσοδο στον όροφο. Πρόκειται για άνοιγμα χαμηλό σχετικά, με λίθινο λαξευτό πλαίσιο και υπέρυθρο τοξωτό (χαμηλωμένο τόξο), στο οποίο έχουν σωθεί πολλά στοιχεία, που επέτρεψαν την αναπαράσταση της ξύλινης κινητής γέφυρας. Η σκάλα, αντίθετα από εκείνη του Πύργου των Ιρίων, είναι πολύ φαρδιά 2,27 μ. και έχει κτιστό χαμηλό στηθαίο από τις δύο πλευρές.
Το αυστηρό παραλληλεπίπεδο του όγκου του Πύργου διακόπτεται από μικρή εξοχή, που υπάρχει στη βορεινή πλευρά του, διαστάσεων 2,35 μ. επί 3,70 μ. Στο ισόγειο δεν φαίνεται να δημιουργεί επισκέψιμο χώρο στον όροφο χρησίμευε ίσως για βοηθητικές εργασίες του σπιτιού ή και για παρατηρητήριο. Πράγματι υπάρχουν σ’ αυτό πολλές τουφεκίστρες.
O όροφος είναι υπερυψωμένος 4,80 μ. από το έδαφος και αποτελείται από τρεις κύριους χώρους. Ο πρώτος, όταν μπαίνει κανείς, είναι ο πιο μικρός 3,00 μ. x 4,00 περίπου έχει στη μια γωνία τζάκι με τουφεκίστρα μέσα στο κοίλο του μέρος, και επικοινωνεί με το χώρο της εξοχής.
Μπαίνοντας, αριστερά βρίσκεται το καλοκαιρινό δωμάτιο, διαστάσεων 4,20 μ. x 4,30 μ. χωρίς τζάκι, με προσανατολισμό προς το βορειά κυρίως και πολλά ανοίγματα παραθύρων, αναλογίας περίπου 1,00 x 1,20 μ. Στο χώρο αυτό το δάπεδο, σύμφωνα με τη θύμηση των ανθρώπων της περιοχής, ήταν από πατητό κονίαμα (κουρασάνι προφανώς).
Δεξιά μπαίνοντας, βρισκόταν το χειμωνιάτικο, το μεγαλύτερο δωμάτιο (4,10 μ. x 7,20 μ.) με τζάκι και δάπεδο ξύλινο. Δεχόταν τον ήλιο απ’την ανατολή, μεσημβρία και δύση με μεγάλα ανοίγματα και προς τις τρεις κατευθύνσεις. Ο χώρος της προεξοχής ήταν στρωμένος με πλάκες. (Πάντα σύμφωνα με τις διηγήσεις). Στην περίπτωση αυτή ενισχύεται η άποψη ότι ο χώρος εξυπηρετούσε κάποια βοηθητική λειτουργία του σπιτιού.
Σήμερα υπάρχει τοίχος, μήκους 6,00 μ. περίπου, που σχηματίζει στενό διάδρομο μπροστά στην είσοδο, με επικοινωνία προς τα δύο κύρια δωμάτια, μεταγενέστερης απ’ ότι φαίνεται κατασκευής.
Οι αναλογίες των χώρων και η σχέση του στο Πυργόσπιτο αυτό μας θυμίζουν συνηθισμένο τύπο λαϊκού σπιτιού, αν σταθούμε μόνο στη μορφολογία της κατόψεως και παραβλέψουμε τη χρήση του χώρου της προεξοχής.
Η κάλυψη του κτιρίου γινόταν με τετρακλινή ξύλινη κεραμοσκεπή στέγη, που σήμερα έχει καταστραφεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Υπάρχουν ακόμα ίχνη ξύλινης ψευδοροφής, ίχνος διακοσμητικής διάθεσης, όπως εξ’ άλλου συμβαίνει και σε όλα τα επί μέρους στοιχεία του κτιρίου. (Τζάκια, θυρώματα κλπ.).
Η μόνη πολυτέλεια που του έχει επιτραπεί είναι το απλό επίχρισμα (στον όροφο μόνο) και η λιτή ταινία από τέσσερις σειρές τούβλα, οδοντοτά, περίπου τοποθετημένα στην έδραση της στέγης, όπως φαίνεται να διασώζεται σε ελάχιστο τμήμα αυτής. Όλα γενικά τα χρησιμοποιούμενα υλικά είναι ευτελή και η τοιχοποιία του ελάχιστα επιμελημένη. Μόνο οι ακρογωνιαίοι λίθοι είναι ημιλαξευτοί κάπως καλύτεροι σε ποιότητα. Ξυλοδεσίες φαίνονται μόνο στο ύψος της ποδιάς και του «πρεκιού» των παραθύρων, κατά μήκος των τοίχων και κατά το πλάτος αυτών σε πυκνότερα διαστήματα.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό αμυντικό στοιχείο στο Πυργόσπιτο της Κάνδια είναι οι τουφεκίστρες που είναι πάρα πολλές και χωρισμένες σε δύο κατηγορίες: α) Εκείνες που βρίσκονται σε σχετικό ύψος από το δάπεδο, λίγο πιο ψηλά απ’ τις ποδιές των παραθύρων, ώστε να πολεμά κανείς ορθός. Αυτές βρίσκονται σε όλες τις πλευρές του κτιρίου, κυρίως δεξιά και αριστερά σε κάθε άνοιγμα παραθύρου ή πόρτας στον όροφο και στην είσοδο του ισογείου. Οι διαστάσεις τους εξωτερικά είναι πλάτους 6 εκ. και μήκους περίπου 26, β) Εκείνες που βρίσκονται στο δάπεδο, ώστε να πολεμά κανείς ξαπλωμένος σ’ αυτό. Εξωτερικά οι διαστάσεις τους είναι 6 εκ. πλάτος και μήκος περισσότερο από 80 εκ. Αυτής της κατηγορίας πολεμίστρες υπάρχουν μόνο (πλην μιας) στη Νότια όψη του κτιρίου που είναι η όψη της σκάλας.

Γενικές παρατηρήσεις
Με το Πυργόσπιτο της Κάνδια περιγράψαμε στην ίδια περιοχή τρία σπίτια, και υπάρχουν πληροφορίες για ένα τέταρτο, με κοινά χαρακτηριστικά την προβολή τους μέσα στους μικρούς αγροτικούς οικισμούς και τον εξαιρετικά οχυρωματικό χαρακτήρα εκφρασμένο με κοινά λεπτομερειακά στοιχεία, πράγμα που σημαίνει πως ειδικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες οδήγησαν σ’ αυτό το αποτέλεσμα.
Ίσως ήταν αυτές οι διαρκείς αντιδικίες μεταξύ Ενετών και Τούρκων, για την κυριότητα των κτημάτων της περιοχής αυτής, που όπως αναφέρεται στην αναφορά του Baltolomeo Minio στη διοίκηση της Βενετίας, ήταν πάντα εξαιρετικά εύφορα «e il principal pascolo per i cavalli dei strationi» (το κυριότερο λειβάδι για τα άλογα των στρατιωτών).
Ο A.L. Castellan γάλλος περιηγητής στην Ελλάδα γύρω στο 1808 περιγράφει παρόμοια σπίτια στο Μωριά και αποδίδει την ιδιαίτερη κατασκευή τους στην ανάγκη άμυνας της οικογενείας «… σ’ αυτή τη χώρα που καταστρέφεται συνήθως από εμφύλιους πολέμους και ληστές».Εκατόν είκοσι χρόνια παλιότερα ο Randolf περιγράφει κι αυτός αυτά τα σπίτια και θεωρεί απαραίτητα την οχύρωσή τους με την κινητή γέφυρα, για την εξασφάλιση από τους πειρατές.Ο καθηγητής Χ. Μπούρας στη μελέτη του, κατοικίες και οικισμοί στη Βυζαντινή Ελλάδα, αγγίζοντας το πρόβλημα του εξαιρετικού πολυμορφισμού των νεωτέρων λαϊκών σπιτιών στην Ελλάδα, γράφει σχετικά: «Στην Τουρκοκρατία δημιουργήθηκαν τελείως διαφορετικές κατά τρόπους οικονομικές κοινωνικές συνθήκες, που ασφαλώς ενίσχυσαν τις υφιστάμενες ήδη από το Μεσαίωνα τοπικές ιδιομορφίες. Συγχρόνως ήρθαν άμεσες και έμμεσες ξένες ιδέες τόσο σε θέματα ζωής όσο και σε θέματα τέχνης με αποτέλεσμα στη θέση της Βυζαντινής να δημιουργηθεί μια νεοελληνική παράδοση. Για να δοθεί πάντως απάντηση στο πρόβλημα, θα πρέπει προηγουμένως να μελετηθεί διεξοδικά η ανώνυμη αρχιτεκτονική της Ελλάδος, και αυτό (παρά τα σημαντικά πρόσφατα δημοσιεύματα), δεν είναι ακόμα δυνατό». Ελπίζουμε ότι η παρουσίαση των Πυργόσπιτων της περιοχής της Ναυπλίας, βοήθησε να γίνει ένα βήμα ακόμα προς την κατεύθυνση αυτή.