Προστασία του περιβάλλοντος και οικισμού πρό του ’23



page43_02 Από το 1973 και μετά, συχνά απασχόλησε η Σκόπελος τον Τύπο, καθημερινό και περιοδικό, στα πλαίσια μιας προσπάθειας προστασίας του περιβάλλοντος της. Μια προσπάθεια που αποκορυφώθηκε το 1976 – 77 όταν, για πρώτη φορά φάνηκε μια πολυόροφη πολυκατοικία – ξενώνας, μια κραυγαλέα κακοποίηση, στα όρια του παραδοσιακού οικισμού, που δεν άργησε να την διαδεχθεί και δεύτερη και Τρίτη.
Συζητήσεις με τους κατοίκους, διαμαρτυρίες στον Τύπο, τηλεγραφήματα και εισηγήσεις προς τους αρμοδίους, οδήγησαν στην κήρυξη του οικισμού της Σοπέλου ως «τόπου ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, με αξιόλογο παραδοσιακό αρχιτεκτονικό χαρακτήρα έχοντας ανάγκη ειδικής κρατικής προστασίας για την διατήρηση του…» από το υπουργείο Πολιτισμού, και Επιστημών, με φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αριθ. 763) Β, στις 10 Αυγούστου 1977.
Την ίδια εποχή και για την ακρίβεια στις 7 Ιουλίου 1977, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως φύλλο 225 Δ το Προεδρικό Πολεοδομικό Διάταγμα «περί καθορισμού των ορών και περιορισμού δομήσεως των οικοπέδων, των κειμένων εντός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών, των στερουμένων εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου» με απώτερο στόχο και εδώ την προστασία των παραδοσιακών οικισμών της Χώρας, στην περίπτωση μας και της Σκοπέλου.
Στο παρακάτω σημείωμα δεν θα ασχοληθούμε με τα προβλήματα που παρουσιάζει η προστασία όπου αυτή ακόμη ασκείται από το υπ. Πολιτισμού και Επιστημών, βάσει της αρχαιολογικής νομοθεσίας του 1932 και 1950, διότι, παρ’ όλη την κήρυξη του οικισμού της Σκοπέλου ως διατηρητέου μνημείου από τον Αύγουστο του 1977, η κρατική προστασία από πλευράς υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, είναι μέχρι σήμερα καθ’ όλα ανύπαρκτη.
Περιοριζόμαστε, λοιπόν, στο πολεοδομικό διάταγμα αρμοδιότητας της υπηρεσίας Οικισμού του υπουργείου Δημοσίων Έργων, βάσει του οποίου γίνεται σήμερα η ανοικοδόμηση στην Σκόπελο και γενικότερα στους προ του 1923 οικισμού.page43_01
Δεν είναι, φυσικά, δυνατό στα πλαίσια αυτού του σημειώματος να υπεισέλθει κανείς σε λεπτομερή ανάλυση των αδυναμιών που παρουσιάζει το παραπάνω διάταγμα. Είναι, όμως, αναγκαίο να διευκρινισθεί η ερμηνεία του άρθρου 6., παρ. 3, που αφορά στις επισκευές, μετασκευές και αποκαταστάσεις παλαιών κτισμάτων, όπου στις παραπάνω έννοιες θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η ριζική επισκευή, η εκ θεμελίων ανακατασκευή, η αναστήλωση, όχι μόνο μεμονωμένων αξιόλογων κτισμάτων που αποτελούν μέρη ενός αξιόλογου συνόλου και να ισχύει σε αντιστοιχεία αυτό που ορίζει το άρθρο 3, παρ. 2, σχετικά με το κατ’ εξαίρεσιν μπορεί να «εφαρμόζεται εκείνο, καθ’ ό εγένετο συστηματικά δόμησις πραγμάτων εμφαινομένη».
Και ενώ το άρθρο 102 του Γ.Ο.Κ. υπήρξε κάθε άλλο παρά ευεργητικό (σαν αποτέλεσμα του σύγχρονα δομημένου περιβάλλοντος της χώρας μας) στα πλαίσια αυτού του διατάγματος και στην προσπάθεια προστασίας των παραδοσιακών οικισμών γίνεται επιτακτική μια σωστή εκμετάλευση των παρεκκλίσεων που επιτρέπει το άρθρο 6 παρ. 1 του διατάγματος, διαφοροποιημένα, φυσικά, κατά οικισμό, οικιστική ζώνη ή μικρότερη ενότητα (ύψος 9,50 μ., 3 όροφος) δίχως τον παράλληλο περιορισμό του αναφερόμενου συντελεστή δομήσεως 1,2, που θα έπρεπε να έχει υπολογισθεί σε συνάρτηση με το μέγεθος του οικοπέδου και όχι ενιαία για όλες τις κατηγορίες μεγέθους οικοπέδων (300μ2, 15 μ2, 100 μ2 και 30 μ2).|
Και αυτό, όχι μόνο για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών των κατοίκων, αλλά και γι’ αυτή την ίδια την προστασία της εικόνας των παραδοσιακών οικισμών, στο όνομα της οποίας εκδόθηκε και το παραπάνω διάταγμα.

page43_03Ένα παράδειγμα:
Στην παραλιακή ζώνη της Σκοπέλου, που αποτελείται από 3-4όροφα κτίρια, επιβάλλεται σε οικόπεδο 40 μ2 ακάλυπτος χώρος 8 μ2 (δηλ. 20% σε ένα οικισμό που ο ακάλυπτος χώρος είναι στο 90% των περιπτώσεων ανύπαρκτος) και μέγιστο ύψος 2όροφο, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο στο όνομα της προστασίας μια ανορθογραφιά δίχως προηγούμενο. (εικ. 1)
Την ίδια στιγμή, στην περιφερειακή ζώνη του οικισμού, που βάσει του άρθρου 5 παρ. 1 στ’ του ιδίου πάντα διατάγματος, δεν έπρεπε να υπερβαίνει λόγω κλίσεως εδάφους το 8,50 μ. δηλ. τους 3 ορόφους, βάσει δε μιας σχετικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 18 Μαΐου 1977, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί παράνομη η χορήγηση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση τέτοιου κτίσματος (εικ. 2).

Τι συμβαίνει:
Στην μεν μια περίπτωση, που δεν θαέπρεπε να εγκριθεί τουλάχιστον ο 4ος όροφος ακόμη και για λόγους προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, τελικά, δίνεται και εκεί που ο 3οςόροφος ακόμη και για λόγους προστασίας του αρχιτεκτονικού συνόλου της παραλιακής ζώνης του οικισμού, αυτός αφαιρείται…
Ποια θέση του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου και, ποια τα κριτήρια της λεγόμενης επιτροπής ελέγχου της περιοχής, που αν κρίνει κανείς από τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, μάλλον κακό έχει κάνει στο νησί παρά καλό;
Γίνεται, λοιπόν φανερό, πόσο αναγκαία είναι η άμεση αντιμετώπιση των παραπάνω δύο περιπτώσεων και η παράλληλη αναθεώρηση του διατάγματος από την αρμόδια Διεύθυνση προστασίας περιβάλλοντος και παραδοσιακών οικισμών της Υπηρεσίας Οικισμού, έτσι που η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς αυτού του τόπου να μπορεί να τεθεί σε πιο σωστές βάσεις.