Μηχανισμοί Διατήρησης Παραδοσιακών Οικισμών



page21_01 Το πρόβλημα της διατήρησης παραδοσιακών οικισμών εξετάζεται στο εύρ’υτερο φάσμα της μεγάλης συγκέντρωσης της πρωτεύουσας και της εγκατάλειψης των μικρών αστικών κέντρων.
Αναφέρονται οι αιτίες σταδιακής καταστροφής της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς και οι μηχανισμοί με τους οποίους ο κρατικός φορέας αντιμετωπίζει το όλο πρόβλημα.
Γίνονται σαφείς οι ελλείψεις σωστής αντιμετώπισης του προβλήματος εκ μέρους του Κράτους, των αρμοδίων μελετητών αλλά και των ιδιωτών.
Τέλος αναφέρονται οι τρόποι με τους οποίους γίνεται σήμερα η διατήρηση των παραδοσιακών οικισμών:
Κατ’ αρχήν θα πρέπει να αποσαφηνισθεί ο όρος «διατήρηση παραδοσιακών οικισμών», που τόσο έχει παρεξηγηθεί τελευταία.
Οι διαδικασίες διατήρησης περιλαμβάνουν τους ακόλουθους τρεις τύπους παρέμβασης:
1. Ανακαίνιση παλαιών κτιρίων (restauration).
2. Ένταξη σύγχρονων κτιρίων που εναρμονίζονται με τις κατασκευές που ήδη υπάρχουν στο διατηρηταίο οικισμό (renovation).
3. Οργάνωση κοινωνικών χώρων, ένταξη δυναμικών λειτουργιών, δημιουργία νέων πόλεων έλξης που επιτρέπουν την αναβίωση του οικισμού (rehabilitation).
Επομένως, η διατήρηση δεν αναφέρεται μόνο σε μια παθητική συντήρηση παλαιών κτιρίων αλλά αποβλέπει στην επανασύνδεση του οικισμού με νέους τρόπους ζωής προσφέροντας ένα πιο ανθρώπινο περιβάλλον στο άτομο.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες (ιδίως μεταξύ του 60 – 70) παρατηρείται συρροή αγροτικού πληθυσμού στην Αθήνα. Η μεγάλη συγκέντρωση των διοικητικών, εμπορικών, βιομηχανικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων στο χώρο της Αττικής συντέλεσε ώστε η Αθήνα να γίνει μια πρωτεύουσα υδροκέφαλη που απομυζά το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού οικονομικού και εργατικού δυναμικού.
Η δημιουργία ενός βιομηχανικού κλοιού γύρω από την Αθήνα, ο οποίος περιλαμβάνει τις ζώνες:
– Ελευσίνα – Ασπρόπυργος
– Επεκτάσεις προς Πέραμα και Σαλαμίνα
– Λαύριο
– Κρυονέρι – Οινόφυτα
αυξάνει σημαντικά τη συγκέντρωση της πρωτεύουσας.
Σε μικρότερη κλίμακα παρατηρείται συγκέντρωση στα μεγάλα αστικά κέντρα μέσα στα όρια κάθε νόμου.
Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία άμορφων πόλεων όπου οι συνθήκες ζωής συνεχώς δυσχεραίνουν και η ποιότητα του αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος είναι πολλές φορές ανησυχητική, λόγω της αχαλίνωτης κτηματικής κερδοσκοπίας.
Οι παραδοσιακοί μας οικισμοί που σταδιακά έχουν αναπτυχθεί σε σχέση με τις ασχολίες των κατοίκων και συνδέονται οργανικά με τον περιβάλλοντα χώρο και τις κλιματολογικές συνθήκες συνεχώς ερειπώνουν, στερούνται νέου πληθυσμού και ή οδηγούνται στην απομόνωση ή μετατρέπονται σε τουριστικά κέντρα.
Από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του πενήντα η αύξηση του τουριστικού ρεύματος ενθαρρυνόμενη και από την κυβερνητική πολιτική οδήγησε στη γρήγορη και πρόχειρη κατασκευή ξενοδοχείων ή τουριστικών συγκροτημάτων σε παραθαλάσσιες περιοχές. Τα βραχυπρόθεσμα προγράμματα τουριστικής ανάπτυξης βρίσκονται ξεπερασμένα ύστερα από μερικά χρόνια. Κανείς μακρυπρόθεσμος προγραμματισμός δεν έχει γίνει ως τώρα. Το τοπίο του τόπου αλλάζει συνεχώς όψη και η αρχιτεκτονική μας κληρονομιά βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.
Η κατεδάφιση παλαιών αρχοντικών, νεοκλασσικών οικοδομημάτων ή και ολόκληρων λαϊκών συνοικιών για να αντικατασταθούν από σύγχρονα κτίρια συχνά αμφίβολης αισθητικής και ποιοτικής αξίας είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην Ελλάδα. Αν και σ’ αυτό προστεθεί η φυσική φθορά των κτιρίων οι μάρτυρες του αρχιτεκτονικού μας παρελθόντος γίνονται όλο και πιο σπάνιοι.
Οι βασικές αιτίες καταστροφής της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς είναι:
1. Η εγκατάλειψη και η φυσική φθορά των κτιρίων.
2. Η τάση του Έλληνα να επενδύει στον κτιριακό τομέα.
Η τάση αυτή οφείλεται στους κάτωθι λόγους:
– Τα παλαιά κτίρια περιορισμένου ύψους και κατασκευασμένα πολλές φορές με απλά υλικά είναι περιορισμένης αποδοτικότητας κι έτσι συχνά page21_02κατεδαφίζονται για να αντικατασταθούν από σύγχρονες οικοδομές μεγαλύτερου εμπορικού κέρδους.
– Το αίσθημα ανασφάλειας του Έλληνα που προέρχεται από την οικονομική και πολιτική αστάθεια. Η αγορά ενός διαμερίσματος κυρίως στην Αθήνα θεωρείται μια σίγουρη τοποθέτηση χρημάτων.
– Στον θεσμό της «προίκας» που επικρατεί.
3. Η αλλαγή της κοινωνικοοικονομικής δομής ορισμένων περιοχών, κυρίως παραθαλάσσιων που από αγροτική μετατρέπεται σε τουριστική.
Ο τρόπος με τον οποίο ο κρατικός μηχανισμός αντιμετωπίζει τα θέματα τα οποία αφορούν την διατήρηση παραδοσιακών οικισμών επιδεινώνει την κατάσταση. Η υπάρχουσα νομοθεσία είναι ανεπαρκής (Νόμοι του 1830 και 1932) και αναφέρεται κυρίως στην προστασία ιστορικών μνημείων και αρχαιοτήτων και όχι παραδοσιακών κτιρίων και οικισμών.
Συχνά ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής προστασίας σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία είναι η απαλλοτρίωση. Λόγω του ύψους των δαπανών των σχετικών διαδικασιών και των προβλημάτων που προκύπτουν καθόσον θίγονται οι σχέσεις κράτους και ιδιοκτήτου τις περισσότερες φορές η προστασία εγκαταλείπεται.
Τα άρθρα της νομοθεσίας που αφορούν κτίρια κτισμένα μετά το 1830 (νόμους 1950) αναφέρονται μεμονωμένα κτίρια. Η ανάγκη προστασίας των κτιρίων «συνοδείας» (κτιρίων ευρισκομένων σε μικρή ακτίνα από το διατηρητέο κτίριο) και των ιστορικών συνόλων και οικισμών δεν είναι σαφής στην ελληνική νομοθεσία. Η έννοια της ολικής προστασίας είναι ανύπαρκτη.
Τα κίνητρα τα οποία δίνονται από το κράτος, για τουριστική ανάπτυξη βρίσκονται συχνά σε αντίθεση με τους νόμους που αφορούν την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Ο τεμαχισμός της γης σε ζώνες ανάπτυξης δεν ευνοεί την προστασία και αποκατάσταση των ιστορικών κέντρων παράλληλα με την αντίστοιχη εξέλιξη των γύρω περιοχών.
Η έλλειψη ενός ενιαίου φορέα ο οποίος να περιλαμβάνει πολλές ειδικότητες και να φέρει την ευθύνη διατήρησης των παραδοσιακών οικισμών έχει σαν συνέπεια ιδιωτικές ή συλλογικές πρωτοβουλίες να χάνονται κατά τις μακρές και κουραστικές γραφειοκρατικές διαδικασίες. Αυτή η κατάσταση επιδεινώνεται από την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των υπαρχόντων φορέων.
Η τοπική πρωτοβουλία από εξειδικευμένες υπηρεσίες θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματική όσον αφορά τον αρχιτεκτονικό έλεγχο ασκούμενο ως από το πλείστον σήμερα, από την αρχαιολογική υπηρεσία.
Η πληροφόρηση και η κινητοποίηση των κατοίκων και δημοσίων υπηρεσιών της διατηρητέας περιοχής θα μπορούσε να είναι μεγάλης σημασίας για την αποτελεσματική προστασία των παραδοσιακών οικισμών. Συχνά παραδείγματα μορφολογικής και αισθητικής αλλοίωσης είναι τα δημόσια κτίρια (ΔΕΗ – ΟΤΕ – Δημαρχεία – Υπουργεία κ.τ.λ.)
Το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών και ο ΕΟΤ έχουν το δικαίωμα σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία να παρέχουν δάνεια, επιχορηγήσεις ή και να αναλαμβάνουν μερικώς τα έξοδα συντήρησης ή ανακαίνισης κτιρίων όταν επιβαρύνεται ο ιδιοκτήτης.
Η διατήρηση παραδοσιακών οικισμών όπως αυτή γίνεται σήμερα θα μπορούσε να καταταγεί στις ακόλουθες κατηγορίες:
1. Την «μουσειακή» διατήρηση. Στην περίπτωση αυτή δίδεται σημασία στα μορφολογικά και αισθητικά στοιχεία του κτιρίου ή οικισμού ο οποίος αποκαθιστάται μορφολογικά όπως και στο παρελθόν, Οι νέες ανάγκες, η αναζωογόνηση των ιστορικών κέντρων η ένταξη νέων λειτουργιών συχνά αγνοούνται.
2. Την αλλαγή της κοινωνικοοικονομικής δομής του οικισμού ο οποίος γίνεται πόλος τουριστικής έλξης. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν πολλοί παραθαλάσσιοι οικισμοί.
3. Την «υποχρεωτική» από το κράτος διατήρηση. Στην περίπτωση αυτή το κράτος υπό μορφήν απαγορευτικών διατάξεων και μέτρων επιβάλει συγκεκριμένους τρόπους προστασίας χωρίς πολλές φορές να δίνει πραγματικά κίνητρα στους κατοίκους.
4. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο οικισμός ανατίθεται σ’ ένα φορέα δημόσιο, ημιδημόσιο ή ιδιωτικό ο οποίος αναλαμβάνει τις ευθύνες διατήρησης και εκμεταλλεύεται τον οικισμό για ένα χρονικό διάστημα. Είναι η περίπτωση της Οίας στην Σαντορίνη, της Μακρυνίτσας στο Πήλιο, των Μεστών Χίου.
5. Την «δυναμική» διατήρηση η οποία βασίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και κινητοποίηση των κατοίκων ενός οικισμού. Είναι η πλέον αποτελεσματική μορφή διατήρησης καθόσον το ανθρώπινο δυναμικό δραστηριοποιείται και απαιτεί την προστασία και αναζωογόνηση του τόπου του. Φαινόμενα «δυναμικής» διατήρησης παρουσιάστηκαν στον Μόλυβο Μυτιλήνης.
Ύστερα από τα προηγούμενα καθαρά φαίνεται ότι την ευθύνη προστασίας δεν φέρουν μόνο το κράτος και οι αρμόδιοι μελετητές, αλλά και οι ιδιώτες και δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να υπερνικήσει τις δυσκολίες που προκύπτουν από την ανεπάρκεια θεσμικής προστασίας, την ελλειπή χρηματική κρατική βοήθεια, τις περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Αρκεί να γίνει συνείδηση στον καθένα ότι οι παραδοσιακοί μας οικισμοί είναι τα σημεία αναφοράς μιας συλλογικής μνήμης, οι μάρτυρες μιας μακράς ιστορίας και ότι η προστασία τους και η οργανική σύνδεση τους με σύγχρονη ζωή έγινε πλέον ανάγκη επιτακτική για όλο τον ελληνικό χώρο.

Κατερίνα Κότσαλη: Αρχιτέκτων, Δίπλωμα της Αρχιτεκτονικής Σχολής Αρ. 1 της Ecole des beaux – arts (Παρίσι Μάιος 1977). Μελέτη για την ανάπλαση του ιστορικού κέντρου στα Γιάννενα.
Δίπλωμα D.E.A της Ecole des hautes etudes en sciences sociales (Παρίσι Μάιος 1978). Θέμα Μελέτης η διατήρηση του παραδοσιακού οικισμού Μολύβου Λέσβου.
Η ακόλουθη μελέτη έγινε στα πλαίσια ετοιμασίας του διπλώματος D.E.A (Diplome des etudes approfondies), στην Ecole des hautes etudes en sciences sociales, στον κλάδο Αστικής Γεωγραφίας (Geographie Urbaine) με Διευθυντή σπουδών τον κ. Guy Burgel, στο Παρίσι τον Μάιο 1978.