«Μεταμοντέρνα» Πρόθεση



Και από την παρακολούθηση της συζήτησης στον διεθνή χώρο και από την ζωή μου στο ελληνικό πανεπιστήμιο, διαπιστώνω πως η συζήτηση για το «μεταμοντέρνο κίνημα» είναι συζήτηση παρανοήσεων, αμφιλεγόμενων, θέσεων πολεμικής στειρότητας ή, τέλος, μιμητισμού. Πάντως για ό,τι και να πρόκειται «μ’ αυτήν την ιστορία», είναι σίγουρο πως «κάτι συμβαίνει», «κάτι γίνεται».
Θέλω να συμβάλω σ’ αυτή τη συζήτηση, επειδή συμβαίνει ένα μέρος της ερευνητικής μου δουλειάς να έχει θεωρητικά στηρίγματα και θέσεις που συμπίπτουν απόλυτα (τουλάχιστον σαν διατύπωση) με θεμελιακά χαρακτηριστικά του μεταμοντέρνου κινήματος, τουλάχιστον εκλαμβανόμενου σαν πρόθεση, όπως αναλύεται απ’ ορισμένους μελετητές τους.Λέω «σαν πρόθεση», γιατί – βιάζομαι να πω – καθένας βλέπει την σύγχρονη αυτή τάση όπως τον βολεύει και, τουλάχιστον εγώ, δεν νοιώθω καθόλου μα καθόλου να ταυτίζομαι με τις απόψεις του «πατέρα» του όρου «μεταμοντέρνος» (του Ch. Jencks), με τον οποίο διαφωνώ και σε επιμέρους απόψεις, αλλά συνολικά / ιδεολογικά (ά-πολιτική αποπροσανατολιστική άποψη για την αρχιτεκτονική). Διαφωνώ προφανώς επίσης και με τους αρχιτέκτονες εκείνους που ναι μεν γράφουν την ιστορία του κινήματος αυτού στην πράξη χτίζοντας, αλλά που οι θεωρητικοποιήσεις τους είναι ανάλογες μ’ αυτές του Jencks. Αυτό όμως δεν εμποδίζει στο να βρίσκουμε θετικές πλευρές στο έργο τους, όπως με τον ίδιο τρόπο μπορεί να συμφωνούμε με τις θεωρητικές απόψεις ορισμένων άλλων και να μας ξενίζει η αναντιστοιχία του χτισμένου έργου του προς αυτές τις απόψεις (τυπικό παράδειγμα ο Aldo Rossi).
Μας ενδιαφέρει άμεσα βέβαια η διεθνής συζήτηση, όμως περισσότερο και κατά προτεραιότητα η εντόπια, (που πρέπεινα συγκροτηθεί ξεπερνώντας τις αοριστολογίες της και τις ανεύθυνες κρίσεις της). Στην ελληνική βιβλιογραφία είναι μηδαμινή η αναφορά στο «μεταμοντέρνο». Αναφέρομαι σ’ ό,τι υπάρχει μέχρις στιγμής διαθέσιμο: τα δύο βασικά μελετήματα των Δ. Πορφυρίου και Α. Αντωνιάδη. 1 Με τη γενικότερη προβληματική των δύο αυτών μελετών συμφωνώ δεν σημαίνει όμως αυτό, ότι συμφωνώ και με επί μέρους σημεία (ή έστω διατυπώσεις) απόψεων. Αυτή η διαφοροποίηση αφορά όχι μόνο αυτές τις δύο μελέτες, αλλά και το ίδιο το «μετα-μοντέρνο» κίνημα.

Όταν λοιπόν ισχυρίζεται (ο Δ. Πορφύριος) ότι «Δύο είναι λοιπόν, οι κύριες κατευθύνσεις του σύγχρονου πρωτοποριακού στοχασμού: η μια αναβιώνει την αρχιτεκτονική σαν τέχνη, αρνούμενη κάθε συνεργασία με τη γνωσιολογία φύση της επιστήμης ενώ η άλλη διαψεύδει κάθε μεσσιανική υπόσχεση 2, περιορίζοντας την αρχιτεκτονική στα όρια του ιδεολογικού σχολίου», δεν είναι δυνατό παρά να συμφωνήσω, αλλά και να διαφωνήσω μ’ αυτή τη διακήρυξη (των μετα-μοντέρνων βέβαια και όχι του Πορφυρίου). Η δεύτερη κατεύθυνση είναι βέβαια ορθότατη, καθώς αντιπαλεύει τον τεχνοκρατικό μύθο του «μοντέρνου» κινήματος ότι η τεχνική (η αρχιτεκτονική / πολεοδομία, εδώ) μπορεί να λύσει από μόνη της το κοινωνικό πρόβλημα. Ο ίδιος ο Πορφύριος γράφει: «Οι πρωτοπόροι της μοντέρνας αρχιτεκτονικής με τον μεσσιανισμό που τους χαρακτήριζε πίστεψαν – ακόμα και οι ίδιοι – πως λύνοντας τα προβλήματα του περιβάλλοντος θα μπορούσαν να λύσουν ταυτόχρονα τα κοινωνικό-οικονομικά προβλήματα της ανθρωπότητας (…). Γενικά η αρχιτεκτονική παρουσιάστηκε σαν η επιστήμη εκείνη που, διευθετώντας τις περιβαντολλογικές αντιθέσεις, θα έλυνε μεθοδικά και αναμφισβήτητα τις ταξικές συγκρούσεις».
Έχω να παρατηρήσω ότι αυτή η πρόθεση που δίκαια κατακρίνει ο Πορφύριος γεννήθηκε σαν τάση, ε αντίδραση προς την μέχρι τότε μονομερή επικράτηση της «αρχιτεκτονικής σαν τέχνη», ανίκανης (όχι βέβαια να λύσει) να παρέμβει υποβοηθητικά (σαν «καλούπι», σαν «κοινωνικός πυκνωτής») στη λύση κοινωνικών προβλημάτων που οι νέες οικονομικές συνθήκες είχαν επιβάλλει. Μπροστά στην επιδερμική (μορφοκρατικό-αισθητίστικη) παρουσία / απουσία της αρχιτεκτονικής, την πρωτοβουλία πήραν οι πολιτικοί μηχανικοί στις αρχές του αιώνα, και τότε ήτανε που γεννήθηκε το «μοντέρνο κίνημα», για να ξαναπάρει ό,τι του ανήκε. Έφτασε όμως στο αντίθετο άκρο: στην τεχνοκρατική υιοθέτηση. Σήμερα, με τους «μετα-μοντέρνους» έχουμε μια ανάλογη αντίδραση (αντιδιαμετρική όμως) μ’ αυτήν στις αρχές του αιώνα. Μπροστά στην έρπουσα τεχνοκρατική αποφλοίωση της αρχιτεκτονικής διακηρύσσεται η ανάγκη επανασύστασης της σαν τέχνη και μάλιστα «αρνούμενη κάθε συνεργασία με τη γνωσιολογική φύση της επιστήμης». Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο διαφωνίας μου: Σε αντίθεση προς το ένα άκρο, η «μετα-μοντέρνα « πρόθεση έπεσε στο άλλο. Γιατί η διάζευξη ( η τέχνη η επιστημονικοτεχνική γνώση) και όχι η σύζευξη (και το ένα και το άλλο); Αυτή την προβληματική νομίζω άφησε ακάλυπτη η ανάλυση του Δ. Πορφύριου που αβασάνιστα υιοθέτησε (από την στιγμή που την αφήνει ασχολίαστη) τη διαζευτική και όχι την συζευτική πρόταση. Η άρνηση συνεργασίας με τη γνωσιολογική φύση της επιστήμης δεν είναι δυνατόν παρά να οδηγήσει σε ένα μυστικισμό / γνωστικισμό του ρόλου της αρχιτεκτονικής, σε μια κοινωνική της ανεπιχειρησιακότητα και τελικά σε ένα πολιτικό αποπροσανατολισμό. Σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται για μια ιδεαλιστική στάση (στην καλλίτερη περίπτωση).
Μόνο έχοντας ξεκαθαρίσει, όπως αμέσως προηγούμενα, τα όρια και το περιεχόμενο της θετικής προσφοράς της «μετα-μοντέρνας» πρόθεσης, σαφώς διαχωρισμένη από τις αρνητικές επεκτάσεις της, αυθαιρεσίες και υπερβολές της, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι διαθέτουμε κάποια σχετικά έγκυρα επιστημολογικά πλαίσια αποδοχής του «νέου» που ευαγγελίζεται αυτή η πρόθεση. Και είναι αυτό το «νέο» τούτο: το ξεπέρασμα της «οικονομίστικης» αντίληψης που, με τη σειρά της γέννησε μια σειρά μονομερείς, μονοσημαντότητες, αυταρχικότητας, αποφλοιώσεις και εκπτωχεύσεις. Η κεντρικότερη απ’ αυτές στη γλώσσα του χώρου ήταν ο μονοσήμαντος καθορισμός της μορφής από τη λειτουργία από τον φονξιοναλισμό του «μοντέρνου κινήματος» που οδήγησε στην αυταρχική αρχιτεκτονική των «Maitres» της «Δημιουργίας» που μόνοι τους όρισαν και πραγματοποίησαν τα «οράματα», μέσα στα οποία θα ζούσε η κοινωνική πλειοψηφία που δεν ρωτήθηκε.

Αντίθετα λοιπόν προς την αυταρχική μονομέρεια, στο «μετα-μοντέρνο» κίνημα – γράφει ο Πορφύριος – «το αιτιακό (causal) σχήμα μορφή/ λειτουργία (forme function) του φονξιοναλισμού, αντικαταστάθηκε πια με το γλωσσολογικό ζεύγος σημαίνον / σημαινόμενων (signifier / signified). Κατά συνέπεια, η μονοσήμαντη εξάρτηση της μορφής από τη χρήση / λειτουργία παραμερίστηκε και τη θέση της πήρε η πολυσήμαντη (multivalent) και αυθαίρετη (arbitrary) σχέση μεταξύ μορφής και ιδεολογικής αποκωδικοποίησης και ανάγνωσης της».

Πάλι ακραία λύση δίνεται: «αυθαίρετη σχέση μεταξύ…». Γιατί; Είναι απαραίτηρο; Ναι μεν είναι αναγκαία ή όχι μονοσήμαντη (δηλαδή από την πλευρά του αυθαίρετη) σχέση μορφής / λειτουργίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η σωστή λύση είναι η αυθαίρετη σχέση τους, γιατί μια τέτοια σχέση υπερκαθορίζεται εξ’ ίσου αυθαίρετα. Αυτή η ιδιότητα (της πολύ σημαντικής σχέσης) απορρέει κύρια από το τρίτο βασικό χαρακτηριστικό του «ρεπερτορίου» που προηγήθηκε, τον «ριζικό εκλεκτισμό» πάνω σ’ αυτό το χαρακτηριστικό προβληματιζόμενοι, θεωρούμε πως ο Α. Αντωνιάδης είναι σωστότερος: «Στον ριζικό εκλεκτισμό του «μετα-μοντέρνου» σημασία έχει να βρεθεί μια ουσιαστική και οργανική δικαιολογία που να υποστηρίζει τους λόγους εκλογής των επί μέρους «ιδιωματικών» μερών»3. Και λίγο προηγούμενα: «Η πειθαρχία του ριζικού εκλεκτισμού βασίζεται στην επιδίωξη επιτεύξεως νέας δημιουργικής συνθέσεως, έστω κι αν τα μέρη της προέρχονται από διαφορετικά, «στυλ» ή από διαφορετικά διανοητικά πλαίσια». Είναι ορθότερη βέβαια, κατά τη γνώμη μου, η διατύπωση του Α. Αντωνιάδη, όμως κάπου την βρίσκω και αυτήν ακραία, τη στιγμή που δεν αφήνει κανένα περιθώριο κάποιας «αυθαιρεσίας» κινδυνεύουμε, με την αυστηρή διατύπωση του Α. Αντωνιάδη, να «ξαναβάλουμε από το παράθυρο» τον λειτουργισμό, αυτή τη φορά όμως, περισσότερο πολύπλευρο και πολύμορφο, «εκλεκτικά ριζοσπαστικό»!!…

Η αλήθεια νομίζω βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην άκρατη αυθαιρεσία των «μετα-μοντέρνων» κατά Πορφύριο και στην απάλειψη κάθε αυθαιρεσίας κατά Αντωνιάδη. Ως προς αυτό το σημείο, είναι ευστοχώτερη ίσως μια άλλη παρατήρηση του Πορφύριου: «Οι τυπολογίες του «λειτουργικός και κατασκευαστικός αρμόζοντος» αντιτίθενται θεληματικά στον εξωπραγματισμό του «κοινωνικώς αρμόζοντος», σε τέτοιο σημείο, ώστε οι ειδυλλιακές αξίες με τις οποίες η μπουρζουαζία έχει σκιαγραφήσει την ιδιωτική κατοικία αναστέλλονται αινιγματικά».

Με την αυστηρότητα που κινδυνεύει να επιβάλλει η άποψη του Αντωνιάδη, κινδυνεύει να εξατμισθεί ένα ουσιαστικά «νέο» χαρακτηριστικό που εμπεριέχει το «μεταμοντέρνο κίνημα»: η σχετική και περιστασιακή (και ποτέ ολοκληρωτική / αυθαίρετη / απόλυτη ή παντοτεινή) αυτονόηση της μορφής από τη λειτουργικότητα και η, κατά συνέπεια, αποδέσμευση της «Ποιητικής του χώρου» που δεν παράγει πια τον ιδρυματικό / θεσμοποιημένο και κανονικοποιητικό χώρο της αυταρχικής μονοκατευθυνόμενης αρχιτεκτονικής. Μια τέτοια δυνατότητα θα δημιουργήσει χώρους που η δομή τους (πολυσήμαντη και «διεγερτική» της δημιουργικής φαντασίας) θα ανταποκρίνεται και σε μη αλλοτριωμένες ανάγκες και επιθυμίες. Παρόμοια συμπερασματολογική κατάληψη έχει και το άρθρο του Πορφυρίου: «Ωστόσο, κάτι είναι χωρίς αμφιβολία βέβαιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι ιδεολογίες του επιστημονισμού / μεσιανισμού έχουν εξαφανισθεί από τη σκέψη της δυτικής αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας. Εκεί όπου κυριαρχούσαν το «πρόγραμμα» και οι «παράμετροι σχεδιασμού», τώρα υπάρχουν έρημες πια εκτάσεις που το φονξιοναλιστικό ήθος άφησε στείρες και ακατοίκητες. Τούτες οι εκτάσεις ανήκουν σήμερα (και θα ανήκουν ως το τέλος του αιώνα μας τουλάχιστον) στο χώρο του ιστορικιστικού σχολίου που χαρακτηρίζει το μεταφονξιοναλιστικό ήθος και τους μύθους του. Μύθος που δεν προέρχεται από τις «στέρεες» (μα στείρες) σφαίρες του θετικισμού, αλλά από την ασίγαστη ανησυχία της μνήμης, από τους ξεχασμένους δρόμους που κρύβουν τόση οικεία γνώση ή από το φανταστικό κόσμο του φιμωμένου υποσυνείδητου»4. Η «πόλη – στρατώνας» που αναφέρω σε άλλη εργασία μου 5 είναι έργο του φονξιοναλισμού και της κοινωνίας του και ενάντια σ’ αυτήν ορθώνεται σήμερα το «μετα-φονξιοναλιστικό κίνημα».

Ο ίδιος ο καπιταλιστικός φονξιοναλισμός, σε μια προσπάθεια αυτόρυθμιστικής προσαρμογής του για να επιβιώσει, ανατινάζει με δυναμίτη τα ίδια του τα έργα που για ορισμένους (αυτή η ανατίναξη) σημαίνει το τέλος του μοντέρνου κινήματος, όπως έγινε με την κατεδάφιση, με δυναμίτη, των λαϊκών πολυκατοικιών του Pruitt –Lgoe στο St. Louis στις Ε.Π.Α. «που είχαν χτιστεί πάνω στις αρχές και τα ιδεώδη του CIAM» (Αντωνιάδης παραθέτοντας τον Jencks).
Η «πόλη – στρατώνας» καταστέλλει την εκδήλωση της δημιουργικής φαντασίας και ουσιαστικής επικοινωνίας.
Η «μεταμοντέρνα πρόθεση» διατυπώνει μια σειρά από χαρακτηριστικά και ιδιότητες που φαίνεται πως υποβοηθούν την εκδήλωση της δημιουργικής φαντασίας, του ατομικού και συλλογικού «φανταστικού» και της μη αλλοτριωμένης κοινωνικής επικοινωνίας. Η προκαταρκτική ωστόσο κριτική οριοθέτηση ( επιστημολογική / ιδεολογική και επιστημονική) της αποδοχής του, μας προφυλάσσει από οποιαδήποτε τυχόν απόπειρα μιας apriori ταύτιση μας μ’ αυτό το κίνημα. Δεχόμαστε ορισμένα θετικά σημεία του κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις.

Η ουσιαστικότερη, ωστόσο, συνεισφορά της μελέτης του καθηγητή Α. Αντωνιάδη είναι στο επίπεδο των παρατηρήσεων που μας απασχολούν στην αμέσως επόμενη Τρίτη ενότητα αυτού του κεφαλαίου. Παρ’ όλο που αναφέρεται στη θεμελιακή δουλειά του Ch. Jencks, ο Α. Αντωνιάδης επισημαίνει τις μονομερείς επιστημονικές και επιστημολογικές / ιδεολογικές επιλογές της, προϊόντα της αγγλοσαξονικής αντιδραστικοτεχνοκρατικής νοοτροπίας, η οποία σκόπιμα «υποτιμά» (αποσιωπώντας ή απαλείφοντας) παραδείγματα της «λατινικής σχολής» 6. Έτσι, στο άρθρο του ο Α. Αντωνιάδης επισημαίνει σαν πρωτοποριακά (και τα κατατάσσει στα «μετ-μοντέρνα») τα «αποξεχασμένα» από τους αγγλοσάξονες έργα του ισπανού Ricardo Boffil και Piano – Rogers με το «Beaubourg» στο Παρίσι. Και απ’ αυτή την πλευρά, το άρθρο του Α. Αντωνιάδη αποτελεί χρήσιμη προσφορά. Ο ίδιος μελετητής κάπου αλλού 7 επισημαίνει εύστοχα και πυκνά τις ιδιότητες αυτού του χώρου και το σχετικό ρόλο του «μετα-μοντέρνου» κινήματος σ’ αυτή την αναζήτηση:

«Έχω μια απλή θεωρία γα το ανθρώπινο περιβάλλον λέει το εξής: «ανθρώπινο είναι συνήθως το περιβάλλον εκείνο που διαλέγεις για να κάνεις τις διακοπές σου 8, να περάσεις μερικές μέρες ξένοιαστες»(…).
Μετά έχω μια άλλη θεώρηση για να χαρακτηρίσω την ποιότητα της λεπτομέρειας του ανθρώπινου περιβάλλοντος.Όταν αποφασίζεις να τραβήξεις μια φωτογραφία, να πάρεις ένα σλάϊντα, να κρατήσεις μια οπτική θύμηση μαζί σου, τότε βρίσκεται συνήθως αντιμέτωπος με την περιβαλλοντική λεπτομέρεια που θα κάνει το γύρω ανθρώπινο».

Τέλος, άλλοι έχουνε πει κάπως αλλοιώς, στη θεωρία της «ικανοποιήσεως» και εγώ διατυπώνω με τα δικά μου λόγια:«ανθρώπινο περιβάλλον είναι εκείνο που σε κάνει να αισθάνεσαι ευγνώμων προς αυτό. Όταν κουράζεσαι να έχεις που να καθίσεις. Όταν ζεσταίνεσαι να βρεις που να δροσιστείς. Το περιβάλλον αυτό, τότε, έχει «ανθρώπινη κλίμακα».
Τρανταχτή απόδειξη πάνω σ’ αυτά η ζωντανή αρχιτεκτονική μας. Οι ξένοι έρχονται σε μας για τις διακοπές τους. Τραβάμε τις φωτογραφίες μας στα νησιά και τους χερσαίους ιστορικούς οικισμούς μας. Ξεκουραζόμαστε, αισθανόμαστε ανθρώπινα στους πετρόπαγκους, στις βρύσες, κάτω από τα πλατάνια στις πλατείες των χωριών μας (…).

Ο Le Corbusier πρώτος – πρώτος έβγαλε μέσα από μας και τη Μεσόγειο τις αρχές του μοντέρνου αρχιτεκτονικού κινήματος. Ξένοι φοιτητές της αρχιτεκτονικής μαθαίνουν συνέχεια από τις δικές μας πόλεις. Βλέπουν την ανθρωπιά, την ανάμιξη των χρήσεων, τη συνεχή ζωή. Από τη Μεσόγειο ξαναβγαίνει το μετα-μοντέρνο.
Τι ωραιότερο παράδειγμα από το Άγιο Όρος; Όχι μόνο για την αρχιτεκτονική των μοναστηρίων του, αλλά και για την ευρύτερη οργάνωση του. Δίνει δικαίωμα εκλογής σε πέντε διαφορετικούς τρόπους ζωής: μοναστήρια, κοινόβια μοναστήρια, ιδιόρρυθμα, σκήτες, κελιά, ασκητικές σπηλιές». Οι παρατηρήσεις που περικλείονται στο παραπάνω κείμενο συμπίπτουν (και, μ’ αυτή τη διασταύρωση, επιβεβαιώνεται) με τρείς βασικές απόψεις που επισημάνθηκαν και αλλού: α) Με την επαναλαμβανόμενη άποψη του H. Lefebvre ότι στην«αρχιτεκτονική των διακοπών» μπορούμε να ανακαλύψουμε στοιχεία / διδάγματα για την σύνθεση ενός χώρου με δομή / λειτουργία, όπου θα απελευθερωνόταν το «φανταστικό» και τούτο γιατί αφ’ ενός η «αρχιτεκτονική των διακοπών» από την ίδια της τη φύση είναι «ανιδιοτελής / ανωφελιμιστική» (δεν έχει συγκεκριμένους στόχους, αλλά μόνο γενικά την επιδίωξη του «ανέμελου», του «χαρίεντος» και του «πιαχνιδίαρικου») και αφ’ ετέρου είναι ικανή να πραγματοποιεί στο χώρο τέτοιες «φαντασιώσεις», επειδή διαθέτει την χρηματοδοτική ικανότητα για κάτι τέτοιο. Β) Με τη θεωρητική άποψη / αίτημα του μαρξισμού που ζητά τοξεπέρασμα της αντίθεσης (σε λειτουργία και σε δομή χώρου) κατοικία – αναψυχή (κεντρικός στόχος / ιδιότητα της αναζήτησης και της δικής μου μελέτης για την «Κοινοτική Δομή του Χώρου»). Γ) Με την κατ’ επανάληψη διατυπωμένη θέση του Άρη Κωνσταντινίδη ότι «παραδοσιακό σημαίνει σύγχρονο και αντίστροφα» (Οι ρίζες του «μοντέρνου» αναζητήθηκαν στη Μεσόγειο, στα οαραδοσιακά της σύνολα, από τον Le Corbusier και το «μετα-μοντέρνο» σήμερα, πάλι στη Μεσόγειο αναζητά τις αρχές του, όπως ο R. Boffil).

Ο Α. Αντωνιάδης κατόρθωσε να ξεπεράσει αυτή τη «στενότητα» και να παρουσιάσει τη μεταμοντέρνα πρόθεση σε προέκταση, αλλά και σε προοπτική, αποδίδοντας της όλες εκείνες ιδιότητες / δυνατότητες που εγκλείει η νέα εσωτερική λογική της (που διατυπώνεται με τα πέντε αξιώματα που παράθεσα προηγούμενα) και επισημαίνοντας ταυτόχρονα (με το να τις αποσιωπά), μια σειρά από αρνητικές πλευρές της. Αυτές είναι οι «δευτερεύουσες / συμπληρωματικές» – θα έλεγα – πλευρές της χρησιμότητας των μελετών του Αντωνιάδη. Η κύρια πλευρά της προσφοράς του είναι ότι επισημαίνοντας / κωδικοποιώντας τις ιδιότητες του «μετα-μοντέρνου» κινήματος, έκανε ολοφάνερες τις διαφορές του από το μοντέρνο κίνημα. Πολύ χρήσιμη αυτή η επισήμανση, γιατί λειτουργεί σαν αποστομωτικό αντεπιχείρημα στο επιχείρημα που προβάλλεται συνήθως: ότι, τάχα, το «μεταμοντέρνο» είναι το ίδιο το «μοντέρνο», με …»άλλα λόγια» (θεωρία, μορφές, χρήσεις) διατυπωμένο…Δεν αλλάζει μονάχα η μορφική τυπολογία, αλλά και το περιεχόμενο που εγκλείεται / υπαγορεύεται (δηλαδή, προτείνεται 9 από την μετα-μοντέρνα πρόθεση: ο ίδιος ο «τρόπος ζωής». Αυτή είναι και η ουσιαστική του συμβολή στην εξέλιξη της χωροκοινωνικής οργάνωσης και της ιστορίας της.

Ας το διακινδυνεύσω, τελειώνοντας την κριτική παρουσίαση της άποψης μου για το «μετα-μοντέρνο» κίνημα, αυτόν εδώ τον ισχυρισμό:

Το ΜΕΤΑ-μοντέρνο κίνημα, θεωρούμενο τυπολογικά (αλλά και ιστορικά) είναι βέβαια μοντέρνο, αλλά ταυτόχρονα και ΠΡΟ-μοντέρνο: ζητά να αποκαταστήσει χαμένες ιδιότητες της χωροκοινωνικής διαντίδρασης (και της αντίστοιχης της δομής / μορφής / λειτουργίας) που το «μοντέρνο» (το φονξιοναλιστικό) κίνημα είχε εξαλείψει. Δεν είναι μόνο η αναζήτηση νέων ιδιοκτητών μετά το μοντέρνο κίνημα, που αναζητά το «μετα-μοντέρνο», αλλά και ιδιοτητών που χαρακτήριζαν την χωροκοινωνική οργάνωση ΠΡΙΝ το μοντέρνο κίνημα, το οποίο τις εξαφάνισε σιγά-σιγά και που ζητά να επανασυστήσει το «μετα-μοντέρνο». Ο παραπάνω ισχυρισμός είναι έγκυρος, αφού αληθεύει το ότι τα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά / πολεοδομικά σύνολα της μεσογειακής λεκάνης, στα νησιά του Αιγαίου ή στις πόλεις του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, χαρακτηριζότανε βέβαια και από τον «πλουραλισμό» και από την «εμπεριεκτικότητα» και από τον ριζικό εκλεκτισμό», ενώ ταυτόχρονα η μορφή διέθετε και κάποια σχετική αυτονομία στο ρόλο της και ο χώρος δεν είχε στερηθεί ακόμα την ποιητική του. Στη γλώσσα του χώρου, αυτές οι παρατηρήσεις σημαίνουν ότι, αντίθετα προς την κυρίαρχη και επικρατούσα μονοσήμανση σχέση μορφής / λειτουργίας (όπου η μορφή καθορίζεται μονοσήμαντα από τη λειτουργία), ισχύει και η διαλεκτική / δυναμική και πολυσήμαντη σχέση τους, κατά την οποία οι δυνατότητες αντιστοιχίας μορφής / λειτουργίας είναι περισσότερες από μια και όχι «στεγανές», ανεξάρτητες μεταξύ τους, αλλά ετεροπροσδιορισμένες. Μέσα σ’ αυτή την «πολυσημειωτική», αναγνωρίζεται και η περίπτωση αυτονομίας και αυθυπαρξίας του σημαίνοντος έναντι του σημαινόμενου, δηλαδή της μορφής έναντι της λειτουργίας, της έκφρασης έναντι του περιεχομένου. Όμως αυτή η αυτονομία δεν είναι…ανεξάρτητη αλλά «εντός πλαισίου», «υπό όρους» και μπορεί να διατυπωθεί περίπου έτσι:

Η μονοσήμαντη έκφραση της λειτουργίας από τη μορφή και ο συνεπαγόμενος μονοσήμαντος επικαθορισμός της μορφής από τη λειτουργία είναι φαινόμενα ιστορικά: επειδή η λειτουργία υποτιμήθηκε από την κυριαρχία της «μορφής για την μορφή» (φορμαλισμός), γεννήθηκε – σε αντίδραση προς αυτή την κυριαρχία – το αντίθετο άκρο. Η κυριαρχία της λειτουργίας πάνω στη μορφή. Αυτή η κυριαρχία βρήκε διάφορες εκφράσεις που μια τους ήταν και ο «φονξιοναλισμός» του «μοντέρνου κινήματος» στην αρχιτεκτονική. Με το «μετα-μοντέρνο» όμως κίνημα σήμερα (όταν πια οι μάγισσες έχουν εξορκισθεί» – όταν δηλαδή η αποκατάσταση της λειτουργικότητας έχει συντελεσθεί και η «λειτουργία» έχει αυτοεπιβεβαιωθεί), η ανισορροπία αποκαλύπτεται. Η φόρμα υστερεί ως προς την λειτουργία, γιατί σκοπός της ύπαρξης της δεν είναι ο στενός και φτωχός ρόλος της να υπηρετεί τη λειτουργία, αλλά και κάθε ιδιότητα του γενικότερου ρόλου της, της ίδιας της φύσης της που της προσδίδει την μοναδική ταυτότητα της: την υπερβατικότητα κάθε είδους συγκεκριμένου περιεχόμενου (άρα και κάθε συγκεκριμένης λειτουργίας), δια μέσου τηςαυθυπαρξίας και της αυτονομίας της. Η φόρμα αποκαθιστά την αυτονομία της, επειδή η λειτουργία έχει κι εκείνη επιβεβαιώσει την κυριαρχία της (όχι πια πάνω στην φόρμα, αλλά σαν ύπαρξη). Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να αυθυπάρξει αυτόνομα η φόρμα: όχι φορμαλιστικά, αλλά έχοντας εξασφαλίσει κατ’ αρχήν και την λειτουργική της διάσταση και υπόσταση (αλλά όχι μόνο αυτήν, όπως στην περίπτωση του φονξιοναλισμού), οπότε μπορεί να προχωρήσει και πέρα απ’ αυτήν την (υπερβατικότητα). Αξιοποιεί μ’ αυτόν τον τρόπο η φόρμα ολόκληρη τη σύμφυτη της δύναμης και δυνατότητας στην συγκρότηση της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ, θεμελιακού παράγοντα στην δημιουργία ενός ολοκληρωμένου επικοινωνιακού περιβάλλοντος για μια μη αλλοτριωμένη καθημερινή ζωή στο χώρο. Αυτός ο παράγοντας είχε υποτιμηθεί και παραμερισθεί από την αποφλοιωμένη και εκπτωχευμένη «φονξιοναλιστική» αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής. Δεν πιστεύω πως η «μετα-φονξιοναλιστική» πρόθεση έχει θεωρητικοποιήσει και συστηματοποιήσει την παραπάνω νέα αντιμετώπιση της σχέσης μορφή / λειτουργία που προβάλλω. Πιστεύω όμως πως έχει επισημάνει το πρόβλημα και προσεγγίζει τη λύση του διαισθητικά κατ’ αρχή. Το κείμενο που προηγήθηκε προσπάθησε να δώσει μια δική του προοπτική «καναλιζαρίσματος» και προσανατολισμού (ιδεολογικό-πολιτικού και επιστημονολογικού / επιστημονικού) αυτής της «μετα-μοντέρνας» αντίδρασης στο «μοντέρνο». Μόνο έτσι ειδωμένο το «μετα-μοντέρνο» μπορεί να έχει κάποιο νόημα κατά τη γνώμη μου.Με τις προηγούμενες πρώτες (τυχαίες, όχι αρκετά συστηματοποιημένες, γλωσιολογικά ελάχιστα, τεκμηριωμένες και κατ’ αρχή εμπειρικές) παρατηρήσεις μου, απλώς εξαγγέλθηκε η ανάγκη επανασύστασης ή νεοσύστασης της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ, σαν μέσου απαραίτητου στην συγκρότηση της κοινοτικής / επικοινωνιακής φυσιογνωμίας του. Μένει η οικοδόμηση – στοιχείο προς στοιχείο – της θεωρίας και της πράξης (μετάφραση σε σχεδιασμό και, στη συνέχεια, σε χτισμένο χώρο) αυτής της «Ποιητικής».

Ο Μανώλης Παπαδολαμπάκης: Αρχιτέκτονας – πολεοδόμος, είναι εντεταλμένος επιμελητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου των Παρισιών (Σορβόνη), τελειώνει τη συνεργασία του με τον καθηγητή Anatol Kopp, για την υποστήριξη μιας άλλης διατριβής για Doctorat d’Etat.Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών στην Γαλλία είχε καθηγητές τον H. Lefebre, τον An. Kopp, τον H. Tonka, H. Laborit κ.α.Είναι συγγραφλεας των παρακάτω έργων σχετικών με την αρχιτεκτονική και πολεοδομία:- Η πόλη, η πάλη των τάξεων και η πολεοδομία, Καστανιώτης 1976- Οι δικτάτορες των πόλεων: πολεοκράτες και τεχνοκράτες, Καστανιώτης 1976- Για μια κοινοτική δομή και μια αυτοδιαχείριση του χώρου, Καστανιώτης 1977- Επικοινωνία και Κοινότητα στην Πόλη, Παρατηρητής, 1980 (υπό έκδοση, κυκλοφορία, φθινόπωρο 1980)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:1. Δ. Πορφύριου: « Εισαγωγή στην μεταφονξιοναλιστική αρχιτεκτονική», Αρχιτεκτονικά Θέματα 12/1978Α. Αντωνιάδη: «Μετα-μοντέρνα αρχιτεκτονική», Άνθρωπος και Χώρος, 6/1977.2. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.3. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου4. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.5. Μ. Παπαδολαμπάκη: «Οι δικτάτορες των πόλεων: πολεοκράτορες και τεχνοκράτες».6. Των λατινόφωνων εκπροσώπων από χώρες του ευρωπαικού ουμανισμού και της Λατινικής Αμερικής.7. Στο βιβλίο του «Σύγχρονη Ελληνική Αρχιτεκτονική», εκδ. «Άνθρωπος και Χώρος», 1979.8. Οι υπογραμμίσεις σ’ όλο αυτό το παράθεμα από το κείμενο του Α. Αντωνιάδη, είναι δικές μου9. δεν ιχυρίζεται η «μετα-μοντέρνα» πρόθεση ότι το «νέο περιβάλλον» που σχεδιάζει, εξασφαλίζει από μόνο του ένα νέο τρόπο ζωής δεν πρόκειται για μια νεοτεχνοκρατία. Το «μετα-μοντέρνο» κίνημα, απλώς προσφέρει μια νέα δυνατότητα εκλογής αυτού του τρόπου, λειτουργώντας σαν ένα νέο «καλούπι» («κοινωνικός πυκνωτής»), πολύ ευνοϊκώτερο κοινωνικά / επικοινωνιακά / κοινοτικά, απ’ ότι ο φονξιοναλιστικός νάρθηκας.