Κρίσεις για το κτίριο της Τράπεζας Πειραιώς επί της Κοραή και Σταδίου



page6_01Αξιόλογων επίτευγμα λειτουργικής συνθέσεως, τολμηράς στατικής και ευσυνειδήτου, σπανίας δε δι’ ελληνικάς συνθήκας, εκτελέσεως. Ως όγκος όμως και ως εξωτερική εμφάνισης και μορφοπλαστική σύνθεσης, απάδει τελείως προς την περιβάλλουσαν μορφήν της δομής της πόλεως την οποίαν ώφειλε, πρωταρχικός, κάπως να σεβασθεί. Βεβαίως θα ήτο δυνατή κατ’ αρχήν η ένταξις του κατασκευάσματος αυτού εις σύγχρονον, συγχρονισμένον δηλαδή από μορφοπολεοδομικής απόψεως οικιστικών οργανισμών, οπότε και δεν θα παρείλκε η αισθητική ανάλυσης και κριτική, ίσως και η έξαρσης, πιθανώς, ορισμένων αρετών του οικοδομήματος κρινομένου τότε όχι μόνον ως αυτοτελούς συνθετικού έργου και εν συσχετισμό προς τα περιβάλλοντα κτίσματα ανθρώπων και Θεού (φύσεως δι’ όσους αρνούνται την ύπαρξην Αυτού). Εις το, ως έχει όμως διαμορφωθεί, οικιστικών συγκρότημα των συγχρόνων Αθηνών, της πάλαι ποτέ πόλεως της αρμονίας και του μέτρου, του κλεινού Άστεως της Παλλάδος, ήτις από ετών ανέχεται, δυστυχώς τους πάντας και τα πάντα, εντεταγμένο το κτίριο τούτο, αποτελεί ήδη στοιχείων της μορφής της πόλεως, επαυξάνον ανεπανόρθωτα φυσικά το κατάντημα αυτής, ούτως ώστε δικαίως να χαρακτηρίζεται αυτή ως παρδαλή , πρωτεύουσα – πόλης ανοχής…

Άγγελος Σιάγας

Η κριτική της σύγχρονης αρχιτεκτονικής είναι κάτι που αντιμετωπίζεται σπάνια – για να μην πω καθόλου – στην Ελληνική Βιβλιογραφία, γι’ αυτό και η πρωτοβουλία του περιοδικού είναι πραγματικά αξιέπαινη.
Απ’ τη φύση της η αρχιτεκτονική είναι βασικά «κοινωνική επιστήμη» και σαν τέτοια κουβαλά τεράστιες ευθύνες για το δημιουργό της (εννοώντας φυσικά και το πλαίσιο που τον δημιούργησε), μια και εκείνος αποτελεί μέσα στο σύνολο το μέσο εφαρμογής και πραγματοποίησης της.
Άξια λοιπόν θαυμασμού η πρωτοβουλία σου για μια «κριτική συζήτηση» με αφορμή το πολυσυζητημένο κτίριο της Τράπεζας Πειραιώς στην Αθήνα.
Θα προσπαθήσω να θέσω το όλο πρόβλημα μέσα στην περιεκτικότητα μιας φράσης – που στην προκειμένη περίπτωση δουλεύει ως «επικεφαλίδα» – και αυτό για να φανερωθεί ποιο τελικά, είναι το πρόβλημα που συζητάμε. Για μένα η «επικεφαλίδα», είναι τελικά ο πυρήνας του προβλήματος, αφορά δηλαδή τη «Διαλεκτική της αρχιτεκτονικής μορφολογίας και κριτική της ιστορίας». Όλα αυτά βέβαια μέσα απ’ την προβληματική που το συγκεκριμένο κτίριο παρουσιάζει στο κάναβο της σημερινής Αθήνας.
Στην Αθήνα όπου ο πολεοδομικός κάναβος, δημιουργήθηκε και μεγάλωσε, – συνεχώς μεγαλώνει – , απρογραμμάτιστα, με εξαίρεση τις επεμβάσεις της εποχής του νεοκλασικισμού των Κλεάνθη, Schaubert και Leo von Kleenze, για να υποστεί απροετοίμαστος και σαν «χώρος» αλλά και σαν «παιδεία» τις σημαδιακές ημερομηνίες στην ιστορία του ελληνισμού που είχαν άμεση ή έμμεση επίπτωση στην εξέλιξη της πόλης: 1922, 1930-1940-, 1944-47 και τα μετέπειτα χρόνια της πολεοδομικής σύγχυσης και της χωρίς φραγμούς καταστροφικής δόμησης.
Η κατάσταση αυτή έφερε σαν άμεσο αποτέλεσμα τη μορφολογική καταδυνάστευση του χώρου, χτυπώντας καίρια το ιστορικό μας παρελθόν στη μορφή που πιο πρόσφορα ενδιαφέρει τη μαζική πληροφόρηση της αρχιτεκτονικής παιδείας, με αποτέλεσμα την καταστροφή – την εξαφάνιση – , θα έλεγα του ιστορικού και παραδοσιακού μας χώρου σε όλες του τις δυνατότητες – διαστάσεις. Την εξαφάνιση τελικά του «σημείου αναφοράς» και του αποτελέσματος μιας δυναμικής κριτικής μέσα από την χρήση της ιστορικής και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής παιδείας με όλες τις πλούσιες προεκτάσεις και περιεχόμενα της. Τα φοβερά αποτελέσματα τέτοιων γεγονότων που τα ονομάζω «τομές στον αρχιτεκτονικό πολιτισμό» μας έφεραν τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα στην Αθήνα και στην Ελλάδα του 1977, με άμεσο αποτέλεσμα την κρίση στην διαλεκτική της αρχιτεκτονικής μορφολογίας. Φυσικά τα ιστορικά γεγονότα βρίσκουν την επαλήθευση του κάτω , απ’ τις προκαθορισμένες δομές που προετοιμάστηκαν κατάλληλα για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένους σκοπούς, με αποτέλεσμα βέβαια να επηρεάζονται και οι χώροι της επίσημης εκμάθησης της αρχιτεκτονικής, που στον τόπο μας έπαιξαν το ρόλο των «ακαδημαϊκών σπουδών» με τα γνωστά και ορατά σε όλους αποτελέσματα.
Η παραπάνω εισαγωγή δε είχε σκοπό να αμβλύνει την τελική μου απάντηση στο ερώτημα του περιοδικού, αλλά είναι κατά τη γνώμη μου απαραίτητη η επισκόπηση και η γνώση μιας ιστορικής πραγματικότητας που δεν είναι δυνατόν και δεν πρέπει να αγνοηθεί όταν ερχόμαστε να μιλήσουμε με σύγχρονη αρχιτεκτονική.
Δεν θέλω λοιπόν να αποφύγω τη σταράτη απάντηση, στο ερώτημα, λέγοντας ότι πάνω σ’ αυτά τα προβλήματα οι θεωρητικές της αρχιτεκτονικής από πολλά χρόνια έχουν προβληματιστεί πάνω στα θέματα κριτικής της διαλεκτικής στην αρχιτεκτονική και έχουν φτάσει σε ορισμένες απόψεις που τόσο καθαρά εμφανίζονται στη προβληματική του τελευταίου βιβλίου του Καθηγητή B. Zevi. (Zevi B.,Linguaggio Moderno dell’Architettura, Einaudi, Roma, 1973).
Φτάνουμε δηλαδή σε αποτελέσματα πολλές φορές αρνητικά στην κατανόηση του κτιρίου της Τράπεζας Πειραιώς ενώ με διαφορετικές συνθήκες θα πρέπει ναταν θετικά. Η κεντρική θέση του σε μια από τις πιο σημαντικές πλατείες (είναι αλήθεια «πλατεία», η πλατεία Κλαυθμώνος;) της Αθήνας, στη διασταύρωση κάποιων αξόνων με νεοκλασικές και νεοκλασικίζουσες μέχρι εκλεκτιστικές μνήμες, αλλά και με τις οπτικές που απ’ το «largo της πλατείας δε προσδίδουν καμιά άλλη κλίμακα παρά, την, κατ’ ευθεία οπτική στο κτίριο μας (καλύπτοντας ακόμη και αυτό το Βυζαντινό εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, απ’ τη μια και το κτίριο του Πανεπιστημίου επί της Λεωφόρου Ελ. Βενιζέλου, απ’ την άλλη). Ποια λοιπόν μορφολογική οντότητα, ενότητα ή έστω παρουσία να «σεβαστεί» για να «εντάξει» το δημιούργημα του ο Άγγλος αρχιτέκτων; Μια προχωρημένη μελέτη του sky line των προσβάσεων στο χώρο της πλατείας αλλά και μια μελέτη της ιστορικής αυτοτέλειας στην αρχιτεκτονική της, είναι αρκετή, για να πεισθούμε ότι ο μελετητής, προώθησε τελικά (ίσως με μεγαλύτερη «ευχέρεια λύσης») αυτό που είναι ρουτίνα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Αθήνα, δηλαδή η χωρίς καμιά συνέπεια και ποιότητα σύγχρονη κρίση στον δομημένο χώρο της πόλης μας. Πρέπει δε να του αναγνωριστεί και η προσπάθεια κριτικής αντιμετώπισης στο πρόβλημα της μορφολόγησης της όψης του κτιρίου σε σχέση με το νεοκλασικίζον εκλεκτιστικό παλιό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας.
Αλλά γιατί να μη μελετήσουμε το κτίριο έξω απ’ το χώρο αναφοράς του; Τότε ίσως τα πράγματα ναταν διαφορετικά και να μας έφερναν, να αναγνωρίσουμε ορισμένα θετικά σημεία της σύνθεσης και της κατασκευής, η τόσο αδρή λύση της κάτοψης που ερμηνεύει ξεκάθαρα τη λειτουργία της μονάδας, η χρήση των υλικών κλπ. Αλλά το σημείωμα μου δεν είχε απ’ την αρχή τέτοιο στόχο γι’ αυτό και δεν αντιμετώπισε το θέμα σ’ αυτές του τις λεπτομέρειες και αυτό γιατί ακράδαντα πιστεύω πως σε πρώτη φάση απαραίτητα πρέπει να λυθεί το πρόβλημα της διαλεκτικής στην αρχιτεκτονική μορφολογία μέσα στον ίδιο αυτό χώρο αναφοράς της αρχιτεκτονικής, με όλες τις συνιστάμενες που το αποτελούν ιστορικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές, οικονομικές αισθητικές και χρονικές. Γι’ αυτό και το κτίριο της Τράπεζας Πειραιώς μπορεί να προσφέρει τελικά μια μεγάλη υπηρεσία στους προβληματισμούς της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής και αυτά η υπηρεσία είναι η ευαισθητοποίηση όλων μας σε βάθος μελέτη και αναδιάρθρωση της κριτικής αντιμετώπισης της αρχιτεκτονικής παιδείας, σαν έννοια συνολικής αξιολόγησης και μελέτης της ιστορίας μας.

Νικ. Θ. Χολέβας

«Το κτίριο του Sir Basil Spense, αποτελεί έκπληξη, τόσο για την αρχιτεκτονικά συντηρητική Αθήνα όσο και για τον εξ’ ίσου συντηρητικό και «αρτηριοσκληρωτικό» αρχιτέκτονα. Έκπληξη γιατί είναι καθαρά μετα-μοντέρνο πράγμα που δεν περιμένει κανείς από τον Sir Basil.
Η κατακόρυφη μίξη των λειτουργικών είναι γενικά επιθυμητή, η δε έκφραση τους στο εξωτερικό του κτιρίου αποτελεί καλή συνθετική διάθεση που θα’ πρεπε από καιρό να έχει ενσωματωθεί στις διερευνήσεις γύρω από το Αθηναϊκό τυπικό κτίριο. («Πολυκατοικία» με μίξη γραφείων καταστημάτων – κατοικιών κλπ.). Απ’ αυτήν την άποψη το κτίριο είναι ευπρόσδεκτο και θα παίξει ασφαλώς το ρόλο του για τη  παραπέρα εξέλιξη του κτιριακού αυτού τύπου στο ελληνικό περιβάλλον.. Δυστυχώς όμως η συγκεκριμένη εκτέλεση είναι κατά τη γνώμη μου αποτυχημένη. Η διάθεση του αρχιτέκτονα να ελευθερώσει το πεζοδρόμιο από κολώνες κλπ. έγινε σε βάρος του συναισθήματος ασφάλειας του πεζού. Ο μαρμάρινος προβολικός όγκος του κτιρίου δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Το αίσθημα κάτω από αυτόν καταπιεστικό. Σ’ αυτό βοηθούν και οι υπέρβαροι πρόβολοι των τελευταίων οροφών.
Η οικοδομική τεχνολογία του κτιρίου οπωσδήποτε υποδειγματική για την Ελλάδα, έκανε μερικούς ρομαντικούς συμβιβασμούς με «ελληνικά υλικά» όπως το μάρμαρο και δυστυχώς επισκιάζεται από την «άγαρμπη» διάθεση της ογκοπλαστικής διάρθρωσης.
Το αρχέτυπο του κτιρίου βρίσκεται στην Ιταλία, στο κτίριο μικτής χρήσεως των αδελφών Passarelli στη Ρώμη. (βλέπεJencks: «The language of Post Modern Architecture» (σ.85).Δικαιολογίες γύρω από τη θεωρητικο-μορφολογική συνέπεια του κτιρίου μπορούν να βρεθούν εύκολα μέσα από την θεωρητική του Michael Graves, Jencks και γενικά του μετα-μοντέρνου. Οι όροι «κολάζ» και «παστίτσιο» είναι οπωσδήποτε επίκαιροι και της μόδας ιδιαίτερα στους αγγλοσαξωνικούς αρχιτεκτονικούς κύκλους. Έχουν βγεί δε μέχρι στιγμής αρκετά ωραία μεταμοντέρνα «κολλάζ» και «παστίτσια» καλομαγειρεμένα. Το κτίριο όμως των οδών Πανεπιστημίου και Κοραή…θέλει ακόμα ένα «ψήσιμο». Ο SirBasil Spense δεν κάνει για την ελληνική κουζίνα.

Αντώνης Κ. Αντωνιάδης