Η κακοποίηση των οικισμών μας και η ευθύνη των μελετητών



page4_01Σαν αρχιτέκτονες – πολεοδόμοι που ασχολούνται ειδικά με την προστασία των παραδοσιακών μας οικισμών και σαν μέλη σχετικών επιτροπών θα θέλαμε να διατυπώσουμε τις παρακάτω απόψεις επάνω στο επίκαιρο αυτό θέμα.
Παίρνουμε αφορμή  από ορισμένες πρόσφατες δημοσιεύσεις στον τύπο, σχετικά με την καταστροφή του παραδοσιακού οικισμού της Σκοπέλου από πολυόροφα ξενοδοχεία, ξενώνες και πολυκατοικίες. Είναι βέβαιο ότι τέτοια κτίρια δεν εντάσσονται και δεν προσαρμόζονται όχι μόνο στο διαμορφωμένο περιβάλλον, αλλά ούτε και στον φυσικό χώρο.
Παράλληλα όμως τα κατασκευάσματα αυτά δεν εξυπηρετούν ούτε πραγματικές λειτουργικές ανάγκες των ανθρώπων και είναι αναντίρρητο ότι αποτελούν απλώς πηγές υπερκέρδους και αίτια κοινωνικής αδικίας.
Βέβαια τα περισσότερα απ’ αυτά είναι «νόμιμα», δηλαδή αυτό σημαίνει ότι κάποια διάταξη της νομοθεσίας τα καλύπτει. Εφ’ όσον όμως αποδεικνύεται ότι το τελικό αποτέλεσμα για το κοινωνικό σύνολο, για την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, τον τόπο, την ιστορία και το μέλλον του είναι σε όλες του τις μορφές αρνητικό, ερωτάται ποιοι συμμετέχουν στην κατανομή των ευθυνών για αυτές τις εξελίξεις.
Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην δημιουργία αυτού του αποτελέσματος:

  1. Η πολιτεία (κεντρική εξουσία και τοπική αυτοδιοίκηση)
  2. Ο επιχειρηματίας ή και ιδιοκτήτης
  3. Ο μελετητής

Απώτερος σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τον παράγοντα επιχειρηματία – ιδιοκτήτη, αλλά με τον παράγοντα μελετητή, καθώς και με τον παράγοντα πολιτεία στους τομείς που το έργο της βασίζεται στις εισηγήσεις και μελέτες εξειδικευμένων επιστημόνων.
Ειδικότερα η Διοίκηση βασίζει τις αποφάσεις της στην ερμηνεία του νόμου, καθώς και στην κρίση και στις εισηγήσεις του επιστημονικού προσώπου που αναφέραμε.
Από την άλλη μεριά ο ιδιώτης μελετητής πέραν από τις διατάξεις του νόμου που πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του έρχεται αντιμέτωπος με τις προθέσεις του επιχειρηματία – ιδιοκτήτη προς εξάντληση των νομίμων δυνατοτήτων και ειδικότερα των παρεκκλίσεων που παραχωρούν οι κανονισμοί. Εάν μεταθέταμε το βάρος της ευθύνης μόνο στην πολιτεία θα εσήμαινε ότι θεωρούμε τους μελετητές – ελεύθερους επαγγελματίες αλλά και τα υπηρεσιακά όργανα μελέτης και ελέγχου που ανήκουν στο δημόσιο τομέα – σαν εκτελεστικά και μόνο όργανα.
Μια τέτοια υπόθεση όμως – ότι οι μελετητές είναι μόνο εκτελεστικά όργανα – πέραν του ότι δεν είναι γενικά παραδεκτή, ασφαλώς δεν θα εύρισκε σύμφωνους ούτε τους μελετητές, οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένες επιστημονικές γνώσεις, διπλώματα, ειδικεύσεις κ.λ.π.
Δεν αγνοούμε την σημερινή ελλειπή της νομοθεσίας στην χώρα μας που καλείται να προστατεύσει την πολιτιστική μας κληρονομιά (αρχιτεκτονική, πολεοδομική, φυσική) και την αδικαιολόγητη ταλαιπωρία ψυχική και οικονομική που ζητείται να υποστεί συχνά το κοινό στο όνομα μιας παρεξηγημένης πολλές φορές αισθητικής.
Πιστεύομε όμως ότι δικαιολογίες όπως η σχεδίαση στα «νόμιμα» πλαίσια, ή ύπαρξη σοβαρών ελλείψεων στην νομοθεσία κ.λ.π. δεν μπορούν να αποτελούν για ένα μελετητή απαλλαγή απ’ τις ευθύνες του τη στιγμή μάλιστα που ξ πολιτεία κάνει μια ουσιαστική προσπάθεια στον τομέα αυτόν.
Οι ευθύνες των μελετητών στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος της χώρας μας είναι μεγάλες, μια και όπως προαναφέραμε αποτελούν ασφαλώς ένα από τους βασικούς παράγοντες στην όλη διαδικασία – αποτέλεσμα.
Είναι λοιπόν απαραίτητη μια υψηλή επιστημονική συνείδηση και μια αξιοπρέπεια επαγγελματική που θα πηγάζει από μια βαθύτερη αίσθηση του ελληνικού χώρου.
Ίσως γι’ αυτό θα ήτανε σκόπιμο να αναληφθούν και πιο συγκεκριμένες πρωτοβουλίες από πλευράς συλλογικών οργάνων (Τ.Ε.Ε., επιστημονικοί σύλλογοι, πειθαρχικά συμβούλια) ώστε να εντοπίζονται τέτοιες κακοποιήσεις και να καταλογίζονται οι ανάλογες ευθύνες στους μελετητές.