Η εξέλιξη του Προμαχωνικού Συστήματος στην Ελλάδα

του Χαράλαμπου Μπάρλα, Αρχιτέκτονα Μηχανικού

Πρόλογος

Η παρούσα ερευνητική εργασία εκπονήθηκε με στόχο την ολοκλήρωση των προπτυχιακών μου σπουδών στην Σχολή των Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης. Η εργασία αναφέρεται στην εξέλιξη του Προμαχωνικού Συστήματος και στις εφαρμογές που έγιναν σε φρούρια στον Ελλαδικό χώρο, ειδικότερα στο Νομό Πελοποννήσου. Πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη του επίκουρου καθηγητή Νίκου Σκουτέλη.

Το έναυσμα για την διεκπεραίωση του συγκεκριμένου θέματος αποτέλεσε το ενδιαφέρον μου για την αποκατάσταση και τη συντήρηση ιστορικών οχυρωματικών μνημείων και συνόλων. Επίσης, η επιθυμία μου για την αποκατάσταση και την προστασία εσωτερικών οχυρωματικών έργων, οδήγησε στην εκπόνηση μελέτης για ένα από τα σημαντικότερα φρούρια της Πελοποννήσου. Συγκεκριμένα, αποτέλεσμα αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν η εκπόνηση της διπλωματικής μου εργασίας που άπτεται της αποκατάστασης και επαναχρησιμοποίησης ορισμένων εσωτερικών οχυρώσεων του Ακροκορίνθου, που βρίσκεται λίγο πιο έξω από την πόλη της Κορίνθου.

Συνδυαστικό σχέδιο τυπικής Χάραξης, Γεωμετρικής Απόδοσης και Προσανατολισμού των Προμαχωνικών Οχυρώσεων σε κάστρα και φρούρια τυπολογίας Vauban (https://www.coevorden.nl/Jean-Denis G.G. Lepage, Vauban and the French Military Under Louis XIV, An Illustrated History of Fortifications and Strategies, σελ 136)

Ορισμοί

Το πρώτο βήμα για την κατανόηση της παρούσας εργασίας θα ήταν η απόδοση των ορισμών των λέξεων, που εμφανίζονται πιο συχνά στις παρακάτω ενότητες, από το λεξικό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη.

Η λέξη «κάστρο» προέρχεται από το λατινικό castrum (πληθυντικός: castra) που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για να περιγράψουν κάθε είδος στρατιωτικής εγκατάστασης και στρατόπεδα. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν τον όρο castrum, τον ελληνοποίησαν και σαν «κάστρο» τον κληροδότησαν στη Νέα Ελληνική γλώσσα.

Οι Ρωμαίοι επίσης, χρησιμοποιούσαν από το 2ο αιώνα τη λέξη burgus (που προέρχεται από το Ελληνικό πύργος) για τα μικρά φρούρια που ήταν εγκατεστημένα σε όλη την επικράτειά τους. Αυτά τα φρούρια με τον καιρό εξελίχθηκαν και κάποια στιγμή κατέληξαν να είναι ολόκληρα πολεοδομικά συγκροτήματα.

Συγκεκριμένα, η λέξη κάστρο ορίζει τα τείχη με τα οποία οχύρωναν έναν οικισμό, πόλη ή θέση που είχε στρατηγική σημασία, αλλιώς ορίζει ένα χώρο από όπου ασκείται ισχυρή αντίσταση σε εξωτερικές πιέσεις ή επιδράσεις. Ως φρούριο ορίζεται εκείνο το περίκλειστο συγκρότημα οχυρωματικών κτισμάτων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία ενός τόπου. Ακόμη, ως πύργο ορίζουμε ένα ψηλό οικοδόμημα αμυντικού χαρακτήρα, συνήθως κυκλικό ή τετράπλευρο, ή απλούστερα μία κατασκευή, ιδίως οικοδόμημα, με μεγάλο ύψος.

Στον παραπάνω ορισμό του «κάστρου» θα πρέπει να δώσουμε συμπληρωματικά και μια χρονική διάσταση: ο όρος «κάστρο» αφορά κυρίως, μεσαιωνικές οχυρωματικές κατασκευές. Οχυρά, με άλλα λόγια, που κατασκευάστηκαν ή ανακατασκευάστηκαν στο χρονικό διάστημα από τον 4ο μ.Χ. αιώνα μέχρι και τον 17ο αιώνα. Φρούρια που έπαψαν να χρησιμοποιούνται πριν το τέλος της ύστερης αρχαιότητας δεν θα πρέπει να αποκαλούνται κάστρα και το ίδιο ισχύει για οχυρά που κτίστηκαν τους τελευταίους αιώνες.

Μία ακόμα λέξη που εμφανίζεται μέσα στο ερευνητικό κείμενο είναι μπούρτζι. Υπό αυτήν την ονομασία χαρακτηρίζονται αρκετά επιθαλάσσια κάστρα στον Ελληνικό χώρο, συνήθως κτισμένα σε χερσονησίδες ή σε νησάκια. Τον όρο μπούρτζι χρησιμοποιούσαν οι Ενετοί για παράκτιες πυροβολαρχίες. Η λέξη προέρχεται από την ελληνική «πύργος», η οποία πέρασε στα λατινικά ως “burgus” και επέστρεψε σαν αντιδάνειο στην ελληνική γλώσσα.

Στο κύριο μέρος της εργασίας χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά όροι που αφορούν τη λειτουργία, την κατασκευή και την οχυρωματική αρχιτεκτονική των κάστρων. Τέτοιοι όροι είναι ο προμαχώνας, η τάφρος και ο περίβολος. Με τον όρο προμαχώνα ονομάζουμε το προεξέχον τμήμα του τείχους ή έναν χαμηλό προκεχωρημένο πύργο, συνήθως με αυτόνομη οχύρωση, που αποτελούσε μέρος ενός μεγαλύτερου φρουρίου. Ο προμαχώνας, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν τελείως αποκομμένος από το υπόλοιπο φρούριο.

Η τάφρος ήταν ένα τεχνητό όρυγμα με αρκετά μεγάλο βάθος και πλάτος, περιμετρικά των εξωτερικών τειχών του κάστρου, που σκοπό είχαν την ενίσχυση της προστασίας του. Ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες η τάφρος μπορούσε να είναι ένυδρη ή άνυδρη και ήταν απαραίτητο οχυρωματικό έργο των κάστρων της Δύσης. Το μεγαλύτερο ποσοστό των κάστρων της Δύσης είναι “πεδινά” σε σχέση με τα ελληνικά, τα οποία στην πλειοψηφία τους είναι σε θέσεις με φυσική οχύρωση και σπάνια διαθέτουν τάφρο.

Ο εξωτερικός περίβολος αποτελούσε βασικό έργο στις οχυρώσεις των μεγάλων κάστρων και των μεγάλων πόλεων. Στις περισσότερες των περιπτώσεων το εξωτερικό προτείχισμα του περιβόλου ήταν εξίσου ισχυρό με το κύριο τείχος. Οπότε θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τον περίβολο σαν τον κενό χώρο, κάτι σαν μικρή περιμετρική αυλή, στο ενδιάμεσο ανάμεσα στο διπλό εξωτερικό τείχος του κάστρου. Επίσης, με τον όρο περίβολο μπορούμε να αναφερθούμε στην μεγάλη εσωτερική αυλή ή κεντρική πλατεία του κάστρου, η οποία δεν είχε ιδιαίτερο αμυντικό ρόλο αλλά υπήρξε βασικό στοιχείο των κάστρων.

Αξίες

Η οχυρωματική κληρονομιά ως το σύνολο των αμυντικών κατασκευών αποδεικνύει την ύπαρξη δραστηριοτήτων που είχαν μεγάλη ιστορική σημασία. Με αποτέλεσμα, η προστασία της να βασίζεται στην οικουμενική αξία των κατασκευών και όχι στις ιδιαιτερότητες έκαστου μεμονωμένου χώρου.

Η οχυρωματική κληρονομιά έχει σημαντική αισθητική αξία, διότι κάθε οχυρό εμφανίζει τις ποιότητες της αρχιτεκτονικής μελέτης και του σχεδιασμού, όπως ορθώνονται επιβλητικά στο αδιατάρακτο τοπίο. Έχει ιστορική αξία, καθώς αποτελεί μία πραγματική εγκυκλοπαίδεια της φρουριακής αρχιτεκτονικής για όλες τις ιστορικές περιόδους, από την οποία μπορούμε να ανιχνεύσουμε αυτή τη μακρά εξελικτική πορεία.

Τέλος, η οχυρωματική κληρονομιά έχει και αξία παλαιότητας, καθώς είναι αντιληπτές οι διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις, της γένεσης και της φθοράς.

Εισαγωγή

Η σημερινή όψη των πόλεων έχει αλλάξει τη μορφή του φυσικού τοπίου και έχει αλλοιώσει την καθαρότητά του. Αυτό το φαινόμενο διασποράς δημιουργείται από την τάση μεμονωμένων τύπων λειτουργιών να εισβάλουν και να διαχέονται στο φυσικό τοπίο κατακερματίζοντάς το σε επιμέρους τμήματα. Η αστική διάχυση και οι αστικές επεκτάσεις διαμορφώνονται από ιστορικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες. Με τη σειρά της η συγκεκριμένη διαδικασία διαμορφώνει ξεχωριστά ή ομαδοποιημένα τους παράγοντες αυτούς και εμφανίζεται με τη μορφή φυσικής αστικής ανάπτυξης, που συμβολίζει την επιλογή ελευθερίας του ατόμου. Σύμφωνα με τον Bruegmann, η γέννηση του μηχανισμού της διάχυσης κατάγεται από πολύ παλιά, υποστηρίζοντας ότι είναι «ένα κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των πόλεων από την αρχή της αστικής ιστορίας».1 Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η αρχαία Ρώμη που αντιμετώπισε κάποια μορφή διάχυσης, καθώς πλούσιοι Ρωμαίοι συνήθιζαν να κατευθύνονται, εξωτερικά των τειχών, σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες ή ακόμα και πάνω σε λόφους. Η κατευθυντήρια δύναμη πίσω από τέτοιου είδους διαδικασίες αποκέντρωσης ήταν η οικονομική ευημερία της περιοχής.

Ο ακριβής ορισμός της αστικής διάχυσης δεν έχει διατυπωθεί, με τη διαφορά ότι έχουν διατυπωθεί πολλοί ορισμοί που καλύπτουν διάφορες καταστάσεις ή ποικίλες αστικές μορφές. Παρ’ όλα αυτά η διάχυση θεωρείται ως μια αρνητική αστική μορφή που προκαλεί ακαλαίσθητη οικιστική ανάπτυξη.

Λεπτομέρεια των Αποτελεσμάτων της Κακής Διακυβέρνησης, Αmbrogio Lorenzetti. (https://en.wikipedia.org/wiki/The_Allegory_ of_Good_and_Bad_Government, 13 Μαρτίου 2015)

Οι τρόποι ανάπτυξης του αστικού ιστού μιας πόλης των αρχών του 20ου αιώνα είναι η ένταξη νέων τμημάτων γης στα σχέδια δόμησης όπως επίσης και η διάνοιξη νέων οδικών δικτύων. Όμως οι συγκεκριμένες προβληματικές εικόνες δεν γίνονται αντιληπτές μόνο στις σημερινές πόλεις αλλά προϋπήρχαν ήδη από πάρα πολύ παλιά όπου η αστική διάχυση αποτελούσε πρόβλημα στον έλεγχο της εξέλιξης μιας πόλης. Για παράδειγμα, την περίοδο του Μεσαίωνα, οι διαδικασίες ήταν πολύ πιο απλοποιημένες και ακολουθούσαν το φυσικό ανάγλυφο. Ο ζωγράφος Ambrogio Lorenzetti στις τοιχογραφίες του στο Δημαρχείο του Αγίου Μαρίνου, στην αίθουσα των Εννέα. Στην Σιένα της Ιταλίας, μας αφηγείται τον ιδεατό τρόπο σχεδιασμού και διακυβέρνησης των πόλεων. Η ανάπτυξη των πόλεων του Μεσαίωνα, επιτεύχθηκε με την κατασκευή λιμανιών στο παραλιακό μέτωπο αφενός, με την ανέγερση φρουρίων στο ορεινό μέτωπο αφετέρου, καθώς και με την ανάπτυξη εμπορικού οδικού δικτύου εντός. Η πόλη αναπτυσσόταν σε μεγάλη απόσταση εξωτερικά των τειχών του φρουρίου πάνω στο εμπορικό δίκτυο, αποτελούμενη από ένα σύμπλεγμα πλατειών, κτιρίων και εμπορικών χώρων-αγορών που δεν αρθρώνονταν σε μια κοινή γεωμετρία. Αργότερα όταν η πόλη είχε αναπτυχθεί και δημιουργήθηκε η ανάγκη για ασφάλεια, προστέθηκαν νέα τείχη και πύργοι περιμετρικά του νέου τμήματος για λόγους προστασίας, επέκτασης και εγκαθίδρυσης στα συγκεκριμένα σημεία και σε αρκετές περιπτώσεις τα τείχη έφταναν μέχρι και το λιμάνι. Τέλος πρέπει να αναφερθεί πως ο Ambrogio Lorenzetti μίλησε μέσω των τοιχογραφιών του και για τον λανθασμένο σχεδιασμό και την λανθασμένη διακυβέρνηση μιας πόλης. Σε αυτό το σημείο δείχνει πως η πόλη είναι γεμάτη από ερείπια και από άμορφες μάζες διασκορπισμένες εντός και εκτός των τειχών, με την διαφορά ότι τώρα η έννοια του φρουρίου έχει αρχίσει να συγχέεται με την έννοια της πόλης. Τα όρια έχουν χαθεί και το αλλοιωμένο αποτύπωμα της πόλης είναι εκείνο που κατά κύριο λόγο χαρακτηρίζει μια Μεσαιωνική πόλη. Στις θεωρίες αυτές ο ζωγράφος έχει χρησιμοποιήσει ως απτό παράδειγμα ιδεατής Μεσαιωνικής πόλης τη Σιένα όπου το κοινωνικό σύνολο και οι λειτουργίες εναρμονίζονταν σε άριστο βαθμό με το ανάγλυφο της περιοχής. Μάλιστα στις τοιχογραφίες του, τα χαρακτηριστικά της πόλης έχουν αποτυπωθεί σε πολύ έντονο βαθμό διότι εκείνα ήταν που την ανέδειξαν ως πόλη-πρότυπο.

Λεπτομέρεια των Αποτελεσμάτων της Καλής Διακυβέρνησης, Αmbrogio Lorenzetti. (https://en.wikipedia.org/wiki/The_Allegory_ of_Good_and_Bad_Government, 13 Μαρτίου 2015)

Η κατασκευή των οχυρών πέρασε από πολλά στάδια καθώς οι επιστήμες και η τεχνολογία εξελισσόταν. Καθοριστικό ρόλο είχαν οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί στην εξέλιξη της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής. Ως αρμόδιοι της υπηρεσίας της Βενετίας, ήταν υπεύθυνοι για τα δημόσια έργα, στις αποικίες της στην Ανατολή το 16ο και 17ο αιώνα. Στο χώρο της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, σημαντικό ρόλο κατείχαν οι Ιταλοί αρχιτέκτονες μηχανικοί. Μαζί με αυτούς και ένας Γάλλος αρχι-μηχανικός υπήρξαν πρωτοπόροι στην στρατιωτική και εμμέσως στην αστική αρχιτεκτονική, τον 17ο αιώνα.

Τα πρώτα οχυρά ξεκίνησαν με την απλούστερη μέθοδο, μέσω της άρθρωσης πύργων πάνω σε τείχη. Αργότερα, όταν η τεχνολογία της πυρίτιδας εξελίχθηκε, υπήρχε επιτακτική ανάγκη για εξέλιξη της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής. Έτσι οι πύργοι αντικαταστάθηκαν με προμαχώνες (πολυγωνικές πλατφόρμες, χαμηλές σε ύψος και μεγάλες σε επιφάνεια), δυνητικός δημιουργός των οποίων, θεωρείται πως ήταν ο Giuliano da Sangallo. Με την πάροδο του χρόνου και καθώς τα μαθηματικά και η γεωμετρία εξελίσσoνταν, ο Michele Sanmicheli μετέφρασε το σχήμα των προμαχώνων αλλάζοντας τα σημεία ζεύξης των τειχών σε τριγωνικά από καμπύλα και ένωσε τα επιμέρους τείχη των προμαχώνων με τα τείχη του κάστρου. Όπως ήταν φυσικό, σταδιακά η τεχνολογία του πολέμου εξελισσόταν και μαζί της εξελίχθηκε και η οχυρωματική αρχιτεκτονική. Το πάχος των τειχών αυξήθηκε, η επιφάνεια της πλατφόρμας μεγάλωσε προκειμένου να δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις για πυροβόλα όπλα, πυροβολικό σώμα και σώματα φρούρησης. Τέτοιες αλλαγές έγιναν σε αρκετές οχυρώσεις, όπως στο Χάνδακα του Ηρακλείου της Κρήτης, στις οχυρώσεις της Λευκωσίας και στις οχυρώσεις της Παλμανόβα από τον αρχιτέκτονα και μηχανικό Giulio Savorgnanο. Καθώς το εμπόριο, η τεχνολογία και οι γεωργικές παραγωγές αυξάνονταν, κάποιες πόλεις ήταν αναγκαίο να υπερβούν τα όριά τους και να διαχυθούν προς την ύπαιθρο. Κάτι τέτοιο, όπως ήταν φυσικό σήμαινε πως ένα μεγάλο τμήμα της πόλης ήταν απροστάτευτο από τον εχθρό. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Filippo Besseti di Verneda κλήθηκε αμέτρητες φορές τον 17ο αιώνα (1662 – 1673) όπως και τον 18ο αιώνα να συνθέσει εν τέλει αυτό που δεν μπορούσε κανείς. Εκμοντερνίζοντας προηγούμενες οχυρώσεις μέσω της δημιουργίας πολλαπλών παράλληλων τειχών για την προστασία κάθε νεοσύστατου τμήματος της πόλης, δίνοντας μια αίσθηση επανάληψης του ίδιου ομόκεντρου κυκλικού στοιχείου.

Η συγκεκριμένη μέθοδος ήταν μία από τις βασικότερες τακτικές του αρχι-μηχανικού Sébastien Le Prestre de Vauban στο οχυρωματικό του «Προμαχωνικό Σύστημα», στην προσπάθειά του να προστατεύσει την πόλη και το φρούριο.

Η οχυρωματική αρχιτεκτονική των Βενετών που μελετήθηκε από τους μετέπειτα κατακτητές εξελισσόταν συνεχώς, σε σημείο που κάθε πόλεμος συμβάδιζε και με ένα νέο κεφάλαιο στην φρουριακή τους αρχιτεκτονική. Η οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλο αριθμό φρουριακών κατασκευών, που ανάγονται σε ποικίλες χρονικές εποχές και αποτελούν όχι μόνο σταθμούς εξέλιξης της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, αλλά και φορείς της ιστορικής μνήμης, καθώς αποτελούν νησίδες της ιστορικής συνέχειας πολλών πόλεων. Οι μεγάλες αλλαγές λάμβαναν χώρα σε κάθε Βενετοτουρκικό Πόλεμο με αρχή τον Α’ την περίοδο 1463 – 1470 και τέλος, τον Ζ’ Βενετοτουρκικό Πόλεμο την περίοδο 1714 – 1718, οι οποίοι διαδραματίστηκαν κυρίως στον ελληνικό χώρο.

Τυπικό Μοντέλο Αστερόσχημου Κάστρου σχεδιασμένο με τις αρχές του Vauban. (https://en.wikipedia.org/wiki/Sébastien_Le_ Prestre_de_Vauban, 13 Μαρτίου 2015)

Σκοπός

Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να σκιαγραφηθεί με σαφήνεια η ανάλυση της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής των Βενετών στον ελληνικό χώρο. Η ανάλυση τοποθετείται χρονικά και στοχεύει στην ειδικότερη εικόνα των φρουρίων, όπως σχηματίστηκε από τους αρχιτέκτονες μηχανικούς, οι οποίοι με τη συμβολή τους μετέτρεψαν τα κάστρα σε αστικούς σχηματισμούς.

Βιβλιογραφική Ανασκόπηση

Τα βασικότερα συγγράμματα στα οποία βασίστηκε η ερευνητική μελέτη ήταν το βιβλίο “Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μορηά” του Έλληνα συγγραφέα Ιωάννη Σφηκόπουλου δημοσιευμένο το 1968, το “Castles of the Morea’’ του Αμερικανού φιλέλληνα συγγραφέα και αρχαιολόγου Kevin J. Andrews και η έκθεση για την “Εξέλιξη του «Προμαχωνικού Συστήματος» στις Οχυρώσεις της Ελλάδας’’ της συγγραφέως Ιωάννας Στεριώτου. Τα στοιχεία για το «Προμαχωνικό Σύστημα» που εμπλούτισαν την μελέτη και αποκαλύπτουν την εξέλιξη της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής αντλήθηκαν από το βιβλίο JeanDenis G.G. Lepage, Vauban and the French Military Under Louis XIV. Eπίσης, συγγράμματα που αφορούν συγκεκριμένες χρονικές περιόδους ενίσχυσαν το υλικό μελέτης.

Η διαδικτυακή έρευνα αποτέλεσε επίσης, ένα σημαντικό κομμάτι της μελέτης συνεισφέροντας κυρίως στον εμπλουτισμό των απεικονίσεων και φωτογραφικών αποτυπώσεων της μεσαιωνικής Πελοποννήσου τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα.

Μέθοδος Συλλογής Ερευνητικού Υλικού

Η συλλογή του ερευνητικού βασίστηκε στη μελέτη χαρτών, σε αρχειακή βιβλιογραφική έρευνα, σε έρευνα πεδίου, σε διαδικτυακή έρευνα, καθώς και σε συνομιλία με τον πρώην προϊστάμενο της 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.Ακόμη, σημαντικό μέρος της ερευνητικής εργασίας αποτελεί επεξεργασμένο προσωπικό αρχείο, όπου σχεδιάστηκαν σε χάρτες θαλάσσης οι κινήσεις των Βενετών λίγο μετά την ίδρυση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, εστιάζοντας στα θαλάσσια δρομολόγια μέσα σε ελληνικά νερά. Εκεί παρουσιάζεται καλύτερα η εικόνα που θέλουμε να δώσουμε για τους Βενετούς, ως ένα κατά θάλασσα κράτος, με βασικό άξονα επεκτατικής πολιτικής την κυριαρχία επί των φρουρίων και των κάστρων που βρίσκονται παραθαλάσσια. Επίσης, θα παρατηρήσουμε το φαινόμενο, πως τα κάστρα που κυριαρχήθηκαν και βρίσκονταν στην ενδοχώρα στάθηκαν ως πρώτοι σταθμοί στο πέρασμα της τακτικής των Βενετών όταν οπισθοχωρούσαν ηττημένοι από έναν πόλεμο ή μία ολοκληρωτικά καταστροφική ναυμαχία.

Έρευνα Πεδίου

Σε μία από τις παραπάνω ενότητες γίνεται μία προσπάθεια σύγκρισης δύο πολύ σημαντικών φρουρίων της Ελλάδας. Για να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη άποψη για το συγκεκριμένο θέμα, η έρευνα πεδίου θεωρήθηκε απαραίτητη. Η διαδικασία, μέσω της οποίας ολοκληρώθηκε και τεκμηριώθηκε η συγκεκριμένη ενότητα, ήταν η φωτογραφική αποτύπωση των φρουρίων και η λεπτομερής γραπτή εμπερία που απέκτησα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου στα δύο αυτά φρούρια.

Ερμηνευτική Μέθοδος

H ερμηνευτική μέθοδος που εφαρμόστηκε για την ανάπτυξη της ερευνητικής εργασίας είναι διαγώνιας μορφής, διότι κινήθηκε ανάμεσα σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας είναι οι συνεχείς Ενετοτουρκικοί πόλεμοι, ενώ ο δεύτερος άξονας είναι οι φάσεις εξέλιξης της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής.

Όσον αφορά την οχυρωματική αρχιτεκτονική, θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα η χρονική περίοδος από τα τέλη του 15ου αιώνα έως και τα τέλη του 18ου αιώνα. Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος μας ενδιαφέρει διότι εμφανίζεται το «Προμαχωνικό Σύστημα» και αλλάζει εξ’ ολοκλήρου τις πολεμικές επιχειρήσεις. Από εκείνο το σημείο η ερμηνευτική μας μέθοδος στρέφεται πλέον στην οριζόντια παράθεση της εξελικτικής πορείας του «Προμαχωνικού Συστήματος», ενώ στο τέλος γίνεται λόγος σε τι βαθμό επηρεάστηκαν και ποια φρούρια της Ελλάδας. Εκεί είναι πλέον αντιληπτό το χάσμα της ιστορίας της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής πριν και μετά το «Προμαχωνικό Σύστημα», όχι μόνο στα ελληνικά χωρία αλλά και στη σημερινή Ευρώπη.

Αναλυτικά Ερωτήματα

Τα ερωτήματα που γεννήθηκαν κατά την εκπόνηση της ερευνητικής εργασίας ήταν τα εξής: Ποιες ήταν οι θαλάσσιες κινήσεις των Βενετών στη Μεσόγειο; Γιατί επέλεξαν την Πελοπόννησο ως “Τα μάτια της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας” προς την Ανατολή; Ποιος εφηύρε το «Προμαχωνικό Σύστημα»; Τι πυροδότησε την εξέλιξη του «Προμαχωνικού Συστήματος» και σε ποια μέρη αναλύεται; Εφαρμόστηκε το «Προμαχωνικό Σύστημα» στην Πελοπόννησο; αν ναι, σε ποια κάστρα; Τα φρούρια στα οποία εφαρμόστηκε το «Προμαχωνικό Σύστημα» τι ομοιότητες εμφανίζουν; Πως επηρέασε το «Προμαχωνικό Σύστημα» την πόλη του Ακροκορίνθου; αν εφαρμόστηκε.