Η Αθήνα του Τσίλλερ στον αντίποδα του σήμερα



Επιμέλεια: Ξανθίππη Μπιτσακάκη

Ερνέστο Τσίλλερ (1837 – 1923). Αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο για την ιστορία του νεοκλασικισμού στον ελληνικό χώρο. Σχεδιάζοντας ένα υπεράριθμο αρχιτεκτονικό έργο για τους αρχιτέκτονες τις εποχής του, όπου ξεκινά χρονικά από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και εκτείνεται ως και τις αρχές του 20ου. Δημιούργησε μια νέα ποιότητα στην αρχιτεκτονική της Αθήνας η οποία, χαρακτηρίστηκε από μια νέα καλλιτεχνική κουλτούρα και μία αίσθηση δημιουργικής ελευθερίας (Κασιμάτη, 2010).

Γεννήθηκε το 1837 στο Oberlössnitz της Σαξονίας. Ως πρωτότοκος γιος εύπορης οικογένειας που ασχολούταν με τον τομέα της οικοδομικής αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του αρχιτέκτονα. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Δρέσδης, στη Βασιλική Σχολή Οικοδομικών Κατασκευών, όπου βραβεύτηκε για τις επιδόσεις του με αργυρό μετάλλιο το 1858. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δούλεψε ως σχεδιαστής στη Βιέννη δίπλα στον διάσημο Δανό αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν. Εκεί, του δόθηκε η αφορμή έχοντας εκπονήσει το σχέδιο του Μεγάρου της Ακαδημίας των Αθηνών, να εποπτεύσει την ολοκλήρωσή του (1861). Επίσης, ασχολήθηκε με τον τομέα της αρχαιολογίας, μελετώντας την Ιστορία της Αρχιτεκτονικής πραγματοποίησε ανασκαφές, όπου αμφισβητώντας επικρατούσες απόψεις τις εποχής, κατάφερε να ανακαλύψει τη θέση του Παναθηναϊκού Σταδίου (1864 – 1869), και στη συνέχεια διενέργησε ανασκαφή. Ακόμα, στην ερευνητική του πορεία ο Τσίλλερ απέδειξε ότι η καμπύλωση του Παρθενώνα αποτελούσε συνειδητή επιλογή για λόγους προοπτικής, το οποίο βασίζονταν στην οριζόντια διάταξη του επιστυλίου του (Κασιμάτη, 2010). Η ταχύτατη επαγγελματική του πρόοδος, καθώς και ο γάμος του με Ελληνίδα αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες για τη μόνιμη εγκατάσταση του αρχιτέκτονα στη χώρα μας.

Στο γύρισμα του αιώνα, ο Τσίλλερ, σχεδίασε και επέβλεψε μία πληθώρα δημοσίων – ιδιωτικών κτιρίων και ναών στην Αθήνα, καθώς και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, όπως η Πάτρα, ο Πύργος, η Θεσσαλονίκη, η Τρίπολη, η Ερμούπολη, η Σύρος και άλλα (εικ. 2, 3). Η εύνοια όμως του βασιλέως Όθωνα και η ανάθεση αρχικά της μελέτης των θερινών του ανακτόρων στο Τατόι, στη συνέχεια, τους Πεταλιούς και αργότερα το ανάκτορο του Διαδόχου, τον απογείωσαν και τον έκαναν ευρέος γνωστό. Ο Τσίλλερ είχε πλέον καθιερωθεί. Μεγάλο ήταν το πλήθος των αστών της εποχής που του ανέθεταν τα μέγαρά τους, καθώς και τις εξοχικές τους κατοικίες. Επιπλέον, το 1875 ο αρχιτέκτονας αποφάσισε να αγοράσει μία μεγάλη έκταση γης στην Καστέλλα και να κτίσει τη «Συνοικία Επαύλεων» ή αλλιώς όπως την αποκαλούσαν «Συνοικία Τσίλλερ». Πρόκειται για μία σειρά από επτά διώροφες επαύλεις, ανάλογες με εκείνες της Ziller Straße του Radebeul (Κασιμάτη, 2010). Παράλληλα με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών, ο Τσίλλερ, το 1872 διορίστηκε ως καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, (1884) διετέλεσε ως διευθυντής στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, για μικρό χρονικό διάστημα επί της κυβέρνησης Χαριλάου Τρικούπη.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της καριέρας του αποτέλεσε η εφεύρεση και η χρήση του ευρέος σήμερα γνωστού διάφανου λαδόχαρτου, το οποίο του επέτρεπε το γρήγορο και εύκολο «ξεπατίκωμα» από μία ποικιλία ιστορικών προτύπων. Το μέσο αυτό βοήθησε στη συλλογή φωτογραφιών και αντιγράφων από έργα σπουδαίων αρχιτεκτόνων όπως ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Ραφαήλ, ο Klenze, ο Χάνσεν κ.λπ, αλλά και από διακοσμητικά πρότυπα μοτίβων με προοπτική για μία ενδεχόμενη μελλοντικη χρήση (Κασιμάτη, 2010).

Η κλασικιστική του αίσθηση έθεσε τα θεμέλια του ώριμου αθηναϊκού νεοκλασικισμού, που στη συνέχεια εξελίχθηκε στον εκλεκτικισμό και έπειτα, στον ρομαντισμό. Τέτοια παραδείγματα παρατηρούνται κυρίως στις ιδιωτικές κατοικίες. Αντίθετα, στα δημόσια κτίρια διατήρησε το πνεύμα του ελληνικού κλασικισμού, ενώ αντίστοιχα προσπάθησε να διαφυλάξει τη βυζαντινή παράδοση στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[1]. Με το έργο του σφράγισε την αρχιτεκτονική της εποχής του καταφέρνοντας να σχεδιάσει και να υλοποιήσει ποιοτικά έργα ανάλογα με εκείνα που χτίζονταν εκείνη την εποχή στη Βιέννη, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Το 2010 πραγματοποιήθηκε έκθεση με τίτλο «Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων, 1837-1923» στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου για πρώτη φορά παρουσιάστηκε ολόκληρο το αρχείο του που είχε συλλεχθεί από δημόσιες, αλλά και ιδιωτικές συλλογές. Η έκθεση αυτή είχε πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, καθώς συσχέτισε την αρχιτεκτονική περιουσία τεσσάρων ευρωπαϊκών χωρών. Της Γερμανίας, της χώρας καταγωγής του αρχιτέκτονα, της Δανίας, της πατρίδας του δασκάλου του που τον επηρέασε στη μετέπειτα εξέλιξη της αντίληψής του, της Αυστρίας, του τόπου εργασίας του δασκάλου του, καθώς και της Ελλάδας, οπού έδρασε και απογείωσε την αρχιτεκτονική του πορεία με τα έργα του[2].

Σήμερα, τα κτίρια του Τσίλλερ εκπροσωπούν την ανεπίσημη αρχιτεκτονική κληρονομιά της Αθήνας όπως θα λέγαμε, καθώς έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ιστορία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής. Σε έναν ιδανικό κόσμο, με ένα ιδανικό σενάριο η Αθήνα θα αποτελούσε μία πρωτεύουσα με αρχιτεκτονική φινέτσα και ιστορικό χαρακτήρα. Απεναντίας, η μορφή της παραπέμπει κατά κύριο λόγο σε μία μουντή και άχαρη πόλη, με νεόδμητα κτίσματα και κάποια περιστασιακά εναπομείναντα ιστορικά κτίρια, τα οποία σήμερα κρίνονται ως διατηρητέα και απαγορεύεται ρητά η κατεδάφισή τους.

Σε τί όμως οφείλεται αυτή η κατάσταση και ποιόν πρέπει να κατηγορήσουμε για τη σημερινή μορφή της πρωτεύουσας;

Η προχειρότητα, η φούρια, αλλά και οι αλλαγές που έγιναν στους πολεοδομικούς κανονισμούς, συντέλεσαν στη μεταμόρφωση της Αθήνας και στην αλλαγή της ποιότητας ζωής των κατοίκων της.

Τη δεκαετία της μικρασιατικής καταστροφής, (1920) με την αναγκαία ανταλλαγή των πληθυσμών, η πόλη γιγαντώθηκε, φτάνοντας να αριθμεί πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους, έχοντας ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των αναπόφευκτων νέων υποδομών στέγασης. Μία δεκαετία αργότερα, η Αθήνα εμπνέεται από το κίνημα του Bauhaus και τα κομψά μέγαρα της art deco και κατασκεύασε μία πληθώρα από πολυώροφες πολυκατοικίες. Σε αυτό το σημείο ξεκίνησε η εξάλειψη της καλαισθησίας στην αρχιτεκτονική της Ελλάδας. Σε συνδυασμό με την εξάπλωση του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, και στη συνέχεια τα πλήγματα που άφησε πίσω του ο εμφύλιος, κατέληξαν για άλλη μια φορά στη γιγάντωση της σημερινής πρωτεύουσας του κράτους και την ανεξέλεγκτη δημιουργία πολυκατοικιών από οπλισμένο σκυρόδεμα. Παράλληλα, το φαινόμενο της αντιπαροχής βρισκόταν πλέον στην ακμή του. Από τη δεκαετία του ’50, η εικόνα της Αθήνας μεταμορφώθηκε με μεγάλα απρόσωπα κτίρια σε όλο της το εύρος, ακόμα και στις ιστορικές της περιοχές. Με αφορμή την ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη της μεταπολεμικής Ελλάδας, η πόλη των Αθηνών οικοδομήθηκε, ή όπως καλύτερα θα μπορούσαμε να πούμε αποδομήθηκε[3]. Αξιοσημείωτο είναι ότι αντίστοιχες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας, διαβρώνοντας την αρχιτεκτονική κουλτούρα και την πολιτιστική κληρονομιά της κάθε περιοχής.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η ανοικοδόμηση της Αθήνας έγινε με απουσία κρατικού σχεδιασμού και μεταδόθηκε από τα μέσα της εποχής ως μια προοδευτική ενέργεια άξια επαίνων. Αντιθέτως, τα μόνα περιοριστικά μέτρα που δόθηκαν, αφορούσαν το συντελεστή δόμησης, την απαγόρευση οικοδόμησης των αρχαιολογικών χώρων, αλλά και η απαγόρευση κτισμάτων στις κορυφές των επτά ιστορικών λόφων της περιοχής. Η αρχιτεκτονική φινέτσα της Αθήνας παραδόθηκε στα χέρια των εργολάβων και το νεοκλασικό της ύφος αντικαταστάθηκε από τις νέες αισθητικές τάσεις της εποχής με μεγάλες ογκώδεις αστικές πολυκατοικίες και απρόσωπα τσιμεντένια κτίσματα.

Η ραγδαία ανάπτυξη της Αθήνας, η απουσία διοικητικής εποπτείας και η έλλειψη αρχιτεκτονικών ιδεών συνέλαβαν στη ad hoc απρέπεια μορφή της πόλης. Έχοντας τις υποδομές να προστατέψουμε και να εξελίξουμε την πρωτεύουσα της χώρας μας, προτιμήσαμε να μεγιστοποιήσουμε τα κέρδη μας χωρίς να λάβουμε υπόψιν την αξία της ιστορίας μας και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Έτσι, μεταφερόμαστε στις αρχές του 21ου αιώνα και ξαφνικά εκδηλώνετε η ανάγκη για την ανανέωση όχι μόνο της Αθήνας, αλλά και των περισσότερων ελληνικών πόλεων, η οποία προέκυψε λόγω της βιώσιμης ανάπτυξης, που προωθήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με αυτόν τον τρόπο ανάκυψε η ανάγκη για την προστασία και την ανάδειξη του αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού πλούτου της κάθε περιοχής. Σε κάθε περίπτωση εκπονήθηκαν σχέδια ανάπλασης με στόχο την αναβάθμιση των δημοσίων χώρων, αλλά και την προστασία των εναπομείναντα μνημείων. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις, ήταν ήδη αργά. Οι μεγάλες πολυκατοικίες, οι οποίες κτίστηκαν στα πλαίσια μιας ευρύτερης έννοιας της μοντέρνας σκέψης και στη συνέχεια συνδέθηκαν με πρακτικές εφαρμογές, κατάφεραν να εξαφανίσουν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της κάθε περιόδου και να αλλοιώσουν τη μορφή και το χαρακτήρα της αντίστοιχης περιοχής. Η Αθήνα, όπως και οι περισσότερες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας έχουν πλέον μεταμορφωθεί ως μία απρόσωπη πόλη, χωρίς χαρακτήρα, με πλούσιο αρχιτεκτονικό υπόβαθρο, το οποίο δυστυχώς το μέγεθός του δε μπορεί να γίνει αντιληπτό από το περισσότερο κόσμο μέχρι και σήμερα.

Εν κατακλείδι, άραγε έχουμε συνειδητοποιήσει σε τί κατάσταση έχουμε φέρει τις πόλεις μας; Ή μήπως θεωρούμε ότι οι πράξεις μας, προέκυψαν ως ανάγκη των βιοποριστικών και στεγαστικών μας αναγκών; Ανακαλώντας τα κτίρια του Ερνέστο Τσίλλερ και ταυτόχρονα, συγκρίνοντάς τα με τη σημερινή όψη της Αθήνας μας πιάνει δέος.  Το συναίσθημα που μένει μετά τη μελέτη του έργου του είναι απογοήτευση απέναντι σε αυτό που δημιουργήσαμε και μεταμέλεια για αποφάσεις που δεν πήραμε.

Επιμέλεια: Ξανθίππη Μπιτσακάκη

Βιβλιογραφία

  • Αθηναϊκός Κλασικισμός, έκδ. Δήμος Αθηναίων-Πνευματικό Κέντρο, Αθήνα 1 6.
  • Ζήβας Δ. – Μιχαήλ Γ,, Τα νεοκλασικά κτίρια στην Αθήνα, Αθήνα 2012
  • Ζήβα Δ., «Η Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου Από τον ΙΣΤ΄ μέχρι τον ΙΘ΄ αι.», Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, Αθήνα 2002
  • Κασιμάτη Μ., «ZILLER». Εθνική Πινακοθήκη και μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα 2010
  • Κορρές Μ., Μπενάκης Λ., Καζανάκη – Λάππα Μ., Βατόπουλος Ν., Μπούρας Χ., Χατζηδάκη Ν. , Σπετσιέρη – Χωρέμη Άλ., Δεληβορριάς Άγγ, Σακελλαρίου Μ., Αθήναι. «Από την Κλασική εποχή έως σήμερα (5ος αι. π. Χ. – 2000 μ. Χ.)», Αθήνα 2000.
  • Μαλλούχου – Tuffano Φ., «Η αναστήλωση των αρχαίων μνημείων στη νεότερη Ελλάδα (1 34-13).» έκδ. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής εταιρείας, αρ. 176, Αθήνα 2008
  • Μπίρης Μ., Η ακμή του αθηναϊκού κλασικισμού, Αθήνα 2001
  • Μουσμούτη Δ., «Το Θέατρο στην πόλη της Ζακύνθου 1901-1915», εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999
  • Περιοδικό «Κ», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21 Μαρτίου 2010, τεύχος 355, και το άρθρο της Τατιάνας Καποδίστρια: «Δια χειρός Τσίλλερ»
  • Πετρίδου Β., Οι αρχαιότητες και το ταξίδι στην Ελλάδα των Γάλλων αρχιτεκτόνων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα εξελισσόμενος νεοκλασικισμό
  • Φεσσά. Ε., «Η ιδεολογική κρίση της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής 1 27-1 40», Αθήνα 2017

Διαδικτυακή βιβλιογραφία

Βιβλιογραφία εικόνων

  • Εικόνα 1: κολλάζ ιδίας επεξεργασίας με πηγή από: http://www.ttarchitects.gr/Dionysis_works/ekthesh-ernest-chiller/ (πρόσβαση 06.2020)
  • Εικόνα 2: κολλάζ ιδίας επεξεργασίας με πηγές από: Μ. Κασιμάτη, «ZILLER». Εθνική Πινακοθήκη και μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα 2010 , εικόνα ιδίας επεξεργασίας
  • Εικόνα 3: κολλάζ ιδίας επεξεργασίας με πηγές από: Μ. Κασιμάτη, «ZILLER». Εθνική Πινακοθήκη και μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα 2010 , εικόνα ιδίας επεξεργασίας
  • Εικόνα 4: http://exitmag.blogspot.com/2009/12/4.html (πρόσβαση 05.2020)

[1]https://www.greekarchitects.gr/gr/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%81-ernst-ziller-id677 (πρόσβαση 04.2020)

[2]https://eclass.duth.gr/modules/document/file.php/TMB259/%CE%A4%CE%A3%CE%99%CE%9B%CE%9B%CE%95%CE%A1.pdf (πρόσβαση 05.2020)

[3] https://www.mixanitouxronou.gr/giati-katastrafikan-ta-neoklasika-tis-athinas-i-katedafisi-ton-poliorofon-bauhaus-polikatikion-ke-ton-kompson-art-deco-megaron-mesa-sti-lelapa-tis-antiparochis/ (πρόσβαση 05.2020)