Διάλογος για το κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών



page9_012/5/1978
Αγαπητού συνάδελφοι:
Δεχθείτε την ειλικρινή εκτίμηση μου για την σημαντική προσπάθεια που το περιοδικό σας έχει αναλάβει, καθώς επίσης και την ανταπόκριση μου στο κάλεσμα σας για διάλογο, «ακούγοντας» την ακόλουθη «ιστορία»:
Στις 24/3/1978, σε στήλη της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», δημοσιεύτηκε με τίτλο: ΕΝΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ, το ακόλουθο κείμενο:
*ΕΝΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ: Σε μια πόλη σαν την Αθήνα του 1978, με τους περιορισμούς που επιβάλλει η απρόσωπη και συγκεχυμένη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της, το νέο κτίριο που σχεδίασε ο αρχιτέκτων Γιάννης Βικέλας (και ήδη ορθώνεται στη γωνία Ακαδημίας και Βας. Σοφίας, για να στεγάσει το υπουργείο Εξωτερικών) πρέπει σίγουρα να χαιρετισθεί σαν αρχιτεκτονικό επίτευγμα. Πρόκειται για μια εμπνευσμένη σύνθεση, στην οποία ο δημιουργός της έχει αφομοιώσει τα στοιχεία της μνημειακής ελληνικής κλασικής αρχιτεκτονικής, μέσα από την αισθητική ιδεολογία του διαστημικού αιώνα μας προτείνοντας έτσι ένα μοντέλο μιας σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής που να συνδυάζει σ’ ένα αρμονικό σύνολο, το ήθος, τοκάλλος και το μέγεθος.

Το σχόλιο (εύλογα υποθέτω) μου γέννησε ερωτηματικά για τα οποία ζήτησα απάντηση με την ακόλουθη επιστολή:
ΑΘΗΝΑ 29/3/78
Επιτρέψτε φιλοξενία σε μερικές σκέψεις μου που έχουν σαν αφορμή το σχόλιο με τίτλο «ΕΝΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΌ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ»σαν στήλη σας ΑΚΟΥΩ…ΒΛΕΠΩ της 24/3/78.
Εν πρώτοις, δύο από τα σημεία που αναφέρετε, επιδέχονται νομίζω, άμεση διόρθωση:
1. Η επέκταση του Υπουργείου Εξωτερικών δεν είναι «…αρχιτεκτονικό επίτευγμα…» του Ι. Βικέλα μόνο, αλλά και του Π. Μιχαλέα, και
2. Ποιους άραγε περιορισμούς είναι δυνατόν να επιβάλει η απρόσωπη και συγκεχυμένη φυσιογνωμία μιας Πόλης σαν την Αθήνα του ’78 που «δημιουργήθηκε» ακριβώς επειδή ποτέ, κανείς περιορισμός δεν φρενάρισε ούτε τις ολέθριες συνέπειες της διαιωνιζόμενης οικονομικής πολιτικής μας (συγκεντρωτισμός, κ.τ.λ.), αλλά ούτε και τα ρηχά ένστικτα ζούγκλας μιας μερίδας «έξυπνων» πάντα ετοίμων να εκμεταλλευτούν κερδοφόρα τις ολέθριες αυτές συνέπειες; Μιας Πόλης, μ’ άλλα λόγια, που είναι το αποκύημα α-περιόριστης α-καλλιέργειας (τρέχα γύρευε), κερδοσκοπίας, ασέβειας στην ανθρώπινη ζωή;
Και μόνον η παρουσία, άλλωστε, σε μια τόσο καίρια θέση, του εν λόγω κτιρίου που δίνει την χαριστική βολή στα τελευταία απομεινάρια (Βουλή, νεοκλασικά Β. Σοφίας) μιας – άλλοτε – μοναδικής Αθήνας, είναι σαφέστατη μαρτυρία, μέσα στις τόσες άλλες, της παντελούς απουσίας περιορισμών.
Έρχομαι τώρα να διαφωνήσω έντονα στα εξής όσον αφορά την «κριτική» που κάνετε στο κτίριο:
1. Με γεμίζει απαισιοδοξία η αισθητική ολιγαρκεία σας, όταν χαρακτηρίζεται «…εμπνευσμένη σύνθεση…» δύο ίσια ορθογώνια παραλληλεπίπεδα (κουτιά) που υπερτίθενται μορφώνοντας έτσι ένα μεγαλύτερο κουτί. Το νέο αυτό κουτί, όσο κι’ αν προσπαθήσω, δεν καταφέρνω να αντιληφθώ γιατί «…πρέπει σίγουρα να χαιρετήσω σαν αρχιτεκτονικό επίτευγμα…». Μήπως επειδή αποτελεί παράδειγμα που αντιστρατεύεται την «…απρόσωπη κ.τ.λ., φυσιογνωμία…» της Πόλης μας; Όχι. Κουτιά την αποτελούν, κουτί κι αυτό μέσα σ’ όλα τα’ άλλα. Ίσως, λίγο ψηλότερο από τον μέσο όρο, ίσως λίγο επισημότερο «μακιγιαρισμένο»…
2. Ποια άραγε είναι τα «…στοιχεία της κλασσικής μνημειακής Ελληνικής αρχιτεκτονικής που, αφομοιωμένα μέσα από την αισθητική ιδεολογία του διαστημικού αιώνα μας …» είναι χωνεμένα στην «σύνθεση» των κ.κ. Βικέλα Μιχαλέα; Πέρα από το ότι αυτά δεν είναι μονοσήμαντα καθορισμένα (από μνημείο σε μνημείο διαφέρουν), γεγονός που καθιστά απαγορευτική την τόσο επιπόλαιη «αρχειοθέτηση» και τιτλοφόρηση τους, ποια θέση νάχουν στον «διαστημικό αιώνα μας» που, αν δεν κάνω λάθος, απέχει κοντά έξη αιώνες από την Αναγέννηση; Κι’ όσο γι’ αυτόν, (τον «διαστημικό αιώνα μας») ποια είναι και από που πηγάζει η αισθητική ιδεολογία του; Μήπως εμπεριέχονται σ’ αυτήν επιταγές όπως: «Στεγάστε με μνημειακή αρχιτεκτονική ζοφερής προέλευσης, την εξ ίσου ζοφερής προέλευσης γραφειοκρατία;».
3. Ας θυμηθούμε ότι, α/ Κτίρια σαν το εν λόγω δεν είναι παρά αργοπορημένοι «φτωχοί συγγενείς» μιας αρχιτεκτονικής που έφτασε στο ζενίθ της στην Αμερική και την Βορ. Ευρώπη των περασμένων δεκαετιών, και β/ Τις ανάγκες, τις αδυναμίες, τις κραυγαλέες ελλείψεις, αλλά και τις τόσο περιφρονημένες δυνατότητες; Της Ελληνικής-νύν και τέως- πολιτιστικής πραγματικότητας.
Με βάση αυτά, γίνεται φανερό, ότι η θεώρηση του νέου Υπουργείου Εξωτερικών σαν «… μοντέλο για μια σύγχρονη Ελληνική αρχιτεκτονική…» δεν είναι παρά ένα βεβιασμένο και άστοχο (αντι)αισθητικό καταστάλαγμα.
4. Δεν ξέρω αν για να ευοδωθεί η «…σύγχρονη Ελληνική αρχιτεκτονική…» (όρος που κατά την γνώμη μου, δεν θάπρεπε να ξεστομίζεται και αυτός έτσι ξένοιαστα) θάπρεπε να ακολουθήσουμε συνταγές ιδιαίτερα όταν αυτές προσφέρονται από άτομα που μάλλον δεν έχουν στενή σχέση με το θέμα και όταν αυτές αποκαλύπτουν σαν νήμα της Αριάδνης το «…μαγείρεμα…» στοιχείων κλασσικής μνημειακής αρχιτεκτονικής & ιδεολογίας διαστημικού αιώνα, συνδυασμένων σε ένα «αρμονικό!» που να διέπεται από κάλλους!, μέγεθος! Και ήθος!! (αυτό, αλήθεια που αναφέρεται;) σύνολο.
Συγκεφαλαίωση των παραπάνω διαφωνιών, αμφισβητήσεων και αποριών μου αποτελεί η ακόλουθη ερώτηση, που περιέχει, ομολογώ, δόση καχυποψίας:
Που ΑΚΟΥΣΑΤΕ… …ΕΙΔΑΤΕ, τα περί αρχιτεκτονικών επιτευγμάτων;
Οι προτιμήσεις είναι δυστυχώς πολλές φορές υποκειμενικές και συνεπώς αναπόφευκτες οι διαφωνίες σε θέματα «γούστου». Η διακήρυξη όμως αισθητικών στόχων, ιδίως όταν αναφέρονται σ’ ένα τόσο πολύπαθο πεδίο, όπως η αρχιτεκτονική, είναι χειρονομία υπεύθυνη που θάπρεπε να βασανιστεί πολύ πριν μάλιστα προβληθεί σε μια τόσο κρίσιμη θέση όσο η στήλη μιας γενικά παραδεκτής εφημερίδας.

Βεβαίως – και όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται, απόλυτα δικαιολογημένα – δεν έτρεψα ψευδαισθήσεις ότι θάπαιρναν ποτέ ουσιαστικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα μου..
Με έκπληξη, μερικές μέρες αργότερα (5/7/78) διάβασα στην ίδια στήλη της ίδιας εφημερίδας το ακόλουθο δημοσίευμα:
*ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ: Κον Π. Μιχαλέα, αρχιτέκτονα: Η πασιφανής «βικελική γραμμή του νέου κτιρίου στη γωνία Ακαδημίας και Βας. Σοφίας, μας παρέσυρε στο να αποδώσουμε την πατρότητα του αρχιτεκτονικού σχεδίου, αποκλειστικά στον αρχιτέκτονα κ. Γιάννη Βικέλα. Αφού όπως μας γράφετε «η μελέτη των σχεδίων του κτιρίου αυτού έγινε από κοινού από τον συνάδελφο σας κ. Βικέλα και από σας» δεν έχουμε – όπως βλεπετε – καμιά αντίρρηση «να φέρουμε την πραγματικότητα στη θέση της».

Πέρα από τα κατά την γνώμη μου θρασύ και μυστηριώδες αδιάλλακτο ύφος που χαρακτήριζε το δημοσίευμα, άναυδο με άφησε ο (τουλάχιστον) αυθαίρετος αφορισμός: «…πασιφανής βικελική γραμμή…», που ερχόταν να πλαισιώσει τους προηγούμενους περί «…στοιχείων κλασσικής μνημειακής Ελληνικής αρχιτεκτονικής …», «…αισθητικής ιδεολογίας διαστημικού αιώνα…», «…μοντέλου σύγχρονης Ελληνικής αρχιτεκτονικής…», «…αρμονικού συνόλου όπως συνδυάζονται το ήθος, το κάλλος και το μέγεθος…».
Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στον πειρασμό, με αποτέλεσμα μια δεύτερη «ερωτηματική» επιστολή:
Αθήνα, 5/4/78
Η «επιστροφή» σας στο θέμα: ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΗΩΤΕΡΙΚΩΝ (υπό μορφή απάντησης στον Π. Μιχαλέα, «ΑΚΟΥΩ, ΒΛΕΠΩ» 4/4/78) πιο συγκεκριμένα, η επιμονή σας να ερμηνεύετε – ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός – άτοπα και άχρονα, τον ρόλο του «εστέτ-κριτικού της αρχιτεκτονικής», με αναγκάζει να σας ενοχλήσω ξανά (αυτή τη φορά χωρίς την παράκληση για φιλοξενία των σκέψεων μου αφού, όπως τείνω να πιστέψω, δεν φαίνεται να σας αρέσει και τόσο πολύ ο αντίλογος…), με το ακόλουθο ερώτημα:
Σε ποιες βάσεις, σε ποια επιχειρήματα, σε τι «φόντα», στηρίζεστε, όταν τόσο αδιάλλακτα μιλάτε περί «πασιφανούς βικελικής» γραμμής;
Τις ανησυχίες και απορίες μου – τόσο αυτού όσο και του προηγούμενου γράμματος μου – καθώς και τις υποψίες μου για το ποιόν της στήλης σας (όσον αφορά τουλάχιστον τις επεμβάσεις της στον τομέα της αρχιτεκτονικής), θα ανακουφίζατε ιδιαίτερα αν καταδεχόσασταν ν’ αντιμετωπίσετε.

Επί τέλους, στις 12/4/78, με απογοήτευση, αλλά χωρίς ιδιαίτερο ξάφνιασμα, δέχτηκα την «πολυπόθητη» απάντηση:
ΠΕΡΙ ΤΟ ΝΕΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΟΥ ΥΠ. ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: Με την άποψη μας ότι το νέο κτίριο στην γωνία Ακαδημίας και Βας. Σοφίας είναι «αρχιτεκτονικό επίτευγμα» διαφωνούν με επιστολές τους οι αρχιτέκτονες κ.κ. Π. Κόκκορης και Χρ. Καπαρελιώτης, ο κ. Γ. Σύψας και τινές άλλοι. Οι αντίθετες απόψεις είναι σεβαστές – όταν είναι απόψεις και όχι αβασάνιστος ψόγος σε στυλ κριτικής ή σε στυλ εύκολου χιούμορ. Ο δημιουργικός του κτιρίου αυτού, γνωστότατος αρχιτέκτων κ. Βικέλας, προτείνει με το κτίριο αυτό – δηλαδή με το έργο και όχι με λόγια – ένα μοντέλο σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής, το οποίο φυσικό είναι να έχει όχι μόνο τους θαυμαστές του αλλά και τους επικριτές του. Αλλά όταν στους τελευταίους ανήκουν και ομότεχνοι του κρινόμενου, καλό θα ήταν να γνώριζε κανείς πέρα από τα λόγια τους και τα δικά τους έργα ή έστω τις δικές τους προτάσεις για το τι πρέπει να είναι η σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική. Αυτά και Τελεία και Παύλα.

Με την ακόλουθη επιστολή μου, η ιστορία μου τελειώνει για την ώρα…
Αθήνα, 25/4/78
Αγαπητοί Ωτοβλεψίες
Είναι κάπως δύσκολο να μπει «…Τελεία και Παύλα…» (ακούω…βλέπω, 12/4/78) σ’ ένα τόσο ενδιαφέρον θέμα.
Εξ’ άλλου, το (απαντητικό άραγε; επίτρεψε μου ν’ αμφιβάλλω) σημείωμα σου της 12/4/78 έχει αστοχήσει (εσκεμμένα βέβαια, αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το αντιληφθεί, οι αιτίες όμως της εσκεμμένης αυτής αστοχίας παραμένουν ανεξιχνίαστες) στα εξής δύο βασικά σημεία:
Α. Επιμένετε (12/4/78) ότι ο δημιουργός του κτιρίου είναι ο κ. Βικέλας. Μα αν, ούτε η ευμεγεθής ταμπέλα ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ – ΒΙΚΕΛΑΣ, ΜΙΧΑΛΕΑΣ έξω από το κτίριο, ούτε το ίδιο το σημείωμα σας (4/4/78) στον Π. Μιχαλέα (…»όπως βλέπετε δεν έχουμε ;/!καμιάν αντίρρηση να φέρουμε την πραγματικότητα στην θέση της…»), ούτε και η ταπεινή μου επέμβαση (επιστολή μου σε σας της 29/3/78) δεν αρκούν, τι θάταν άραγε ικανό να σας κάνει να φέρετε επί τέλους, πραγματικά, την πραγματικότητα στην θέση της; (κατά της πάντα ταπεινή γνώμη μου…ΤΙΠΟΤΑ).
Β. Είναι σαφέστατο στις δύο μέχρι τώρα επιστολές μου (και συνεπώς ανέντιμη απέναντι μου η προσπάθεια σας της 12/4/78 να αποκρύψετε το σαφέστατο αυτό σημείο) ότι ο κρινόμενος δεν είναι ο κ. Βικέλας (που εγώ είμαι ομότεχνος του και λοιπά και λοιπά…). Οι κρινόμενοι είστε εσείς. Εδώ που τα λέμε δεν είστε ούτε καν κρινόμενοι απλώς ερωτώμενοι. Σας έχω υποβάλλει ένα αριθμό ερωτημάτων στα οποία επιμελέστατα αποφύγατε ν’ απαντήσετε. Δεν θάταν πιο δίκαιο και αμερόληπτο ν΄ απαντήσετε, ή (αν βλέπατε ότι δεν θα τα …καταφέρνατε – αλλά όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια) τουλάχιστον να ενημερώνατε την …πελατεία σας, την ευρύτερη και την αναγνωστική, για το ποιες είναι οι αντίθετες απόψεις, έτσι ώστε να κρίνει μόνη της και όχι κατευθυνόμενα, αν είναι πράγματι απόψεις ή «…αβασάνιστος ψόγος σε στυλ κριτικής ή σε στυλ εύκολου χιούμορ…»;
Αυτό που με εντυπωσιάζει πάντως με την στάση που κρατάτε στο εν λόγω θέμα, είναι το πόσο γίνεται φανερό ότι διέπεστε από την λεγόμενη «ρωμέϊκη» νοοτροπία που τόσο οπισθοδρομική είναι, και τόσο ανεπίδεκτη των διαδικασιών πραγματικού και σοβαρού διαλόγου – αντιλόγου, που είναι ο μόνος τρόπος για να πάει κάτι μπροστά, τίμια, καθαρά και χωρίς παντοειδείς «υποστηρίξεις» και «ευμένειες». Και αυτή η τελευταία διαπίστωση είναι λυπηρή.

Το μόνο που επιδιώκω με την «αφήγηση» μου αυτή, είναι να επιστήσω την προσοχή στους κινδύνους που απειλούν τους αισθητικούς μας προσανατολισμούς – τομέα ιδιαίτερα καθοριστικό για την γενικότερη πορεία μας αλλά και ιδιαίτερα «ευπαθή» – όταν η διακίνηση ιδεών και σκέψεων γύρω από αυτούς εγκαταλείπεται σε άτομα αμφίβολης αρμοδιότητας.

Ευχαριστώ

Πάνος Κόκκορης: Αρχιτέκτονας