Από τη σκιά στο φως : Μια αφήγηση για τη Μακρόνησο



Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
Φοιτητική ομάδα: Καλομοίρη Κωνσταντίνα Ελένη , Σοφικίτου Ειρήνη
Επιβλέποντας: Γυφτόπουλος Σ. , Κλαμπατσέα Ε.
Ημερομηνία παρουσίασης: 14.10.2019

Η γνωριμία με το νησί

Αντικείμενο έρευνας της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτέλεσε το νησί της Μακρονήσου και η βαριά ιστορία του, με αποτέλεσμα την συστηματική μελέτη τους για την ιστορική ανάδειξη του τόπου. 

Το ανάγλυφο της Μακρονήσου διαφέρει εκατέρωθεν της κεντρικής κορυφογραμμής που την διατρέχει παράλληλα στον άξονα Βορρά-Νότου. Η δυτική πλευρά έχει ομαλές κλίσεις (10-30%) σε αντίθεση με τις έντονες κλίσεις της ανατολικής πλευράς που ξεπερνούν το 60% και είναι εκεί όπου εντοπίζονται ορισμένες φωλιές πουλιών. Περιμετρικά του νησιού τα παράλια είναι απόκρημνα και δύσκολα προσπελάσιμα, με μοναδική εξαίρεση την σύγχρονα διαμορφωμένη προβλήτα στο μέσον της Δυτικής πλευράς. 

Γενικά πρόκειται για ένα άνυδρο και άγονο νησί με αραιή θαμνώδη βλάστηση και ελάχιστες πευκόφυτες περιοχές. Το υπέδαφος της Μακρονήσου αποτελεί μέρος της Αττικοκυκλαδικής μάζας με εναλλασσόμενα στρώματα σχιστόλιθων, ασβεστόλιθων, μαρμάρου και κοιτάσματα οξειδωμένων μεταλλευμάτων. 

Ιστορικές τομές στο χρόνο

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, εντοπίζονται στο νησί προϊστορικά ίχνη κτισμάτων στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου καθώς και προϊστορικοί τάφοι στο νότιο τμήμα του. Η πρωτοκυκλαδική περίοδος άφησε έναν οικισμό στη τοποθεσία Λιονάρι, κοντά στο Β’ τάγμα καθώς και έχουν ανακαλυφθεί όστρακα και εργαλεία οψιδιανού στο δυτικό τμήμα του. 

Σημαντικές τομές στην ιστορία του νησιού, αποτελεί η δημιουργία των καταυλισμών στο νησί που φιλοξένησαν πρόσφυγες του Ευξείνου Πόντου και 4.000 πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής. Οι συνθήκες που βίωσαν στον νησί προκονόμησαν τα βασανιστήρια που διαδέχθηκαν οι στρατιώτες κατά τον Εμφύλιο πόλεμο όπου και λειτούργησε ως τόπος εξορίας.

Το 1947 κατασκευάζονται τα Α’, Β’ και Γ’ τάγματα σκαπανέων στο νησί και ανοίγουν οι στρατιωτικές φυλακές στο νότιο τμήμα του.  Το 1948 δημιουργείται το Δ’ τάγμα πολιτικών εξορίστων και πραγματοποιείται η Μεγάλη Σφαγή στο Α’ τάγμα, ένα γεγονός που παίζει καταλυτικό ρόλο στην αντίστροφη μέτρηση λειτουργίας του τόπου εξορίας. Το 1949 δημιουργείται το νοσοκομείο και μετονομάζονται τα τάγματα σε ‘Τάγματα οπλιτών”, ενώ πέντε χρόνια μετά κλείνουν οριστικά όλα τα τάγματα. Το 1960 κλείνουν οι στρατιωτικές φυλακές και το 1962 ερημώνει το νησί. 

Το 1981 ξεκινάει ένα έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία που έχει διανύσει και ξεκινάνε να λαμβάνουν χώρα εκδηλώσεις και συναυλίες.

Η κατάσταση

Η κατάσταση που πραγματικά επικρατούσε στην Μακρόνησο και η εικόνα που προβαλλόταν γι’ αυτήν στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο είναι πλήρως αντικρουόμενες. Σε μεγάλη αντίθεση έρχονται αφενός οι συνθήκες διαβίωσης των εξορίστων στο νησί με τα βαριά σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια στα οποία υπόκειντο και αφετέρου η προβολή της Μακρονήσου ως ένα σπουδαίο αναμορφωτήριο ανθρώπων με επικίνδυνες πεποιθήσεις και ιδεολογίες, που σκοπός της λειτουργίας του ήταν η κάθαρση αυτών και προστασία του Έθνους.

Πυρήνες ενδιαφέροντος

Πιο συγκεκριμένα το νησί αποτελείται από έξι πυρήνες ενδιαφέροντος, τα Α’, Β’, Γ’ τάγματα στρατιωτών και το Δ’ τάγμα πολιτικών εξορίστων, καθώς και τη περιοχή του νοσοκομείου και τις στρατιωτικές φυλακές. 

Βιωματικά γεγονότα

Βασικές περιοχές που παίξανε σημαντικό ρόλο για το κάθε τάγμα και είναι αυτές τις οποίες λάβαμε υπόψη μας για τη δημιουργία του master plan και το σχεδιασμό των ιστορικών διαδρόμων εσωτερικά του κάθε τάγματος. 

Το λιμάνι, ήταν το σημείο άφιξης στο νησί που συνοδευόταν από βάρβαρη υποδοχή με ξυλοδαρμούς από τους αξιωματικούς και μεταφορά των αιμόφυρτων εξορίστων στα ανακριτικά γραφεία των ανωτέρων ή στις σκηνές τους. Αυτό που βιώνανε στην είσοδο του νησιού ήταν μια προ οικονομία για την μετέπειτα θητεία τους στο νησί.

Οι χαράδρες, που αποτελούν βασικό γεωμορφολογικό στοιχείο του νησιού, αποτελούσαν περιοχές κυρίως βασανιστηρίων, όπως εικονικές εκτελέσεις και απομονώσεις, αλλά και περιοχές του καθημερινού μαρτυρίου που ήταν η καταναγκαστική εξόρυξη πετρώματος με τα χέρια και το κουβάλημα της ως τη θάλασσα. 

Οι περιοχές απομόνωσης, αφορούσαν κυρίως συρμάτινους κλωβούς και πασσάλους. Οι εξόριστοι δένονταν στους πασσάλους όρθιοι κρατώντας μία πολύ βαριά πέτρα, για πολλές μέρες κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες, ενώ στους συρμάτινους κλωβούς όπου το σύρμα έφτανε στα 1.20 μέτρα ύψος, τους τοποθετούσαν σε μεγάλες ομάδες με αποτέλεσμα να τραυματίζονται καθώς δεν μπορούσαν να κουνηθούν. 

Το θέατρο, αποτελούσε σημείο αντίστιξης για τους εξόριστους, καθώς αφενός ήταν το μοναδικό στοιχείο ξεγνοιασιάς λόγω των θεατρικών παραστάσεων που ανέβαζαν οι ίδιοι στρατιώτες και των παραστάσεων που διοργανώνονταν μόνο για το βασιλιά ή για αξιωματικούς, αλλά ταυτόχρονα ήταν και ο τόπος που έγινε η μεγάλη σφαγή στο Α’ τάγμα.

Master Plan

Στόχος της διπλωματικής μας εργασίας είναι η γενικότερη ανάδειξη του νησιού σε κάθε κατεύθυνση που εμείς κρίναμε ότι το ίδιο απαιτεί. Αυτό αναλύεται μέσα από τις δίκες μας παρεμβάσεις σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά μια βασική διαδρομή που συνδέει τις περιοχές ενδιαφέροντος στην ολότητα τους, και τον σχεδιασμό εσωτερικών διαδρομών σε κάθε τάγμα ιστορικού και φυσιολατρικού ενδιαφέροντος. Η δεύτερη κατηγορία είναι η έξαρση της κύριας διαδρομής, στο λιμάνι εισόδου του νησιού και αφορά ένα κέντρο έρευνας και ιστορίας.

Θέλοντας να αναδείξουμε το ιστορικό τοπίο του νησιού, βασικός μας στόχος ήταν να αντιμετωπίσουμε τα τάγματα ως ιστορικούς τόπους χωρίς να τους αλλοιώσουμε και να επέμβουμε ουσιαστικά σε αυτούς. Σχεδιάσαμε ένα δίκτυο διάδρομων που ενώνει τις περιοχές ενδιαφέροντος μεταξύ τους, με βάση σημαντικά στοιχεία που τις χαρακτηρίζουν, τα οποία είναι ιστορικά, αρχιτεκτονικά, πολεοδομικά και γεωμορφολογία, καθώς επίσης και με βάση την χρονολογική σειρά που τα διέπουν. 

Ως βασική είσοδος στο νησί προτείνεται μια νέα μικρή ξύλινη προβλήτα τοποθετημένη σε μια απόληξη χαράδρας κοντά στο Β’ τάγμα, το οποίο υπήρξε ιστορικά το 1ο λιμάνι άφιξης στο νησί. Στα υπόλοιπα τάγματα αναδιαμορφώνονται οι προϋπάρχουσες προβλήτες στα λιμάνια τους, με ξύλο όπως παλιά, και τοποθετείται μεταλλική πινακίδα στο κάθε χώρο από αυτά ενημερώνοντας τον επισκέπτη για τη βασική πορεία που προτείνεται καθώς και τις δευτερεύουσες εσωτερικά του κάθε τάγματος αλλά και γενικότερες πληροφορίες για το νησί. Για τη διαδρομή, προτείνονται τρόποι μετακίνησης είτε από ξηράς με υφιστάμενο χωματόδρομο ηπίας κλίσης και με δυνατότητα ενοικίασης ποδηλάτων από το νησί, είτε από θαλάσσης με ξύλινα καΐκια μέγιστης χωρητικότητας 20 ατόμων. 

Συγκεκριμένα, ο επισκέπτης έρχεται από το Λαύριο στη νέα είσοδο του νησιού και κατευθύνεται από ξηράς στο Β’ τάγμα, όπου περιηγείται στην ειδικά σχεδιασμένη εσωτερική διαδρομή. Από κει προτείνεται να πάει μέσω θαλάσσης στο Α’ τάγμα, όπου θα ακολουθήσει μια παρόμοια διαδρομή η οποία περιλαμβάνει και το ΕΣΑΓ. Έπειτα από ξηράς κατευθύνεται στο Νοσοκομείο και συνεχίζει για να επισκεφθεί το Γ’ τάγμα και να περιηγηθεί σε αυτό. Τέλος φτάνει στο νοτιότερο τμήμα του νησιού και τις στρατιωτικές φυλακές Αθηνών, και μέσω θαλάσσης καταλήγει στο Δ’ τάγμα, το οποίο είναι και το τελευταίο που κατασκευάσθηκε. Από αυτό κανείς επιστρέφει στο σημείο αφετηρίας μέσω της κεντρικής χερσαίας διαδρομής. 

Ωστόσο, στον επισκέπτη δίνεται η δυνατότητα να ακολουθήσει οποιαδήποτε διαδρομή επιθυμεί ο ίδιος, κατευθυνόμενος από τις βιωματικές του αναφορές. 

Βιωματικές διαδρομές / τάγμα

Σε συνέχεια της σχεδιαστικής μας προσέγγισης στο νησί, μετά τις επισκέψεις μας σε αυτό, εστιάζουμε  στο Α’ και στο Β’ τάγμα και στον ενδιάμεσο χώρο τους, όπου βρίσκεται η κτιριακή παρέμβαση μας. Πιο συγκεκριμένα στο κάθε τάγμα εντοπίζονται τα κτίσματα, αναγνωρίζονται οι χρήσεις τους (μέσα από απομνημονεύματα, βιβλιογραφία, καταγραφές, σκίτσα και μαρτυρίες) και αποτυπώνεται η κατάσταση του κάθε κτηρίου καθώς είναι εκείνη που θα μας δώσει σημαντικά στοιχεία για την αναγνώριση του χαρακτήρα του κάθε τάγματος. Σε επόμενο βήμα ανάλυσης, το κάθε τάγμα  αναλύεται σε γενικές κατηγορίες μελέτης (αρχιτεκτονικά, κλπ.) και εντοπίζονται τα στοιχεία που αναδεικνύονται και χρησιμοποιούνται στον σχεδιασμό των εσωτερικών διαδρομών.

Μιλώντας για τα μεθοδολογικά μας εργαλεία, εντοπίζουμε τις περιοχές ενδιαφέροντος που αναφέρθηκαν νωρίτερα σε κάθε τάγμα. Μέσα σε αυτές υπάρχουν τα καθοριζόμενα από εμάς τοπόσημα, τα οποία και αποτελούν στοιχεία αναγνώρισης του κάθε τάγματος καθώς ο επισκέπτης μπορεί να τα ανασύρει από την μνήμη του και να το ανάγει στο κάθε τάγμα. Έπειτα δημιουργούνται κόμβοι, οι οποίοι διαθέτουν τα info points, τα οποία τοποθετούνται στην αρχή της διαδρομής, τα σημεία στάσης που προσφέρουν θέαση ή φέρουν κάποιο βίωμα του παρελθόντος και τα φυλάκια τα οποία διατίθενται για την παρατήρηση της πανίδας και χλωρίδας του νησιού. Όλα αυτά περικλείονται σε όρια τα οποία είναι είτε φυσικά, όπως οι χαράδρες είτε αποτυπώματα παλαιών αρχιτεκτονικών τοιχίων. Τέλος, οι διαδρομές διακρίνονται, στην κύρια που είναι ιστορική διαδρομή, η κατεύθυνση της οποίας ορίζεται από σημεία ένδειξης τοποθετημένα στο έδαφος, τις δευτερεύουσες διαδρομές που υποστηρίζουν την κύρια και ο κάθε επισκέπτης μπορεί να τις ακολουθήσει ελεύθερα σύμφωνα με τα προσωπικά του βιώματα, και την φυσιολατρική που διασχίζει δύσβατα σημεία. 

Το Β’ τάγμα αναλύεται από μια κυκλική διαδρομή η οποία περνάει από τα εξής διαδοχικά σημεία: έπαρση σημαίας ως τοπόσημο και σημείο στάσης και θέασης προς το Α’ τάγμα, σκηνές στρατιωτών, αποκατεστημένο κουρείο, γραφεία διοίκησης, άγαλμα νίκης και θέαση, βίλα διοικητή και αναρρωτήριο, λόχος ασφάλειας και θέαση, απομονώσεις και σημαντικό σημείο στάσης καθώς δεν υπήρχε πουθενά αλλού, θέατρο, βοηθητικά κτίσματα και ξενώνες, σημείο συγκέντρωσης και εκκλησία, λιμάνι και λιοντάρι. 

Το Α’ τάγμα ξεκινάει από το λιμάνι όπου υπάρχει θέαση προς το Γ΄ τάγμα, info point, σκηνές ανδρών και πύλες, μνημείο ΠΕΚΑΜ, αποκατεστημένοι αρτοκλίβανοι, έπαρση σημαίας και ηρώο, θέατρο, βίλα διοικητή, λόχος ασφάλειας, εκκλησιά, τρελάδικο, γυναίκες, θέατρο.

Μέσα από την πολεοδομική οργάνωση του Α’ και Β’ τάγματος, λαμβάνουμε τα στοιχεία για την σύνθεση μας. Τοποθετούμε την παρέμβαση πάνω στον άξονα μιας ήπιας χαράδρας, που έχει αναφορά στο ορθοκανονικό σύστημα κίνησης του Α’ τάγματος και διαθέτει τις δύο κύριες μπάρες λειτουργιών. Ο δευτερεύων άξονας λειτουργίας διαμορφώνεται σύμφωνα με την κατεύθυνση των σκηνών του Β’ τάγματος. 

Συνθετική χειρονομία

Προχωρώντας λοιπόν στην σύνθεση του κτιριακού συγκροτήματος, εντοπίζουμε τις βασικές χειρονομίες που το διέπουν. Η χωρική τοποθέτηση αυτού γίνεται αμφιθεατρικά, εκατέρωθεν του άξονα μίας φυσικής ήπιας χαράδρας πλησίον του Β’ ΕΤΟ (νοτιότερα του) και βορειότερα του Α’ ΕΤΟ. Το υπόβαθρο, που αποτέλεσε τον κανόνα του σχεδιασμού, γεννάται μέσα από τα δυο σχετιζόμενα στρατόπεδα. Αφενός οι μονάδες σχεδιασμού προκύπτουν από την επανάληψη των αναλογιών και των διαστάσεων των βάσεων των στρατιωτικών σκηνών του Β’ τάγματος και αφετέρου η χωροταξική οργάνωση του συγκροτήματος ακολουθεί την ορθοκανονικότητα του Α’ τάγματος προσαρμοσμένη στο φυσικό ανάγλυφο της περιοχής παρέμβασης.

Αναλυτικά, πρόκειται για έξι (6) ανεξάρτητους κτιριακούς όγκους που οι λειτουργίες τους διαχωρίζονται σε δημόσιους και ιδιωτικούς, κλιμακωτά, από τον υπάρχοντα χωμάτινο δρόμο προς την κορυφή της πλαγιάς. Ο επισκέπτης ξεκινώντας να κατευθύνεται από το νέο λιμάνι εισόδου στο νησί, μέσω ενός διαμορφωμένου υπαίθριου μεταλλικού κλιμακοστασίου φτάνει στο ανώτερο επίπεδο μιας κεκλιμένης γέφυρας. Η γέφυρα βρίσκεται πάνω στον άξονα της χαράδρας και ακολουθεί την κλίση του φυσικού εδάφους. 

Οι κτιριακοί όγκοι αποτελούνται από την υποδοχή, το καφέ-εστιατόριο και τα διοικητικά γραφεία, το βιωματικό μουσείο, τον χώρο περιοδικών εκθέσεων και το αμφιθέατρο, την βιβλιοθήκη και τα φυσιολατρικά εργαστήρια και τέλος το κέντρο έρευνας των αρχαιολόγων που περιλαμβάνει εργαστήρια, αποθήκες και ξενώνες. Όλοι μεταξύ τους συνδέονται αφενός μέσω της κεντρικής διαδρομής που βρίσκεται πάνω στον άξονα της χαράδρας και σε προέκταση της γέφυρας και αφετέρου μέσω δευτερευόντων οριζόντιων και κατακόρυφων κινήσεων. Η κεντρική διαδρομή διαπερνά εγκάρσια τους κτιριακούς όγκους του βιωματικού μουσείου και του κέντρου έρευνας, δημιουργώντας κόμβους ενημέρωσης στα σημεία τομής τους.

Σε κάθε περίπτωση, βασικός στόχος και πρόκληση για τον σχεδιασμό της πρότασής μας, αποτέλεσε τόσο η ανάδειξη της ιστορίας και του βιώματος της Μακρονήσου, όσο και η ομαλή ένταξη της εκάστοτε χειρονομίας μας στο φυσικό περιβάλλον του νησιού. Το δεύτερο επιτυγχάνεται με την δημιουργία υπόσκαφων χώρων σε κάθε κτιριακό όγκο και με τον συνδυασμό του αδρού οπλισμένου σκυροδέματος με δομικά υλικά που γεννούνται από τον τόπο όπως είναι η πέτρα, το κορτέν και το κουρασάνι. Τα κτίρια αντιλαμβάνονται ως οριζόντιες τομές πάνω στο έδαφος που ανασηκώνεται για να φιλοξενήσει λειτουργίες. Τα δώματά τους καλύπτονται στις αποχρώσεις και την υφή του περιβάλλοντα χώρου ώστε να γίνουν ένα με το τοπίο.

Βιωματικό Μουσείο

Βασική ιδέα πίσω από το εγχείρημα είναι η διαχείριση της συλλογικής μνήμης και η πρόσληψη της ιστορίας από τις νεότερες γενιές, οι οποίες έχουν απόσταση – τόσο χρονική όσο και συναισθηματική – από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Το πώς θα προχωρήσει η ιδέα από τη θεωρία στην πράξη αποτέλεσε βασικό ζητούμενο της έρευνας και του σχεδιασμού μας.

Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει βιωματικός ο χώρος είναι καταρχήν από τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν, και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ίδιες οι αίθουσες μεταφέρουν την αίσθηση των γεγονότων, περιβαλλοντικών συνθηκών, ανθρώπινων ιστοριών, συμβάντων με σημαντικό στοιχείο ότι η ‘έκθεση’ αυτή τοποθετείται  στον πραγματικό χώρο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, στο ίδιο το νησί. Η κάθε αίθουσα αφηγείται τμήματα της ιστορίας του νησιού, διαχωρίζοντας τες σε εκθεματικές και βιωματικές.  

Το βιωματικό μουσείο της Μακρονήσου, σχεδιάστηκε με στόχο να αναφερθεί σε όλες τις ανθρώπινες αισθήσεις, που είναι η όραση, η ακοή, ακόμη και η αφή και η οσμή και να κάνει αυτή την εμπειρία αξέχαστη, όπως είναι ο σκοπός των σημερινών μουσείων, δηλαδή να προσφέρει γνώση και ταυτόχρονα εμπειρία, η οποία προκαλεί τη σκέψη, δημιουργεί ερεθίσματα και μεταφέρει μηνύματα, τα οποία έχουν παρουσιαστεί με τον πιο εύληπτο, παραστατικό και πρωτότυπο τρόπο.

Η βασική δομή του αποτελείται από την εναλλαγή δύο κατηγοριών αιθουσών, τις χαρακτηριζόμενες εκθεματικές που διαθέτουν υλικό προς έρευνα και αφορά τις ιστορικές φάσεις του νησιού που είναι σημαντικό μελλοντικά να διερευνηθούν, καθώς και βιωματικές αίθουσες, οι οποίες παράγουν συναισθήματα που έχουν εντοπιστεί μέσα από την βαθιά βιωματική ιστορία της Μακρονήσου και των γεγονότων που την διέπουν, και εκφράζονται μέσα απο την υλικότητα της αναδιάρθρωση της καθεμίας ανάλογα το θεματικό τους υπόβαθρο.