Έργα τέχνης ενταγμένα στην αρχιτεκτονική της Ελλάδας



(*)Δημήτρης Γρηγορίου

Η συνύπαρξη του εικαστικού έργου τέχνης με την αρχιτεκτονική δημιουργεί μια σύνθεση ανοιχτή σε ερμηνείες. Το έργο τέχνης, καθώς αποτελεί τμήμα της αρχιτεκτονικής, μπορεί να κατανοηθεί από τον θεατή διπλά: αφενός ως μια πρόσκληση για την ατομική βιωματική εμπειρία και αφετέρου ως μια πρόσκληση για μια συνολικότερη βιωματική εμπειρία του ευρύτερου χώρου. Δεν υπαγορεύει ένα συγκεκριμένο τρόπο κατανόησης, αλλά δημιουργεί ένα ανοιχτό πεδίο βιωματικών προσεγγίσεων, που επιτρέπει στο άτομο να κάνει τη σχέση του με την τέχνη ένα θέμα ασυνείδητης επαφής.[1]

Άποψη της εισόδου της πολυκατοικίας στο Ψυχικό από την πλευρά της πρόσοψης.

Οι αρχιτέκτονες-δημιουργοί που «πλάθουν» τέχνη διαμορφώνουν ένα νέο περιεχόμενο σ’ αυτήν. Αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι λαμβάνουν υπόψη τους τις πολιτιστικές, κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες των ανθρώπων μέσα στο περιβάλλον που καλούνται να δημιουργήσουν, μεταφέροντας τις ιδέες τους έξω από τα στούντιο, με σκοπό να ενταχθούν και να εναρμονιστούν μέσα στην αρχιτεκτονική και το εκάστοτε περιβάλλον. Το αρχιτεκτονικό-καλλιτεχνικό έργο επιδρά ουσιαστικά στην εικόνα του χώρου όπου δημιουργείται, με αποτέλεσμα να την αλλάζει και να τη βελτιώνει. Η μεταμόρφωση αυτή που πραγματοποιείται στο περιβάλλον, διαμορφώνει κατά συνέπεια και τη βιωματική σχέση του ανθρώπου με τον χώρο του.[2]

Την ευοίωνη αυτή σχέση και συνεργασία κλήθηκε να επιβεβαιώσει μια σεβαστή, σε ποσότητα, μάζα αρχιτεκτόνων, οι οποίοι έκαναν το άλμα να λάβουν αυτοβούλως αποφάσεις εικαστικού για το τεκτόνημα που οι ίδιοι συνέθεσαν. Έργα ζωγραφικής, και κυρίως γλυπτικής, παρελαύνουν εντός και εκτός του κτιριακού χώρου τονίζοντας έτσι την ευελιξία του δισδιάστατου ρόλου που υπηρετούσε ο εκάστοτε αρχιτέκτονας.

Για την περίφραξη μονοκατοικίας στη Βούλα[3], ο ίδιος ο αρχιτέκτονας Ιωάννης Γ. Κούτσης, ως ένας άλλος Κοσμάς Ξενάκης, δημιούργησε μια σύνθεση σε τοίχο οπλισμένου σκυροδέματος αντιμετωπίζοντάς την ως γλυπτό. Χυτευμένοι και οπλισμένοι ως ένα ενιαίο σύνολο, τοίχος και γλυπτό απεικονίζουν γεωμετρίες που προέρχονται από τη γενικότερη σύλληψη του όγκου της κατοικίας χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της αποδόμησης και του κατακερματισμού.

Όπως έχει επισημανθεί και σε προηγούμενο κεφάλαιο, αναπόσπαστο στοιχείο της σύνθεσης των τουριστικών συγκροτημάτων «Ξενία» αποτέλεσε η παρουσία της τέχνης μέσα σε αυτήν ή κατά την περάτωση της σύλληψής της. Έτσι στην περίπτωση του Μοτέλ «Ξενία» στο Παληούρι της Χαλκιδικής[4], ο Άρης Κωνσταντινίδης πιστός στις απόψεις και στις θέσεις του, ότι δηλαδή η αρχιτεκτονική πρέπει να «φυτρώνει» μαζί με τη φύση, ο ίδιος ο αρχιτέκτονας επιχειρεί εμμέσως να απεικονίσει το περιβάλλον γύρω από το οποίο κτίστηκε το συγκρότημα. Οι τοιχογραφίες του κοσμούν τη φρίζα πάνω από το γραφείο της υποδοχής και τον τοίχο του χώρου αναμονής. Στην πρώτη περίπτωση μεν το έργο στηρίζεται σε κολώνες του φέροντος οργανισμού, ενώ στη δεύτερη δε καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια[5] του συγκεκριμένου τοίχου.

Σε πολυκατοικία στο Ψυχικό[6], σχεδιασμένη από τον Τάκη Ζενέτο, το ενδιαφέρον κάθε επισκέπτη, αλλά και διαβαίνοντος, επικεντρωνόταν στην πρωτοφανή μέθοδο διαχείρισης της εισόδου και του περιβάλλοντος χώρου. Ο αρχιτέκτονας, επικαλούμενος και αυτή τη φορά την λατρεία του προς την τέχνη, δημιουργεί μια γλυπτική από μπετονένιους βράχους σε συνδυασμό με την ύπαρξη υδάτινου στοιχείου. Ο συγκεκριμένος χώρος δε λάμβανε επαρκή ηλιασμό και συνεπώς οι πιθανότητες να αναπτυχθεί το πράσινο ήταν μηδαμινές. Έτσι δημιουργήθηκε ένας «κήπος» με νερά. Οι μπετονένιες ακανόνιστες φόρμες αντιπροσωπεύουν το σύνολο των πέτρινων στοιχείων που πλαισιώνουν τις φυσικές υδάτινες επιφάνειες. Παράλληλα, η ποικιλία των επιπέδων και το «σπάσιμο» των πλακών προσδίδουν άλλη αίγλη στη συνολική εικόνα του έργου. Έτσι, ο Τ. Χ. Ζενέτος δημιουργεί με τον τρόπο αυτό ένα ενδιαφέρον παιχνίδι με το «τρίπολο» φόρμα-υλικό-επίπεδα.

Όσον αφορά την πολυσυζητημένη, μεταγενέστερα, «Βίλα Ιόλα» στην Αγία Παρασκευή, παρουσιάζεται ένα μεγάλο φάσμα έργων τέχνης από επώνυμους εικαστικούς της εποχής, εκ των οποίων μερικά αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της σύνθεσης ή και διαρρύθμισης του εσωτερικού χώρου. Η πόρτα της κύριας εισόδου ήταν από τα πρώτα έργα που φιλοτεχνήθηκαν για την πελωρίων διαστάσεων έπαυλη του Αλέξανδρου Ιόλα[7], σχεδιασμένη από τον Παύλο Καλαντζόπουλο κατά την ενδιάμεση φάση της κατασκευής του όλου κτίσματος (πέρασε από τρεις φάσεις μέχρι την ολοκλήρωσή του). Ήταν η πόρτα[8] που προϊδέαζε τον επισκέπτη, αλλά παράλληλα τον καλωσόριζε στο σπίτι των πολυάριθμων έργων τέχνης. Η σχέση της με το χώρο είναι αρκετά ιδιαίτερη, εφόσον κάθε έργο είχε τη δική του ιδιομορφία, χωρίς απαραίτητα να «επικοινωνεί» ούτε με τη λογική της κάτοψης αλλά ούτε και με την υπόλοιπη γκάμα έργων που πλαισίωναν την είσοδο της κατοικίας.

(*)Δημήτρης Γρηγορίου
Τελειόφοιτος Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πολυτεχνείου Κρήτης

[1] Κανελλάκη Άννα, Συνέργειες αρχιτεκτόνων – καλλιτεχνών στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ΄60 μέχρι σήμερα, Πολυτεχνείο Κρήτης, Χανιά, 2013, σελ.16-17
[2] Ο.Π., σελ.13
[3] Αρχιτέκτων: Ιωάννης Γ. Κούτσης. Σύνθεση σε τοίχο οπλισμένου σκυροδέματος.
[4] 1962, Αρχιτέκτων: Άρης Κωνσταντινίδης. Ζωγραφικές συνθέσεις.
[5] Δεν χρησιμοποιήθηκαν ξεκάθαρες φόρμες, τονίζοντας έτσι την πολυπλοκότητα του τοπίου του ελληνικού παραλιακού μετώπου σε συνδυασμό με το σκληρό ελληνικό φως.
[6] 1970 (Μελέτη), 1972 (Περάτωση), Αρχιτέκτονες: Τάκης Χ. Ζενέτος, Τ. Γεωργακόπουλος (συνεργάτης). Τάκης Χ. Ζενέτος: Γλυπτική βράχων από μπετόν, στην είσοδο και στο ισόγειο περιβάλλον.
[7] 1951-1974, Αρχιτέκτονες: Παύλος Καλαντζόπουλος, Δημήτρης Πικιώνης, Γιώργος Μουσού, Γιάννης Τσαρούχης. Παύλος Καλαντζόπουλος: Πόρτες της κυρίας εισόδου με επένδυση από φύλλα ορειχάλκου διαστάσεων 1,60 x 2,30 μ.
[8] 1951-1974, Αρχιτέκτονες: Παύλος Καλαντζόπουλος, Δημήτρης Πικιώνης, Γιώργος Μουσού, Γιάννης Τσαρούχης. Παύλος Καλαντζόπουλος: Πόρτες της κυρίας εισόδου με επένδυση από φύλλα ορειχάλκου διαστάσεων 1,60 x 2,30 μ.